Πέμπτη, 10 Μαρτίου 2016

√ Καλωσόρισμα - Το Παραμύθι των Πετρογέφυρων

Καλώς ήρθατε στο
Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων
( http://arhiogefirionipirotikon.blogspot.gr )

για ένα ταξίδι στην Πίνδο διαβαίνοντας πέτρινα τοξωτά γεφύρια...






Το Παραμύθι των Πετρογέφυρων

Νερό πολύ. Και παντού. Ανέκαθεν ευεργέτης. Ένας κατά κανόνα σύμμαχος και φίλος του Ανθρώπου.
Ο τελευταίος, όμως, εταξίδευε. Πότε από ανάγκη, πότε από περιέργεια. Μοίρα του, να αλλάζει συνεχώς χώρο. Το νερό τότε, ποταμός ολόκληρος, του στάθηκε αντίπαλος, του ’κλεισε το δρόμο.
Η πάλη τους αναπόφευκτη και μακροχρόνια. Στην αρχή αμφίρροπη. Τελικά να κερδίζει -συνεχίζει το ταξίδι του- ο Άνθρωπος. Αλλά χωρίς να κατακτά. Χωρίς να αυθαδιάζει. Χωρίς να ταπεινώνει τον αντίπαλο. Έξυπνα, με ελιγμούς, για να καλύψει μιαν ανάγκη του, συμπλήρωσε, προέκτεινε τη φύση! Και το αποτέλεσμα; Μονότοξα, δίτοξα, …πολύτοξα γεφύρια!
  
Της Κούρτιας το γεφύρι! Το γεφύρι του Νούτσου! Της Πορτίτσας το γεφύρι, της Πλάκας, της Τατάρνας! Η Καμάρα της Κριεστόβας! Λα Πούντια Νουάουα, λα πούντια Βιάκλι! Της Άρτας το γεφύρι! Το γεφύρι της Κυράς! Του Εβραίου, της Νονούλως, του Πασά…
                                      

Πέτρινα όλα τους  και θολωτά! Κουρασανόχτιστα! Λίθινες βέργες, τροχιές δέους, μπροστά στην αιωνιότητα του πλάτανου! Και αποκάτω τους, χωρίς σημάδια ήττας, το νερό να συνεχίζει το δικό του το ταξίδι για τη θάλασσα. Αχελώος, Αώος, Αχέροντας! Ποτάμιοι θεοί! Περήφανοι, ανενόχλητοι. Γιατί όλες οι ζεύξεις τους υπήρξαν αποτέλεσμα έντιμου συμβιβασμού, σοφή του Ανθρώπου αντίδραση απέναντι στη φύση…
 Ελάχιστες φορές, παλεύοντας με το νερό, ο άνθρωπος αστόχησε· την ψυχραιμία του έχασε, αυθάδιασε. Και… λιθοβόλησε τον ποταμό. Μια τέτοια, στο Ζαγόρι! Όποτε η Ζαγορίσια η Κυρά νεκρό γεννούσε το παιδί της, έτρεχε στο κοντινό ποτάμι, ανέβαινε στο θολωτό γεφύρι και με τις αρκάδες-πέτρες του χτυπούσε το νερό! Έτσι -λέει- εμάλλωνε τον ποταμό. Γιατί για ευγονίας Θεό, κάποτε, τον πίστευε· να μην ξανασυμβεί!
Κάτι τέτοια όμως, ήσαν ξεσπάσματα απόγνωσης, ξεστρατίσματα μεγάλης λύπης. Γρήγορα ο Άνθρωπος συνερχόταν, με τα νερό εφίλιωνε. Και στους αιώνες μέσα συνέχιζε να γεφυρώνει το πεπρωμένο του· αν ανάγκη, στοίχειωνε στα θεμέλια και την Καλή του…




Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
γιοφύρι εστεριώνανε στης Άρτας το ποτάμι.
Ολημερίς εχτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν…
«Αν δεν στοιχειώστε άνθρωπο γιοφύρι δεν στεριώνει… »

«Γιοφύρι θα φκιάσεις, αν κάνεις αυτό το καλό…»!
Τούτος ο λόγος, λαϊκός. Το έργο, όμως, του πλούσιου -να βγει απ’ την αφάνεια, να τον παινέψουν πιότερο, να σώσει και την ψυχή του! Τη μια φορά ήτανε Ρωμιός· Τούρκος την άλλη· κάποτε καλόγερος που κοίταζε και χαμηλά, να σώσει εδώ ζωές.
Τα λεφτά πάντα πολλά. Λίρες με το φτυάρι -λένε στην Άρτα- τάισε το ποτάμι ο Θειακογιάννης. Για να μερώσει το θεριό, να το ζεύξουν, μέχρι και Τούρκου χρήματα δανείστηκε! Στο τέλος το ’στησε το γεφύρι του γερό και όμορφο…
Τότε ήταν που ο Τούρκος ζήλεψε μερίδιο στη δόξα. Πίσω τα χρήματά του, τα δανεικά, δεν ήθελε να τα πάρει. Είδε και απόειδε -«δικά σου είναι, πρέπει να τα δεχθείς…»- τον πήγε ο Θειακογιάννης στον κατή. Και εκεί, με απόφαση, του τα επέστρεψε όλα· μέχρι και το τελευταίο γρόσι. Όλη η τιμή δικιά του…
Αυτά συνέβησαν στην Άρτα. Το άλλο, κοντά στο Μέτσοβο, κάτω απ’ το Προσγόλι. Άγριος εκεί ληστής, ο Μπρούζος, φοβέρα για τους Τούρκους και απειλή. Μα και για τους Χριστιανούς μπελάς, αφού, συχνά, αυτοί πληρώναν τα σπασμένα. Κι έβαλαν οι προεστοί σκοπό να τόνε διώξουν· μαζεύοντας χρήματα να τόνε δελεάσουν. Κάποτε -μεγάλο το ποσό- ο Μπρούζος πείστηκε. Μα αντί οι προεστοί να του τα δώσουν, τον …πλήρωσαν με φονικό. Έτσι τους μείναν τα λεφτά, τους μείνανε και οι τύψεις. Στο τέλος οι ενοχές τούς φέρανε στην εκκλησία. Και ο παπάς:
-γιοφύρια αν θα χτίσετε, θα πάρετε συχώριο..!

Σαν τρώμε και σαν πίνουμε και σαν χαροκοπούμε,
κι ένα καλό δεν κάνουμε στη δόλια τη ψυχή μας…
Ο κόσμος φτιάχνουν εκκλησιές φτιάχνουν και μοναστήρια,
φτιάχνουν και πετρογέφυρα για να περνάει ο κόσμος…

Το χτίσιμο των γεφυριών το κάνανε από τους Κουδαραίους οι πρώτοι, οι καλύτεροι. Έρχονταν από την Κόνιτσα, λάκα του Σαραντάπορου! Μπορεί κι απ’ τα Τζουμέρκα, ή τα Χουλιαροχώρια! Και της Ανασελίτσας ήσαν καλοί -μεταξύ τους Ηπειρώτες πρόσφυγες που γίναν Μακεδόνες! Όπως κι οι Κολωνιάρηδες κι οι Οπαρλήδες της Πάνω Ηπείρου, αρβανιτόφωνοι αυτοί!
  
