Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015

Το γεφύρι της Κυράς / Μπαλντούμα



Το γεφύρι της Κυράς

η ιστορία ενός άγνωστου, χαμένου σήμερα, πετρογέφυρου
ανάμεσα στα Γιάννινα και το Μέτσοβο

Louis Dupré



Τ
ο γεφύρι της Κυράς βρισκόταν -και εξακολουθεί και σήμερα μεγάλο τμήμα του να βρίσκεται- ανατολικά των Ιωαννίνων, πίσω απ’ το Ζυγό του Δρίσκου, στη θέση Διπόταμο -εδώ ξεκινάει ο Άραχθος με την ένωση του ποταμιού του Ζαγοριού και του Μετσοβίτικου. Πάνω στον πολυσύχναστο δρόμο που επικοινωνούσε την Ήπειρο με τη Μακεδονία και Θεσσαλία, αποτέλεσε για χρόνια σημαντικό πέρασμα, αναφερόμενο σε παλαιά κείμενα και σαν γεφύρι της Μπαλντούμας ή του Διπόταμου. Κοντά του λειτουργούσαν δύο χάνια, της Κυράς και της Μπαλντούμας. Σήμερα, όπως είπαμε, απ’ το γεφύρι διατηρούνται αρκετά τμήματά του, όλα τους όμως επιχωματωμένα καθώς η ροή του ποταμού έχει αλλάξει -έχει μετατοπιστεί η κοίτη προς τα αριστερά. 
Λαμβάνοντας υπόψη τα σημαντικά υπολείμματα, αλλά και δύο πίνακες φιλοτεχνημένους, αντίστοιχα, απ’ το γνωστό Γάλλο ζωγράφο Louis Dupré[1] και τον Άγγλο τοπιογράφο Eduard Lear,[2] συμπεραίνεται πως επρόκειτο για μεγάλο και εντυπωσιακό γεφύρι. Είχε τρία ημικυκλικά ισομεγέθη τόξα στη βαθειά κοίτη του ποταμού, ένα ελάχιστα μικρότερο, βοηθητικό, προς τη δεξιά όχθη, κι ένα ακόμη τέτοιο στην αριστερή -ορθογώνιο με ημικυκλική επίστεψη. Στα μεταξύ τους δε μεσόβαθρα ανακούφιζαν οξυκόρυφα παράθυρα, πλαισιωμένα μάλιστα από μικρότερα τεταρτοκυκλικά(!). Όλα ήταν κατασκευασμένα με διπλή σειρά θολιτών που, τοποθετημένοι εναλλάξ άσπροι και σκούροι, παρείχαν καλό αισθητικό αποτέλεσμα -διατηρείται ακόμη σε όσα τόξα σώζονται. Την όλη, εντυπωσιακή ομολογουμένως εικόνα, συμπλήρωνε ο διάδρομος διάβασης που, πλατύς 3.50 μ., ανεβοκατέβαινε τουλάχιστον τρεις φορές αφού ακολουθούσε σε κίνηση τα εξωράχια των μεγάλων τόξων -σήμερα παρουσιάζεται οριζόντιος με φανερή τη μεταγενέστερη επέμβαση. 

Το χάνι της Κυράς και στο βάθος το γεφύρι (Eduard Lear)