Μπροστά, έβλεπες να βαδίζει ο Πρωτομάστορας! Ύστερα, οι καλφάδες: πελεκάνοι, χτίστες, μαραγκοί, κλειδοσάδες, ασβεστάδες, νταμαρτζήδες. Τελευταία, τα μαστορόπουλα…
Μεγάλο το βάρος στα μουλάρια -τα εργαλεία πολλά: τσοκάνια, χτενιές, καζμάς, βελόνια, ματρακάδες, παραμήνες, σαούλια, πηλοφόρια, καλέμια…
Γύρω του Αϊ-Γιώργη φεύγαν, την άνοιξη -“διώχνω” την λέγανε! Επέστρεφαν το φθινόπωρο, του Αϊ-Δημήτρη…
Στην ξενιτιά πελέκαγαν και χτίζανε -αργός ρυθμός, σαν μοιρολόι! Σεράγια, εκκλησίες, μύλοι, μοναστήρια, τζαμιά, αρχοντικά, βρύσες, καμπαναριά, χάνια, βγήκανε από τα χέρια τους…
Με άλλα λόγια, …χτούσανε τον κόσμο όλο, χτούσανε και τα γιοφύρια του! Μόνο που για τα τελευταία δεν αρκούσαν μόνο τα χέρια, ήθελε και την καρδιά -το θάρρος της, την τόλμη! Γιατί δεν ήξεραν γράμματα. Παθαίνανε, μαθαίνανε…

 …τότες ματααρχίνισαν να χτίζουν το γιοφύρι,
μαρμάρωνε κι ανέβαινε σαν να ’ταν ’πο μολύβι.
Εγίνηκεν, τελείωσε, κι ακόμη είναι θιάμα,
γιοφύρι πέτρινο τηράς να κρέμεται στο ράμμα…

Τα γεφύρια -είναι αλήθεια- χτίστηκαν, κάποτε, για να καλυφθεί μιαν ανάγκη· ανάγκη επιτακτική! Μα μορφοποιήθηκαν έτσι, που, γρήγορα -το κυριότερο αβίαστα- μετουσιώθηκαν σε τέχνη. Σήμερα, σύμβολα πια, λειτουργούν σε μια άλλη διάσταση· αυτή του θρύλου!  
Αναρωτηθήκαμε: ο Άνθρωπος -επίγειος γεφυράς- δημιουργός ή βλάστημος;  κατακτητής ή ευεργέτης; Η απάντηση στο μεταίχμιο περηφάνιας και φόβου. Φοβάται και ο τολμηρός; Υπάρχουν στιγμές που …ναι! Τότε τροφοδοτείται υπέρμετρα η φαντασία· τότε γεννιούνται θρύλοι, παραδόσεις, μύθοι…

Τον κόπο του αποκαλέσαμε …διαβολογιόφυρο! Κατηγορήσαμε: συμμάχησε με τις δυνάμεις του κακού!
Το άλλο, ψηλά στον Καλαμά, το θελήσαμε …Θεογέφυρο! Το δεχθήκαμε χωρίς αναστολές. Αυτό το έχτισε η ίδια η φύση!
Του πρέπει τιμωρία του Πρωτομάστορα -του κάθε πέρα από τα μέτρα μας! Να χτιστεί στα θεμέλια η γυναίκα του, να εξιλεωθούν οι Θεοί των ποταμιών!
Στην τελευταία δεξιά καμάρα χτίσαμε το βουβάλι (δύναμη)· στην προτελευταία αριστερά έναν αράπη (υπακοή;) -να συντροφεύουν την πρωτομαστόρισσα τη Λένη!
Όμως, σαν διαβαίνουμε το γεφύρι, μουσική δεν παίζουμε. Γιατί μπορεί κι οι τρεις να αρχίσουν το χορό, να ξεχάσουν το «κράτημα», όλα να γκρεμιστούνε!
Της Τρίχας το γεφύρι είναι καταδικό μας έργο! Εμείς το σκεφτήκαμε, εμείς το στεργιώσαμε! Να το περνούν τη μέρα της Πεντηκοστής οι πεθαμένοι μας γυρίζοντας στον Άδη! Όμως…
Όμως στην όχθη την απέναντι, πέρα από κάθε εμπόδιο υγρό, ένα γεφύρι θα μας φέρνει… Πάντα!
Καλό ταξίδι... 
Σπύρος Μαντάς

 
  Ας αλλάξουμε όχθη...                                     

√ Τι είναι το "Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων"







 Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων  
 (Α.Γ.Η.)   
Ένα πανόραμα των γεφυριών της Πίνδου, 
των μυστικών 
και της τέχνης τους…






Το Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων (Α.Γ.Η.) δημιουργήθηκε το 1990.
Σκοπός: η καταγραφή, μελέτη και προβολή των πέτρινων γεφυριών της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου (Πίνδου).
Το υλικό, που από το 1982 είχε αρχίσει να συλλέγεται, ταξινομείται έκτοτε και μελετάται με τέτοιο τρόπο, ώστε να προβάλει ανάγλυφη, σ’ όλες της δηλαδή τις διαστάσεις και παραμέτρους, η εικόνα των πετρογέφυρων του συγκεκριμένου χώρου -ιστορική, αρχιτεκτονική, κατασκευαστική, οικονομική, κοινωνική, λαογραφική, πολιτιστική.
Το Αρχείο συνεργάζεται με το Κέντρο Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών (ΚΕΜΕΠΕΓ).



Ειδικότερα, οι σκοποί του ΑΓΗ καθορίζονται:   
Αναζήτηση, εντοπισμός και καταγραφή (αποτύπωση - φωτογράφιση - βιντεοσκόπηση) όλων των πέτρινων τοξωτών γεφυριών της Πίνδου. Συμπεριλαμβάνονται και γεφύρια που δεν υπάρχουν πια, αρκεί να τεκμηριώνεται απόλυτα η ύπαρξή τους.
Συλλογή οποιασδήποτε σχετικής με αυτά πληροφορίας, είτε με επιτόπια έρευνα (πρωτογενές υλικό), είτε με βιβλιογραφική αποδελτίωση (δημοσιευμένο υλικό).
Καταχώρηση, επεξεργασία και μελέτη του συλλεγμένου υλικού βάσει συγκεκριμένου σχεδίου (Δομή Αρχείου: Μνήμη - Υποστήριξη - Μελέτη). Δημιουργία Μητρώου γεφυριών.
Συλλογή υλικού (συνεντεύξεων και φωτογραφιών) για τους δημιουργούς -μαστόρους.
Ηχογραφήσεις - βιντεοσκοπήσεις, επιτόπου, όλων των ελληνικών παραλλαγών “του γιοφυριού της Άρτας”, αλλά και των βαλκανικών παράλληλων.
Δημιουργία ειδικής -έντυπης και ηλεκτρονικής- βιβλιοθήκης: βιβλία ελληνικά και ξένα με αποκλειστικό τους αντικείμενο τα πετρογέφυρα, περιοδικά και εφημερίδες με εκτεταμένη αναφορά σε αυτά, όλα τα δημοσιεύματα για την ηπειρωτική γεφυροποιία.
Εκδόσεις βιβλίων και λοιπών σχετικών εντύπων. Παραγωγή ηχητικού και οπτικού υλικού (CD ήχου, CD-R, DVD/Bίντεο).
Συμβολή στην προστασία, προβολή και διάσωση των πέτρινων γεφυριών, μέσω ευαισθητοποίησης του κοινού και αρμόδιων φορέων: οργάνωση ημερίδων, λειτουργία εκθέσεων, πραγματοποίηση διαλέξεων, αρθογραφία στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, παρεμβάσεις στον ηλεκτρονικό.

ΒΛΕΠΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ με κλικ    >>>    ΕΔΩ

Του γεφυριού της Άρτας / Πολύτσανη Πωγωνίου Β. Ηπείρου

Του Γεφυριού της Άρτας

Παραλλαγή από Πολύτσανη Πωγωνίου
Βόρεια Ήπειρος


    Η Πολύτσανη -σήμερα στην αλβανική επικράτεια- βρίσκεται στο ΒΔ άκρο του Πωγω­νίου, στους πρόποδες της πανύψηλης Νεμέρτσικας (2486 μ.). Η θέση της και η όλη της εικόνα δικαιολογούν τις επωνυμίες της “προμαχώνας του χριστιανισμού” και “ νύμφη του Πωγωνίου”.
   Φαίνεται να υπήρχε από τα πρώτα ακόμη ιστορικά χρόνια, την εποχή που στην πε­ριοχή κατοικούσαν οι Πολυάνοι, ενώ αργότερα, με το όνομα Πολυάνη ή Πολύαινη, αναφέρεται σαν κώμη του ιερού της Χαονίας.
   Στην τουρκοκρατία όλοι οι άντρες της ξενιτεύονταν, κυρίως στην Κωνσταντινού­πολη, αλλά και στη Ρουμανία. Στην τελευταία δημιούργησαν, κοντά στο Βουκουρέ­στι, την Πολυανή, ενώ κάποιοι τους κατέκτησαν αξιώματα σαν του “Μέγα Ποστέλνι­κου” και “Καμαράση”.1

   Στην Πολύτσανη, εκτός από τα νανουρίσματα και τα μοιρολόγια, όλα τα άλλα τραγούδια αποδίδονται πολυφωνικά -σε ανημίτονη πεντατονική κλίμακα, συνέχεια του αρχαιοελληνικού δώριου τρόπου κατά τους ερευνητές. Πάντως εδώ η εκτέλεση διαφοροποιείται από των άλλων τόπων, όπου επίσης τραγουδιούνται πολυφωνικά (υπό­λοιπο Πωγώνι, Δρόπολη κ.λπ.).2
   Την ομάδα συγκροτούν καθορισμένος αριθμός τραγουδιστών (όχι λιγότεροι από τέσσερις) με συγκεκριμένο ρόλο-φωνή ο καθένας. Υπάρχουν:
- ο παρτής: ο κορυφαίος της ομάδας, που “παίρνει”, δηλαδή αρχίζει μόνος του το τραγούδι, εκφέροντας τη βασική μελωδική γραμμή.
- ο γυριστής (και κλώστης ή κόφτης): η δεύτερη σημαντική φωνή-ρόλος, με απαι­τήσεις ιδιαιτέρων ικανοτήτων. “Τσακίζει”, όπως λέγεται, το τραγούδι, στολίζοντάς το με πολλούς λαρυγγισμούς.
- οι ισοκράτες: αυτοί που κρατούν το ίσο, τραγουδούν την τονική του τραγουδιού.
- ο ρίχτης: ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του παρτή και των υπολοίπων φωνών, ρό­λος που παίζεται από έναν των ισοκρατών, ή κάποτε από τον γυριστή.

♫ 
  παρτής    : Σαρανταπέντε μάστοροι και…
      γυριστής : άντέ…
      όλοι        : εξήντα μαθητάδες
                       -και ’ξήντα μαθητάδες….

   Το «45 μάστοροι», παραλλαγή με 28 στίχους, απέδωσε μικτή πολυφωνική ομάδα από τα Πωγωνίσια χωριά Πολύτσανη και Χλωμό. Είναι ο Τάκης Ζώτος (παρτής), ο Βαγγέλης Καρέτσος (κλώ­στης), η Άννα Κάτση (ρίχτης) και οι Χαρίκλεια Οικονόμου, Ευγενία Καρέ­τσου, Αλέ­κος Δράζιος, Χαράλαμπος Κάτσης (ισοκράτες). Η ηχογράφηση έγινε στην Αθήνα στις 19 Οκτωβρίου του 2009.





 ΒΙΝΤΕΟ:  45 Μάστοροι


Σαρανταπέντε μάστοροι και ’ξήντα μαθητάδες
ολημερίς το χτίζανε το βράδυ γκρεμιζόνταν.
Πουλάκι πάει και κάθισε στη δεξιά καμάρα:
«Μάστοροι μη δουλεύετε κι εσείς οι μαθητάδες,
αν δε στοιχειώσετ’ άνθρωπο γεφύρι δε στεριώνει,         
ούτε ορφανόν, ούτε έρημον, μη ξένον, μη διαβάτη,
πάρτε του Πρωτομάστορα την όμορφη γυναίκα».
Τ’ ακούει ο Πρωτομάστορας και του θανάτου πέφτει.
Κάνει γραφή και στέλλει την με το πουλί τ’ αηδόνι.
-Γουργά ντύσου, γουργά άλλαζε, γουργά φέρε το γιόμα,           
γουργά να ’ρθεις και να διαβείς στης Άρτας το γιοφύρι.
Νάτη και ξεφανίστηκε και τους καλημεράει.
-Τι έχει ο Πρωτομάστορας κι είν’ έτσι κακιωμένος;
-Το δαχτυλίδι το ’πεσε μεσ’ τη δεξά καμάρα
και ποιος να μπει και ποιος να βγει και ποιος να του το φέρει.
-Άντρα μου μη πικραίνεσαι κι εγώ θα σου το φέρω,
εγώ θα μπω, εγώ θα βγω και μόνη να το πάρω.
Όλο τον τόπο γύρισα, δεν ηύρα δαχτυλίδι.
Άντρα μ’ για ρίξ’ τον άλυσο, ρίξε την αλυσίδα.
Πιάνει κι ο Πρωτομάστορας ρίχνει μέγα λιθάρι.                       
-Πως πέφτουν τα μαλλάκια μου να πέφτουν οι διαβάτες.
Ένας πιάνει με το μυστρί κι άλλος με τον ασβέστη.
-Κόρη μ’ το λόγο σου άλλαξε  κι άλλη κατάρα δώσε
τ’ έχεις αδερφό στην ξενιτιά μη λάχει και περάσει.
-Πως τρέμει η καρδούλα μου να τρέμει το γιοφύρι.                   
Τρεις αδερφούλες ήμασταν κι οι τρεις κακογραμμένες,
η μια ’χτισε τον Τούρναβο κι η άλλη την Αυλώνα,
κ’ εγώ, είμαι η μικρότερη, της Άρτας το γιοφύρι.