Η ονομασία του γεφυριού, “της Κυράς”, παραπέμπει βέβαια, κατά τα συνηθισμένα,  στη χορηγό και ποια ακριβώς είναι αυτή, θα μας πληροφορήσουν οι Pouqueville και Αραβαντινός, που έγραψαν, αντίστοιχα, στις αρχές και τα μέσα του 19ου  αιώνα.
Από τον πρώτο, τον Francois Pouqueville, έχουμε αρχικά μια παραστατική εικόνα της μορφής, της σημασίας, αλλά και της θέσης του γεφυριού: «…φτάνουμε σε μια πέτρινη γέφυρα με τέσσερις
Το γεφύρι της Κυράς ως λεπτομέρεια του παραπάνω πίνακα του Lear.
καμάρες, που ονομάζεται Διπόταμος, από το ότι εδώ ενώνονται δυο μικρά ποτάμια, που έρχονται από την Περραιβία. […] αποτελεί το πιο πολυσύχναστο πέρασμα-σταθμό της Ηπείρου, ακριβώς λόγω της γειτνίασής του με τη Μακεδονία και Θεσσαλία […] Η γέφυρα βρίσκεται ακριβώς στο άνοιγμα, που σχηματίζεται ανάμεσα στα βουνά Μιτσικέλι και Τσούκα Ρόσα (Κόκκινο βουνό) και που αποτελεί τη δυτική πλευρά της Πίνδου…
».[3] Στη συνέχεια, έμμεσα, από την περιγραφή του διπλανού χανιού, κτίσμα κι αυτό της Κυράς, προκύπτει η πολύτιμη μαρτυρία για τη χορηγό -πρόσθετα μαθαίνουμε πως για την κατασκευή του γεφυριού είχαν επιβληθεί φόροι: «Αυτό το χάνι χτίστηκε από τη σύζυγο του Σολιμάν πασά, προκάτοχου του Αλή πασά. Τα χρήματα για την κατασκευή του αποσπάστηκαν από τους φόρους που είχαν επιβληθεί για την κάλυψη της δαπάνης για την κατασκευή της γέφυρας που ονομάζεται Διπόταμος».   
Για την Κυρά -όχι και τόσο ανιδιοτελή χορηγό αν αληθεύουν όσα έγραψε ο Pouqueville- ο Παναγιώτης Αραβαντινός θα γίνει πιο σαφής. Γιατί αυτός, πέρα της ιδιότητας, θα δώσει και το όνομά της, σημειώνοντας: «Του Σουλεϊμάν Πασσά η σύζυγος, Αησέ καλουμένη, λέγεται ότι δι’ ιδίων της εξόδων έκτισε την αξιολογωτάτην γέφυραν της Πάσσαινας καλουμένην εν τη χώρα των Γρεββενών»[4] -ο τελευταίος τοπογραφικός προσδιορισμός ξενίζει σήμερα αλλά όχι τότε. 

Το γεφύρι σήμερα -απομεινάρι μια καμάρα του κι αυτή παραχωμένη

Από εδώ και πέρα, μέσα από τα αρκετά γραπτά που διαθέτουμε για την εποχή αντλούνται όλα όσα χρειάζονται για τη σύνθεση, διευκρίνιση, της ιστορίας μας -στοιχειοθετείται το πλήρες πορτρέτο της περιβόητης αυτής “Κυράς”, που κάθε άλλο, παρά τέτοια ήταν όπως θα δούμε. Θα παραθέσουμε συνοπτικά τον βίο και την πολιτεία της, γιατί αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πώς ο πλούτος και η δύναμη μπορούν να εξωραΐζουν -διαχρονικό το φαινόμενο!
Η Αϊσέ λοιπόν, Κυρά και Πάσσαινα, η χορηγός του γεφυριού μας και του χανιού, υπήρξε γόνος της ιστορικής οικογένειας Ασλάν, που τόσους και τόσους διοικητές, βαλήδες των Ιωαννίνων, έδωσε. Τέτοιος διετέλεσε και ο πατέρας της, ο Χατζή Αχμέτ ή Μεχμέτ Πασάς (1720-1736), ο οποίος, εκτός από την Αϊσέ, είχε ακόμη δύο γιους. Ο πρώτος, ο Μεχμέτ Πασάς ο Β΄, ο αποκληθείς και Καλό Πασιάς, ακολουθώντας τα χνάρια του πατέρα του, θα κυβερνήσει τα χρόνια 1762-1775, αλλά αμέσως μετά το θάνατό του θα βγει στο προσκήνιο η Αϊσέ, βρίσκοντας την ευκαιρία να εκδηλώσει όλες τις άσχημες πτυχές του χαρακτήρα της…
Βάζει τότε και δολοφονούν τον ανηψιό της -γιο του Πασιά Καλό και μελλοντικό βαλή- Μεχμέτ Μπέη και παντρεύεται τον άλλο ανηψιό της -γιο του δεύτερου αδερφού της-, τον Σουλεϊμάν Πασά, που τελικά θα ανακηρυχτεί αυτός διοικητής (1780-1786). Κατορθώνει έτσι να αποκτήσει τον πολυπόθητο τίτλο της Πάσσαινας, της …Πασίνας, που τόσο λαχταρούσε και βέβαια τεράστια πλούτη και αμέτρητη επιρροή στη διοίκηση. Είναι τόσο αδίστακτη, που, ακόμη κι όταν ο άντρας της Σουλεϊμάν καρατομείται από τον Σουλτάνο το 1786, αυτή όχι μόνο επιβιώνει, αλλά παραμένει Πάσσαινα. Πώς; Αφού δηλητηριάσει τον δεκαπενταετή γιο της (από άλλη γυναίκα του άντρα της), παντρεύεται τον φίλο της Αληζότ Πασά από το Αργυρόκαστρο και με τις γνωριμίες που διαθέτει τον ανακηρύσσει νέο βαλή των Ιωαννίνων (1786-1788).[5] Ο Αλή βέβαια ο Τεπελενλής καραδοκούσε και δεν θα χάσει σε λίγο την ευκαιρία, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία…
Και μετά τούτη την αιματηρή παρένθεση, ξαναγυρίζοντας στην Μπαλντούμα, μπορούμε να πούμε πια τα πράγματα με το όνομά τους. Η Αϊσέ έχτισε το γεφύρι μας και το διπλανό χάνι με βαρείς φόρους -σωστά το επεσήμανε ο Pouqueville-, με αυστηρές διαταγές και, όπως συνηθιζόταν στην περίπτωση των αξιωματούχων “χορηγών”, με σκληρές αγγαρείες. Και επιπλέον, στο τέλος, προς υστεροφημία της, βάφτισε με τ’ όνομά της τα δύο κτίσματα -ας έκαναν και διαφορετικά οι …υπήκοοί της.

Είδη ανακουφιστικών τόξων


Αλλά, με την ευκαιρία, να επισημάνουμε και να διορθώσουμε δύο λάθη στα οποία υπέπεσε ο Λαμπρίδης, όταν έγραφε κι αυτός για το γεφύρι. Σημείωσε: «Η μεταξύ του τμήματος τούτου [Μαλακασίου] και του Ζαγορίου [γέφυρα] επωνυμουμένη της Βαλδούμης ή της Κυράς η μήτηρ του Καλιό-πασά (1762) έκτισεν».[6] Δεν ήταν όμως, όπως μάθαμε, η Κυρά μητέρα του Καλιό Πασά, αλλά αδερφή του.[7] Και ακόμη, αποκλείεται να χτίστηκε το γεφύρι το 1762, γιατί τότε κυβερνούσε άλλος Σουλεϊμάν -προφανές πως η συνωνυμία παρέσυρε τον Λαμπρίδη. Το γεφύρι σίγουρα κατασκευάστηκε τουλάχιστον 18 χρόνια αργότερα και εν πάσει περιπτώσει στο διάστημα 1780-1786, πρώτη θητεία της Αϊσέ ως Πάσσαινας.
Θα συνεχίσουμε, ακούγοντας περιγραφές και εντυπώσεις περιηγητών, που διάβηκαν το περίφημο κατά τα άλλα γεφύρι, οδοιπορώντας για το Μέτσοβο και από εκεί για τη Θεσσαλία ή τη Μακεδονία.  
Ο William Leake πέρασε από εδώ τον Αύγουστο του 1805. Εχοντας πιο πριν σταματήσει στο χάνι της Κυράς, συνεχίζει την πορεία του προς το Μέτσοβο γράφοντας: «Μετά από είκοσι λεπτά στάση, συνεχίζουμε τον κατήφορο και σε άλλα είκοσι φτάνουμε στη σμίξη των δύο μεγάλων κλάδων [του ποταμού] της Άρτας, αυτού που κυλάει από το Ζαγόρι και του άλλου από το Μέτσοβο. Η τοποθεσία και η γύρω κοιλάδα, έτσι, ονομάζονται Διπόταμο. Μια γέφυρα τριών αψίδων, ονομαζόμενη γέφυρα της Κυράς, περνάει τον κλάδο του Ζαγοριού, ο οποίος είναι ο μεγαλύτερος από τους δύο και σχηματίζεται από πλήθος ρεμάτων που συλλέγονται στη λεκάνη μεταξύ του βουνού Μιτσικέλι και μιας παράλληλης, υψηλότερης σειράς, της κεντρικής οροσειράς της Πίνδου». Προφανώς ο πάντα ακριβής στις περιγραφές του Leake εδώ μιλάει -και εκπλήσσει- για τρία τόξα, επειδή δεν έλαβε υπόψη του τα δύο βοηθητικά.[8]
Εφτά χρόνια αργότερα, Νοέμβρη του 1812, ο Henry Holland απλά γράφει πως «περνούμε από μια καλοχτισμένη γέφυρα τον ποταμό του Ζαγοριού»,[9] ενώ, στις 12 Σεπτεμβρίου του 1820, ο William Turner, μετά τη συνηθισμένη στάση στο χάνι της Κυράς, κατηφορίζοντας στην ποταμιά, στο Διπόταμο, σημειώνει κι αυτός: «Χαμηλά βρήκαμε το χωριό Μπαλντούμι όπου υπήρχε άλλο ένα χάνι, στο οποίο σταματήσαμε για λίγα λεπτά. Εδώ υπήρχε μια πολύ όμορφη γέφυρα πάνω στον ποταμό…».[10]