1. Περισσότερα για την Πολύτσανη, βλέπε, Μεν. Ζώτου - Χριστ. Γιάνναρου, Η Πολύτσανη της Βορείου Ηπείρου. Τοπογραφία - Ιστορία, τόμ. Α΄, Ιωάννινα 1989.
2. Λεπτομέρειες σε, Γεωργία Τέντα, Δημοτικά πολυφωνικά τραγούδια Πολύτσανης Βορείου Ηπείρου, περ. «Άπειρος», τχ. 1 / Καλοκ. 1998, σ. 38-42.

Το Φραγκαδιώτικο γεφύρι



Το Φραγκαδιώτικο, ή γεφύρι του Πιτσώνη




Β
ρίσκεται κάτω από τους Φραγκάδες, στο δρόμο για το Λιασκοβέτσι (Λεπτοκαριά). Γεφυρώνει το μεγαλύτερο ποτάμι του χωριού, το Φραγκαδιώτικο, γνωστό και σαν Μέγας λάκκος. Δίπλα του λειτουργούσε, παλιά, ο μύλος του Φανίκα. Σώζονται ακόμη σήμερα, κοντά, δυο παλιά εικονοστάσια -το ένα με χρονολογία 1866.
Είναι τεράστιο τρίτοξο γεφύρι, με επιπλέον δύο ανακουφιστικά παράθυρα. Στη βαθειά κοίτη του ποταμού έχουν χτιστεί δύο μεγάλα τόξα να απορροφούν τις χειμωνιάτικες κατεβασιές. Το ένα και μεγαλύτερο, προς την αριστερή όχθη, γεφυρώνει απόσταση 17.70 μ. και ανυψώνεται ως τα 8.50. Το άλλο έχει άνοιγμα 16.70 και ύψος 5.40 μ. Το τρίτο τόξο, δεξιά, στο τέλειωμα της κατασκευής, παρουσιάζεται σχετικά τόσο μικρό, ώστε συχνά να χαρακτηρίζεται εσφαλμένα το γεφύρι δίτοξο -ανοίγει μόλις 3.00 μ., με ύψος 1.90.




 Τα ανακουφιστικά παράθυρα έχουν ανοιχτεί στο μεσόβαθρο μεταξύ των μεγάλων τόξων και στο αριστερό ακρόβαθρο. Το πρώτο, με έντονα οξυκόρυφο κλείδωμα, έχει άνοιγμα-βάση 2.00 μ. και ύψος 2.45, ενώ το άλλο, σε ημικυκλική φόρμα, αντίστοιχα 2.50 και 2.00 μ. Το τελευταίο -ενδιαφέρουσα περίπτωση-λειτουργεί σαν δίοδος σε μονοπάτι που διατρέχει κατά μήκος την όχθη, γι’ αυτό και υπάρχουν σκαλοπάτια στην κατάντη του πλευρά.
Πάνω από όλα τούτα τα τόξα, κύρια, βοηθητικό, κι ανακουφιστικά, ο διάδρομος διάβασης επικοινωνεί τις όχθες …ταλαντευόμενος -ανεβοκατεβαίνει δυο φορές, κορυφώνοντας στα εξωράχια των μεγάλων τόξων. Το συνολικό του μήκος φτάνει τα 56  μ., έχοντας ωφέλιμο πλάτος 2.40, ενώ πυκνοχτισμένες αρκάδες, με διαστάσεις 0.75Χ0.30, προφυλάσσουν σ’ όλη σχεδόν τη διαδρομή, εκτός από την είσοδο κι έξοδο.




Ο Λαμπρίδης τοπογραφεί τη γέφυρα και φανερώνει το χορηγό της ως εξής: «η κάτωθεν της κώμης “Φραγγάδες” και ου μακράν αυτής [έγινε] παρά του εκ Σωποτσελίου Θεοδώρου Πετσιώνη (1818) δια 1.200 ενετικών φλ.».[1] Μόνη αντίρρηση: θα πρέπει να αντικατασταθεί εκείνο το “1818” με το σωστό “1811” που έχει σκαλιστεί σε δυο θολίτες της εξωτερικής, διακοσμητικής σειράς -ο ένας επειδή έχει τοποθετηθεί ανάποδα διαβάζεται σαν …1181.
Τέλος να μην παραληφθεί να προστεθεί πως ο ευεργέτης προνόησε για ετήσια επισκευή τού δημιουργήματός του παραδίδοντας στην κοινότητα 1.200 γρόσια. Φαίνεται, αν πιστέψουμε όσα η παράδοση διασώζει, πως του έμεινε αξέχαστη η περιπέτεια που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή. Λοιπόν, «…γυρίζοντας κάποτε από τη Βλαχιά, όπου ήταν ταξιδεμένος, στο χωριό του, έφτασε στο μέρος που είναι σήμερα το γεφύρι. Έτυχε όμως εκείνη τη μέρα η κοίτη του ποταμού να είναι ανεβασμένη, ένεκα προηγηθείσης καταρρακτώδους βροχής, με αποτέλεσμα να γίνει απροσπέραστο και να διανυχτερεύσει στο ύπαιθρο. Η ταλαιπωρία του αυτή ήταν η αιτία της κατασκευής του γεφυριού».[2]
Πολλές βέβαια οι παρόμοιες ιστορίες που με στοιχεία μύθου συνοδεύουν τα πετρογέφυρα, όμως αυτή εδώ είναι πέρα για πέρα αληθινή, με λεπτομέρειες και στοιχεία να στοιχειοθετούν ρεαλιστικό περιστατικό.


---------------------------------------------------
Γεωγραφικά στοιχεία γεφυριού: Ν 39 ̊  49΄ 15.67΄΄  Ε 20 ̊  52΄ 57.92΄΄  Υψ. 769 μ.
Νο καταγραφής / αρχειοθέτησης: 78 (2.7.1991)
-----------------------------------------------------




Μαγνητοσκόπηση: Σπύρος Μαντάς / 3.4.2006
Παραγωγή: Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων


[1] Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, Εν Αθήναις 1880, σελ. 82.
[2] Θανάση Α. Σακελλαρίδη, Φραγκάδες, Γιάννινα 1988, σελ. 137.

Λέγομαι Μητσαντώνης…




Λέγομαι Μητσαντώνης…

Ανήμερα Θεοφάνεια του 2000.
Βρίσκομαι στα Γιάννινα, στο σπίτι του Αντώνη Κωνσταντινίδη, 
που μου αφηγείται -αν με πόνο ή νοσταλγία, δεν κατάλαβα- τη ζωή του.
Πατρίδα του, οι Χουλιαράδες. Κι αυτός, από τους τελευταίους μιας 
οικογένειας μαστόρων που άφησε στην περιοχή όνομα και έργο…
Ο Αντώνης Κωνσταντινίδης, ο …Μητσαντώνης, πέθανε το Μάρτη 
του 2002. «Δεν φοβάμαι…»   
-μου είχε εκμυστηρευτεί για το τελευταίο του ταξίδι- 
«…εμείς όλο φεύγαμαν»!
Σπύρος Μαντάς
  

Λ
έγομαι Αντώνιος Κωνσταντινίδης, ή Μητσαντώνης. Είμαι τώρα 85 χρονών. Γεννήθηκα 3 Ιανουαρίου του 1915, στους Χουλιαράδες.
 Έκανα τον λιθοξόο, πελεκάνος δηλαδή, αλλά και τον χτίστη. Αυτά σε όλη μου τη ζωή. Πελεκούσα τις πέτρες και τις τοποθετούσα. Όλη μου η οικογένεια μαστόροι ήτανε…
Ο πατέρας μου στο ίδιο επάγγελμα. Λεγόταν Δημήτρης Αντών Κωνσταντινίδης ή, όπως τον λέγαν στο χωριό, στους Χουλιαράδες, Μητσαντώνης.