Τεταρτοκυκλικό ανακουφιστικό άνοιγμα

Όμως, μερικά χρόνια αργότερα, το 1833 συγκεκριμένα που διέρχεται από εδώ ο ιερωμένος και αρχαιολόγος Chr. Wordsworth, η φθορά του γεφυριού έχει αρχίσει να γίνεται αισθητή. Δίκαια ο Άγγλος περιηγητής αποδίδει την κατάστασή του στην εγκατάλειψη που επακολούθησε μετά το θάνατο του Αλή πασά, στον οποίον κατά τα άλλα λανθασμένα αποδίδει την κατασκευή -ίσως το είχε επισκευάσει. Παρατηρεί και σχολιάζει: «Στους ανατολικούς πρόποδες του Δρίσκου βρίσκεται η κοιλάδα της Μπαλντούμας όπου υπάρχει μία γέφυρα πάνω από το ποτάμι που ελίσσεται κατά μήκος της. Είναι έργο του περίφημου Αλή πασά, όπως άλλωστε οι περισσότερες από τις γέφυρες και τα χάνια καθ’ οδόν προς την Θεσσαλία. Σήμερα, όμως, το χορτάρι φυτρώνει πάνω στον πλακοστρωμένο δρόμο, οι γέφυρες έχουν καταρρεύσει, οι περισσότερες, και τα χάνια έχουν εγκαταλειφθεί».[11]
Ο τελευταίος που ακούμε να κάνει λόγο για το γεφύρι της Κυράς, να το διαβαίνει ενώ εξακολουθεί τούτο να στέκει όρθιο, είναι ο λοχαγός Β. Νικολαΐδης. Σημειώνει το 1850: «Η οδός από τριών χανίων παρακολουθούσα πάντοτε την παραποταμίαν εντός ομαλής κοιλάδος, κειμένης περί τας Δυτ. υπωρείας του όρους Μιτσικέλι, φθάνει εις 3 ώρ. από 3 χάνια και 5 ώρ. από Μέτσοβον εις την γέφυραν της Κυράς, ζευγνύουσαν τον Αώον,[12] παρά τη οποία κείται το χάνι Μπαλδούμα».[13]
Στο τέλος του αιώνα, όταν περιοδεύει στην περιοχή ο Νικόλαος Σχινάς, το γεφύρι έχει πια καταστραφεί. Απλά τούτος σημειώνει θέση «καλουμένη Γεφύρι Κυράς καθόσον άλλοτε ήτο γέφυρα παρασυρθείσα και μη ανακτισθείσα» και παρατηρεί πως τώρα «συναντάται περαταριά, δι΄ ης οι οδοιπόροι διαβαίνουσι τον από των χωρίων του Ζαγορίου ποταμόν».[14] Τελικά για το πότε ακριβώς έπεσε το γεφύρι, μπορούμε να το πληροφορηθούμε, έστω έμμεσα, από δημοσίευμα της ελληνοτουρκικής εφημερίδας «Γιάνγια - Ιωάννινα» που στα 1873 κάνει έκκληση να αποκατασταθεί το πέρασμα, επειδή «…η επί του ποταμού Βαλδούμας, ρέοντος επί της οδού του Μετσόβου και πέντε ώρας απέχοντος των Ιωαννίνων, γέφυρα προ  δ ε κ α π έ ν τ ε  ήδη ετών παρασυρθείσα υπό του ρεύματος του ποταμού κατεστράφη, χωρίς να κατορθωθή η ανοικοδομή αυτής μέχρι σήμερον…».[15] Ήταν το 1858 λοιπόν που έπεσε, καταστράφηκε ολοσχερώς το περίφημο γεφύρι της Κυράς.