Οικογένεια Κωνσταντινίδη



Ο πάππος λεγόταν Αντών Κωνσταντώνης και έγινε μετά Κωνσταντινίδης. Κι αυτός μάστορας, μάστορας καλός! Πελεκούσε από παλιά. Είχε συνεργεία πολλά, παρέες που λέγανε τότε. Ταξίδευε και δούλευε. Αλλά πάντα μέσα στην περιοχή μας, γύρω από τα Γιάννενα…
Μόνο μια φορά πήγε έξω και δούλεψε. Δεν είχα γεννηθεί εγώ τότε ακόμη. Ήταν σε μια γέφυρα, κάτω στο Αυλάκι, στον Ασπροπόταμο. Ήταν εκεί και ο πατέρας μου που δούλεψε, μικρό παιδάκι. Μου τα έλεγαν αυτά κι ο πάππος κι ο πατέρας μου. Εκεί δουλέψαν μαζί με τους Κυρκαίους. Είχε τον Χρήστο τον Κύρκο, αδερφό τού Πάνο Κύρκο. Τον είχε, τον Χρήστο, κουνιάδο ο πάππος μου. Είχε συνεργείο, παρέα μεγάλη εκεί.
Τις άλλες του τις δουλειές τις έκανε μέσα στο νομό των Ιωαννίνων. Ας πούμε η Βελλά είναι έργο δικό του. Όλη τη Βελλά την έφτιαξε, από το 1923 μέχρι το ΄43, με συνεργείο κοντά πενήντα άτομα. Ήταν γερός ο πάππος. Πέθανε το 1948. Ο πατέρας μου σ’ αυτόν έμαθε. Στην αρχή δούλευαν μαζί. Μετά, επειδή είχαν πολλές δουλειές, μοιράστηκε το συνεργείο. Μία ομάδα ο πάππος, μία ομάδα ο πατέρας μου…

Εγώ πρωτομπήκα στη δουλειά το ΄29, παιδάκι. Πηγαίναμαν τότε με τα μουλάρια. Δυο μέρες στα μουλάρια, δυο μέρες στο πηλοφόρι, δυο μέρες στον τοίχο. Κάθε βδομάδα έτσι. Έτσι μαθαίναμαν.
Το πελέκημα το ΄μαθα καλά στο Δρίσκο. Τότε που γινότανε -΄27, ΄28, ΄29- τότε που γινότανε ο δρόμος Γιάννενα - Καλαμπάκα. Είχε πελεκήματα πολλά εκεί. Ξεστά τα λέγανε. Πήρε ο πατέρας μου όλους τους θολίτες να φτιάξει για τα γεφύρια, όλους τους θολίτες. Εκεί λοιπόν έγινα και εγώ πελεκάνος…
  
Δούλευε τότε μαζί μας κι ο Σιόντης, ο Χρήστος ο Σιόντης, από τους Χουλιαράδες κι αυτός. Τον είχε ο πατέρας μου τον Σιόντη γαμπρό από αδερφή. Είχε πάρει γυναίκα του τη θεία μου την Αλεξάντρα…
 
 Ένα συνεργείο είμασταν, μαζί. Φτιάξαμαν όλες τις γέφυρες τις θολωτές μέχρι πάνω στη Μάζια και παραπέρα, μέχρι Μπαλντούμα. Όλες με πέτρες…
Πελεκούσαμαν κειπέρα, τους θολίτες, όλη τη μέρα. Τα καμαρολίθια βγάζαμαν, τους θολίτες που λέγαν οι παλιοί μαστόροι. Και χτίζαμαν ύστερα το τόξο, το θόλο, την καμάρα που λέγαμαν χοντρά εμείς οι μαστόροι, μαστορικά. Άντε να κλείσουμε την καμάρα, λέγαμαν, να την κλειδώσουμε. Όλοι οι θολίτες ήταν βγαλμένοι με νούμερα, τακτοποιημένοι καλά, να πετύχει η γέφυρα.

Το γεφύρι στο Αυλάκι (Βάλτος)

 Έβγαζες μια φόρμα πρώτα, κάτω. Να σου δώσω να καταλάβεις, καρφώναμαν ένα καρφί εδώ, στο κέντρο. Αν είχε η γέφυρα δέκα μέτρα άνοιγμα, στα πέντε μέτρα βάζαμαν ένα καρφί και δέναμαν εκεί ένα σπάγκο και βγάζαμαν το τόξο. Ύστερα βγάζαμαν πόσοι θολίτες χρειάζονταν. Μετρούσαμαν έναν-έναν θολίτη, πόσους θα βγάζαμαν. Τον κάθε θολίτη πελεκούσαμαν βέβαια πιο πλατύ επάνω, υποχρεωτικό αυτό, δεν γινότανε αλλιώς, δεν θα κλείδωνε διαφορετικά η καμάρα. Βγάζαμαν με ακρίβεια, στο χιλιοστό, τον κάθε θολίτη. Εγώ είχα, είχα φτιάξει, ένα συρματόσχοινο μαλακό για να βγάζω τους θολίτες. Ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί ο σπάγκος τον τραβάς, τεντώνει, μαζεύει, δεν ήταν σίγουρο. Είχα αυτό το συρματόσχοινο, το μαλακό, πάντα μέσα στα εργαλεία μου, τυλιγμένο σ’ ένα ξύλο. Με αυτό δεν έχανα ποτέ.
Πελεκούσαμαν, είπαμαν, τους θολίτες -από το πρωί ως το βράδυ αυτό! Μετά, όλους  τους χτίζαμαν πάνω στα καλούπια και βγάζαμαν σιγά-σιγά την καμάρα. Χτίζαμαν με ασβέστη. Ήταν ασβεστάδες που κάναν αυτή τη δουλειά, βγάζαν ασβέστη. Άνοιγαν γούρνα και την έφτιαχναν. Μετά έπρεπε να μείνει αρκετά, να σβήσει καλά και να κρυώσει. Αλλιώς δεν κάνει η ασβέστη, δεν πιάνει, σκορπάει.
Στην παρέα τη δικιά μας, στο συνεργείο μας, εμείς είχαμαν έναν πολύ καλό νταμαρτζή, πρώτο. Τον έλεγαν Μασιαλά. Βασίλειος Μασιαλάς. Ήταν αυτός, για τα νταμάρια, μάννα, δηλαδή τα έφτιαχνε έτοιμα για το καλέμι. Έβγαζε μαζί με άλλους την πέτρα, μεγάλη, κι ύστερα αυτός τη βόλευε, τη συμμόρφωνε δηλαδή, τη ξεχόντριζε που λέγαμαν εμείς. Έκανε το ξεχόντρισμα πολύ καλά, ήταν η πέτρα έτοιμη για το πελέκι, όχι να πάει χαμένη. Φόρτωναν την πέτρα οι άλλοι, οι τζερατζήδες, που κάναν το αγώγι, και τις κουβαλούσαν εκεί που δουλεύαμαν, που στήναμαν τη γέφυρα.
   
Αργότερα, το ΄52, ΄53, μαζί με τον πατέρα μου φτιάξαμαν εκεί, στο Ζαγόρι, το γεφύρι του Κόκκορη. Το καινούργιο το γεφύρι, με τα τρία τόξα, δίπλα από το παλιό γεφύρι, πιο κάτω όπως φεύγει το ποτάμι. Το χτίσαμαν με πέτρες το σώμα, αλλά τα τόξα τα κάναμαν  με τσιμέντο. Είχαμαν πια τσιμέντο. Συνεχίσαμαν και με άλλες γέφυρες, προς τα Πιστά, αλλιώς όμως τις φτιάχναμαν πια. Πλακογέφυρες δηλαδή που τις λέγαμαν. Δυο βάθρα από δω και απ’ εκεί, πέτρινα, και μια πλάκα απάνω, με τσιμέντο. Απλά πράγματα τώρα, είχε αλλάξει η δουλειά.
  
Το γεφύρι της Γκούρας
Καλό γεφύρι, πέτρινο, θολωτό, σαν τα παλιά, έφτιαξε ο πατέρας μου εκεί κοντά στου Κράψη, στη Γκούρα. Το ’φτιαξε στην κατοχή, μαζί με το θείο μου, τον Χρήστο τον Σιόντη.
  
Αυτά λοιπόν με τη δουλειά μας..! Ήταν πολύ δύσκολη. Έπρεπε να έχεις γερή κράση σαν άνθρωπος. Αλλιώς δεν γινόταν. Δεν μπορούσε ο οποιοσδήποτε να ασχοληθεί μ’ αυτή τη δουλειά. Και επιπλέον, για να φτιάξεις κάτι, ένα έργο της προκοπής, έπρεπε να το αγαπάς, να μην κοιτάς μόνο το πορτοφόλι. Εγώ δεν κοίταζα πορτοφόλια. Ίσως να ήταν λάθος μου, ίσως, αλλά εγώ δεν το θεωρώ λάθος. Γιατί την αγαπούσα αυτή τη δουλειά, κι ας ήταν τόσο σκληρή. Πότε βλέπαμαν εμείς το χωριό; Πότε τις οικογένειές μας, τις γυναίκες μας; Όλο φεύγαμαν…



B I N T E O



Οικογένεια Κωνσταντινίδη
Κουδαραίοι γεφυράδες από τα Χουλιαροχώρια Ιωαννίνων
Αφηγείται ο Αντώνης Κωνσταντινίδης (1915-2002)

καταγραφή: Σπ. Μαντάς,  κάμερα: Θοδ. Χαμάκος
Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων (2000)


Ψάχνοντας τον Φώτη ...Βράνιστα



ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΦΩΤΗ …ΒΡΑΝΙΣΤΑ!

φωτο: ΑΓΗ/1993


Τ
αξιδεύοντας κανείς από Κόνιτσα για τη Λάκκα του Αώου, το πρώτο χωριό που θα συναντήσει στη διαδρομή είναι η Πηγή, το παλιό Πεκλάρι. Αφήνεις τον κεντρικό δρόμο στρίβοντας αριστερά και, κατηφορίζοντας συνέχεια, μπαίνεις στο χωριό.

Το Πεκλάρι το 1950. (φωτο Λ. Τζίκας)


 
Μετά την εκκλησία -βρίσκεται στο κέντρο του-, αν θελήσεις να συνεχίσεις την κατηφόρα, μόλις διαβείς και τον τελευταίο μαχαλά με τα σιωπηλά σήμερα σπίτια, θα βγεις στο λάκκο της Σκάλας -τον λένε και ρέμα της Σουσνίτσας. Τότε, για την όχθη την απέναντι, πρέπει να χρησιμοποιήσεις οπωσδήποτε το παλιό πέτρινο γεφύρι. Γιατί τα νερά, ιδίως το χειμώνα, είναι πάρα πολλά και η ανάγκη για το γεφύρι τ’ Αϊ-Νικόλα κάτι παραπάνω από φανερή. Τον παλιό καιρό λοιπόν, εκεί πέρα είχαν οι Πεκλαριώτες τα περισσότερα χωράφια και τους κήπους τους.



Γιώργος Καραγιάννης (1846-1934)





Οι πιο ηλικιωμένοι θυμούνται ακόμα και χρησιμοποιούν μέχρι σήμερα το πρώτο-πρώτο όνομα του γεφυριού. Το λέγαν -λέει- γεφύρι του Καραγιάννη· και ήταν αυτό και σωστό και δίκαιο. Ο Πεκλαριώτης Γιώργος Καραγιάννης (1846-1934), καζαντισμένος στη Ρουμανία, επιστρέφοντας στο χωριό του, ζούσε συνειδητά απλά ξοδεύοντας μονάχα για αγαθοεργίες. Έτσι, μεταξύ των άλλων, θέλοντας να ανακουφίσει τους συγχωριανούς του στον καθημερινό τους μόχθο, δώρισε ένα σημαντικό για την εποχή χρηματικό ποσό και γεφύρωσε τη Σκάλα -βρισκόμαστε στα 1903.




Το γεφύρι του Καραγιάννη ή του Άι-Νικόλα (φωτο: ΑΓΗ/1993)

Τ
ο γεφύρι τ’ Αϊ-Νικόλα -καλύτερα, πιο δίκαια, του Καραγιάννη- είναι ένα όμορφο, καλοχτισμένο γεφύρι, ενσωματωμένο στο συγκεκριμένο χώρο πετυχημένα. Έχει μονάχα μια καμάρα, που με άνοιγμα 12.50 μέτρων καταφέρνει να ζεύξει στέρεα τις όχθες του ποταμιού. Η όλη κατασκευή βέβαια, υπηρετώντας, αν θέλεις υποβαστάζοντας το καλντερίμι που σου αλλάζει όχθη, αναγκάζεται να σηκωθεί πάνω απ’ το νερό κοντά 10.00 μέτρα. Αλλά τούτο το ανεβοκατέβασμα όχι μόνο δεν ενοχλεί, δεν κουράζει, απεναντίας λειτουργεί το ίδιο λειτουργικά μ’ ένα …βήμα χορού ψηλότερο από τ’ άλλα. Κι όλα εδώ, ιδίως την άνοιξη, τα βλέπεις να χορεύουνε· μαζί και το γεφύρι! Χαρά λοιπόν στου μάστορα τα χέρια που στέργιωσαν το τελευταίο, που κράτησαν αλάνθαστο έναν τέτοιο χορό. Αλήθεια, ποιος να δούλεψε εδώ ως γεφυράς;

Γνωστό πως, καμιά εντοιχισμένη πλάκα -ταυτότητα γεφυριού- δεν αναφέρεται στον κατασκευαστή τεχνίτη. Την όλη υστεροφημία απολάμβανε αποκλειστικά ο χρηματοδότης, καταδικάζοντας τον ταπεινό μάστορα στη λήθη. Όμως εδώ, στο γεφύρι του Καραγιάννη, τούτος ο άδικος κανόνας δεν τηρήθηκε· τόλμησε ο μάστορας, έστω δειλά όπως θα φανεί παρακάτω, να υπογράψει το έργο του. Εκεί, στη δεξιά όχθη, λίγο πριν τη διάβαση του γεφυριού, διαβάζεις σε μαρμάρινη πλάκα, εντοιχισμένη μάλιστα σε χτιστή -ιδιορρυθμία κι αυτό-  πέτρινη κολώνα: 
 
            




   



                 ΙΗ ΧΡ
         ΙΔΡΥΘΗ Δ΄ ΕΞΟΔ·
            Η ΓΕΦΥΡΑ
       ΓΕΩΓΙΟΥ Δ. ΚΑΡΓ
            1903 ΑΥΓΣ. 4
  ΤΕΚΤΟΝ ΦΟΤΗ ΒΡΑΝΗΣΤΑ





Στην πλάκα κυριαρχεί ένας καλοδουλεμένος σταυρός και το κείμενο απλώνεται, διαμοιράζεται, στις τέσσερες “γωνίες” του. Η αναφορά στον μάστορα γίνεται στο κάτω μέρος της όλης σύνθεσης, εκτός του πλαισίου που την καδράρει.[1]
Φώτης Βράνιστα λοιπόν ο πρωτομάστορας, ο γεφυράς! Όμως εκείνο το “Βράνιστα” υποψιάζει, δεν μοιάζει καθόλου με επώνυμο. Έτσι αποφάσισα να το ψάξω, αν και στο χωριό, λανθασμένα όπως αποδείχτηκε αργότερα, ήταν όλοι τους κατηγορηματικοί. «Φώτη Βράνιστα τον λέγανε. Το γράφει στον …σενέ[2]»… 


Ξ
αναγύρισα στην Κόνιτσα και πήρα τον δρόμο για την Τράπεζα, βόρεια τώρα. Ήξερα πως παλιά τούτο το χωριό το λέγανε ακριβώς έτσι, Βράνιστα. Κι ακόμη πως, εκείνα τα χρόνια, ο τόπος καταγωγής λειτουργούσε συχνά σαν επώνυμο. Άλλωστε η Τράπεζα, η παλιά Βράνιστα, κατά μήκος της κοιλάδας του Σαραντάπορου, συγκαταλεγόταν ανέκαθεν στα μαστοροχώρια της περιοχής.

Απευθύνθηκα στον πρόεδρο του χωριού Βασίλη Λωλίδη, 67 -το 1994- χρονών. Και τότε, έκπληκτος, τον άκουσα να μου εκμυστηρεύεται: «…είμαι απόγονος του Φώτη Λωλού. Ήταν πατέρας του πάππου μου. Ήταν ο καλύτερος πελεκάνος και τεχνίτης εδώ. Ανάμεσα στα άλλα, έκανε και πολλές θολογυριστές γέφυρες. Αυτός την έφτιαξε στο Πεκλάρι. Ο δικός μου ο πατέρας το …Λωλός το έκαμε Λωλίδης, το 1922»!
Να λοιπόν που είχε γίνει η αρχή, είχαν επαληθευτεί οι υποψίες μου. Το νήμα πια, σιγά-σιγά, πήρε να ξετυλίγεται· να διασταυρώνονται πληροφορίες, να προκύπτουν γεγονότα.

Ο Φώτης Λωλός γεννήθηκε στη Βράνιστα, σημερινή Τράπεζα -πρέπει στα μέσα του 19ου αιώνα. Υπερβολικά ανήσυχος χαρακτήρας -το παρανόμι που του έγινε επώνυμο λέει πολλά- διοχέτευσε όλη την ενεργητικότητά του στο επάγγελμα που εξάσκησε. Ξεχώρισε γρήγορα απ’ όλους τους συγχωριανούς του, καλοί κατά παράδοση πελεκητάδες.


Το γεφύρι στο Μπούσι (φωτο: ΑΓΗ/1986)



Δούλεψε στα πάντα και παντού, σ’ όλη την Ελλάδα, μα προπαντός στα Ζαγοροχώρια. Ιδιαίτερη κλίση -μιλήσαν για μανία- είχε να σηκώνει γέφυρες. Εκτός απ’ το γεφύρι στο Πεκλάρι, παλαιότερα είχε χτίσει το γεφύρι της Τοπόλιτσας στη θέση Μπούσι έξω από την Κόνιτσα -υπήρξε δημόσιο έργο, της τουρκικής διοίκησης.  Είναι αλήθεια πως εκεί, όλο το καλακαίρι του 1893, δούλεψε σκληρά. Σχεδίασε, πελέκησε, έχτισε, κατεύθυνε με μαεστρία τους τεχνίτες της παρέας του, κατορθώνοντας στο τέλος να στήσει ένα γεφύρι τόσο όμορφο που, ακόμα και σήμερα, σταματάς να το θαυμάσεις.
Το γεφύρι στου Κοτλή (φωτο: ΑΓΗ/1993)

Αλλά και το μικρότερο γεφύρι κάτω απ’ το χωριό Κορτίνιστα, σήμερα Νικάνωρας, δίπλα στο παλιό χάνι, είναι δικό του έργο -γεφ. στου Κοτλή. Πολλοί υποστηρίζουν πως, νεαρός, το 1871, είχε πάρει μέρος στην κατασκευή του γεφυριού του Σελού της Πουρνιάς, όπου πρωτοδιδάχτηκε τα μυστικά αυτών των τολμηρών κτισμάτων.
Παντρεύτηκε τη Γιαννούλα Παπακώστα απ’ την Κορτίνιστα, μάλλον συγγενή του ευεργέτη Καραγιάννη που αναφέρθηκε. Μαζί της απέκτησε τέσσερα παιδιά: τον Νικόλα,[3] τη Δημητρούλα, τον Χρήστο (Σκιπάρα) και τον Θανάση. Αργότερα έκανε και δεύτερο γάμο με τη Φροσύνη Καραλούλη απ’ τη Σταρίτσιανη (Πουρνιά), αποκτώντας τώρα τη Μάρθα και τη Θεοδώρα. Διαδοχικά μετακινήθηκε, κι έζησε, στην Κορτίνιστα και Σταρίτσιανη, χωριά των δύο γυναικών του.


Γ
ια τον Φώτη τον Λωλό, ενδιαφέροντα μου αποκάλυψε κι ο μόνος, τότε, εν ζωή εγγονός του Βασίλης Λώλος (γεν. 1911), παιδί του Θανάση. Τον αναζήτησα και τον συνάντησα στο Ζεμενό της Κορινθίας,[4] όπου κατέφυγε από την εποχή του εμφύλιου…





«Τι ξέρω για τον πάππο το Φώτη; Ότι ήταν ένας καλός καλλιτέχνης, ένας άριστος πελεκάνος! Το ξέρω αυτό κι απ’ το Νικόλα το Κατσίκη,[5] που εργάστηκα τρία χρόνια μαζί του. Μια χρονιά απ’ αυτές δουλέψαμε στα Γιάννενα, κι όταν περνάγαμε από τη πλατεία Μεραρχίας μου ’λεγε: Βάσιο,.. -έτσι μ’ έλεγε- το βλέπεις αυτό το ρολόι; Αυτό είναι του πάππου σου! Και στη Ζωσιμαία σχολή, τη παλιά, που βρίσκεται στο γυαλί καφενέ, και σ’ αυτή δούλεψε..! Πήγε ταξίδια παντού ο πάππος. Για τους συνεργάτες του, απ’ ό,τι ξέρω, ήταν ο Ζήσης ο Τσολίφης απ’ τη Κορτίνιστα, κι ο Γιάννης Γεωργιάδης απ’ τη Βράνιστα… Πότε έφυγε ο πάππος από Βράνιστα δε ξέρω ακριβώς· απ’ την Κορτίνιστα όμως για τη Σταρίτσιανη έφυγε το ΄13-΄14, όταν εγώ ήμουνα 3 χρονών. Τότε πούλησε και το σπίτι που είχαμε εκεί· 60 ναπολιόνια το ’δωσε»…





Κλείνοντας, θα αναφερθώ σε μια εμμονή του μαστορο-Φώτη κατά το χτίσιμο των γεφυριών, αλλά κι σε μια προκλητική για την εποχή πράξη του, που, τελικά, μαρτυρούν την ιδιορρυθμία τού ανήσυχου, ανυπότακτου χαρακτήρα του -οι άλλοι, είπαμε, τον έλεγαν Λωλό, που του έμεινε, ονοματίστηκε έτσι..!

Το τόξο κατά την τεχνική του Φ. Λωλού (ΑΓΗ)
Πίστευε πως τα τόξα των γεφυριών, αν χτίζονταν καλά, δεν είχαν ανάγκη δεύτερης σειράς θολιτών, επάλληλου ενισχυτικού στεφανιού. Πρέπει να είχε επηρεαστεί, πειστεί για μια τέτοια τολμηρή καινοτομία, παρατηρώντας τους σπουδασμένους μηχανικούς που ήδη δοκίμαζαν έτσι. Οι άλλοι μαστόροι, πιστοί στη λαϊκή γραμμή, ανησυχούσαν, ακούγοντάς τον κουνούσαν με ερωτηματικό το κεφάλι τους. Εκείνος όμως επέμενε πως, το πολύ-πολύ, μόνο στην κορύφωση του τόξου που η όλη κατασκευή λέπτυνε, αδυνατούσε επικίνδυνα, να έβαζαν επιπλέον καμαρολίθια. Τελικά αυτή του η τεχνική έμελλε να αποτελέσει το ιδιαίτερο, αναγνωριστικό χαρακτηριστικό της τέχνης του -ομολογουμένως υπήρξε πρωτοπόρα για τότε αφού οι μηχανικοί αργότερα θα καταργήσουν οριστικά το εξωτερικό ενισχυτικό τόξο.
Και το περιστατικό που αναστάτωσε τη μικρή κοινωνία στο Πεκλάρι όταν ο Λωλός  τελείωσε το γεφύρι του Άι-Νικόλα -κάποιοι βρήκαν την ευκαιρία να τον επικρίνουν έντονα γι’ αυτό: ο ευεργέτης, ο χρηματοδότης της κατασκευής, Γιώργος Καραγιάννης, χαρούμενος για το αποτέλεσμα και δικαιολογημένα καμαρώνοντας, παράγγειλε σε μαρμαρογλυφείο των Ιωαννίνων την πλάκα που θα διαιώνιζε την υστεροφημία του για πολλά χρόνια -κατά τα συνηθισμένα μετά τον σταυρό και πριν την ημερομηνία της ολοκλήρωσης του έργου χαράχτηκε το ονοματεπώνυμό του. Ο μαστορο-Φώτης χολώθηκε όταν την είδε -πουθενά το δικό του όνομα- αλλά δεν είπε τίποτα. Πήρε να χτίζει τη στήλη, στο έμπα του γεφυριού, όπου και θα την εντοίχιζαν. Όμως στο τέλος δεν άντεξε… Χαμηλά, στο κάτω μέρος της πλάκας, σχεδόν πάνω στο επιμελημένο κάδρο της, χάραξε -εντάξει λίγο ανορθόδοξα και κάπως άτσαλα- και το δικό του όνομα: ΤΕΚΤΟΝ ΦΟΤΗ ΒΡΑΝΗΣΤΑ. Πολλοί τότε στο χωριό, αλλά και παραέξω, μίλησαν για θράσος, επιτιμητικά για τον άξεστο Λωλό -όνομα και πράμα, σχολίασαν- μα οι μαστόροι, όλοι τους, ακόμη κι όσοι το άκουσαν στα υπόλοιπα μαστοροχώρια τις επόμενες μέρες, το καταχάρηκαν, γέλασαν κάτω απ’ τα μουστάκια τους -επιτέλους, σκέφτηκαν! Ήταν η πρώτη φορά πού έγινε κάτι τέτοιο· δίπλα στο όνομα του χορηγού να φιγουράρει και εκείνο του τεχνίτη -ήδη είχε ξεκινήσει ο 20ος αιώνας!

Ο Φώτης ο Λωλός, ο …Βράνιστα, πέθανε τον Οκτώβρη του 1917.



[1] Έχει ξεκινήσει ένας καινούριος αιώνας και φαίνεται πως οι συνθήκες ωριμάζουν. Οι ίδιοι οι μαστόροι, συνειδητοποιώντας την αξία πια της τέχνη τους, αρχίζουν να διεκδικούν. Θυμίζω την παρόμοια περίπτωση των αδερφών Τσίπα απ’ την Πυρσόγιαννη. Έβαλαν κι αυτοί το όνομά τους στο γεφύρι που έχτισαν την επόμενη χρονιά στο Δίκορφο, στο Ζαγόρι.
[2] Πλάκα με  χ ρ ο ν  ο λ ο γ ί α  κατασκευής.
[3] Μάστορας κι αυτός καλός, στα αχνάρια του πατέρα του, δούλεψε σε διάφορα μέρη -και στο Πεκλάρι, όπου «…στις αρχές του αιώνα μας, έστρωσε με πλάκες τετράγωνες πελεκητές το δάπεδο και των δύο εκκλησιών μας, του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Παντελεήμονα» (Ηλία Δήμου, Ευεργέτες του χωριού μας, στο περ. «Κόνιτσα», τχ. 18-19/1981, 254).
[4] Στα τέλη Αυγούστου του 1995.
[5] Σπουδαίος μάστορας από το Μποτσιφάρι, σήμερα Μοναστήρι, της Κόνιτσας. Δούλεψε πολύ στο Ζαγόρι. Τον θυμούνται ακόμη για την τέχνη του, μα και την τιμιότητά του. Όταν κάποτε λάθεψε στους υπολογισμούς του κι έπεσε έξω οικονομικά, πούλησε κι αυτά τα μουλάρια του για να ξεπληρώσει μέχρι δεκάρας τους μαστόρους της παρέας του.