Ισλαμίζουσα επίστεψη ανακουφιστικού τόξου
Όμως, επειδή το πέρασμα ήταν πάντα πολυσύχναστο -μην ξεχνάμε τη σπουδαιότητα του δρόμου Ιωαννίνων - Μετσόβου- η ανάγκη νέας εδώ γεφύρωσης υπήρξε αμέσως επιτακτική. Υπόλειμμα μιας τέτοιας προσπάθειας, τμήμα ακρόβαθρου με αρχή τόξου, εντοπίζεται σήμερα στην αριστερή όχθη του ποταμού. Φανερό πως πρόκειται για νεότερη κατασκευή, που ακριβώς φιλοδόξησε να αποκαταστήσει τη διακοπείσα επικοινωνία.
Πρώτη μνεία προσπάθειας -ή προσπαθειών;- να χτιστεί εδώ γεφύρι, κάνει ο Άγγλος πρόξενος στα Γιάννινα, Stuart, σχολιάζοντας τα δημόσια έργα της περιοχής -υπογράφει αναφορά του τον Νοέμβρη του 1864: «Μια γέφυρα άρχισε να κατασκευάζεται την άνοιξη πάνω στο ποτάμι της Άρτας, για να συνδέσει τον δρόμο Iωαννίνων - Θεσσαλίας μέσω Μετσόβου. Βρίσκεται σχεδόν δίπλα από τρεις παλαιές γέφυρες που παρασύρθηκαν από τα νερά. Αλλά τούτη φαίνεται να είναι μια στέρεη δουλειά».[16]
Από αρκετά δημοσιεύματα της εφημερίδας «Γιάνγια - Ιωάννινα», μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις συνεχιζόμενες προσπάθειες γεφύρωσης του ποταμού, αλλά και τις δυσκολίες, τα προβλήματα, τελικά την ατυχία, που δεν το επέτρεψαν -τουλάχιστον με τις μέχρι τότε παραδοσιακές μεθόδους, με πέτρινο  γεφύρι. Καταλαβαίνουμε βέβαια και για το πώς προέκυψε το αριστερό ακρόβαθρο με το ημιτελές τόξο.
Νοέμβριο του 1870, διαβάζουμε ότι δόθηκε κυβερνητική πίστωση προκειμένου «…η γέφυρα της Παλδούμας, ήτις απέχει 4 ώρας από τα Ιωάννινα, ανεγερθή εκ βάθρων στερεά και διαρκής, και ότι οι εργασίαι αυτής άρχονται την προσεχή άνοιξιν».[17]

Η άντυγα (εσωράχιο) της σωζώμενης καμάρας


Πραγματικά την άνοιξη γίνεται ο μειοδοτικός διαγωνισμός και αναλαμβάνουν την εκτέλεση ο γνωστός Πυρσογιαννίτης πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και κάποιος ονόματι Ευάγγελος από τη Μόλιστα. Θα παραθέσουμε ολόκληρη την “Επίσημη δηλοποίηση” όπως δημοσιεύτηκε Απρίλιο του 1871, γιατί παρουσιάζουν εξαιρετικό  ενδιαφέρον τα τεχνικά χαρακτηριστικά του έργου αλλά και οι συμφωνίες -κόστος, εγγύηση, όροι πληρωμής κ.λπ.-  που εκφράζουν, γενικότερα, τις συνήθειες της εποχής για τέτοιου είδους κατασκευές.
«Εκτίθεται εις μειοδοσίαν η κατασκευή της γεφύρας Παλδούμας, κειμένης εις απόστασιν εξ ωρών από την πόλιν μας επί της οδού Τρικάλων, και περί ης αφίκετο υψηλός ιραδές, υπό τους ακολούθους όρους: η μεν ξυλική, ήτις θέλει χρησιμεύσει δια την κατασκευήν των αψίδων, θέλει δοθή παρά της Κυβερνήσεως, η πέτρα, ο σίδηρος και άπασα η εργασία θέλει τεθή παρά του εργολάβου, το μήκος αυτής θέλει είσθαι 53, το ύψος 29 και το πλάτος 41/2 μέτρων∙ εφέτος, θέλουσι κτισθή μόνον τα ποδαρικά και το ερχόμενον έτος αι αψίδες∙ εάν, είτε εν καιρώ της κατασκευής είτε μετά την διεκπεραίωσιν μετά εν έτος ήθελε πέσει και χαλάσει, ο εργολάβος θέλει είσθαι υπεύθυνος να την κατασκευάσει εκ νέου∙ θέλει λάβει προπληρωτέα 100,000 γρόσια, και 100,000 αφού τελειώσουν τα ποδαρικά και αρχίση η κατασκευή των αψίδων, και 50,000 γρόσια όταν τελειώση η γέφυρα. Υπό τους όρους τούτους τουτέστι ν’ αναλάβωσι την κατασκευήν της εν λόγω γεφύρας δια 250,000 γρ. παρουσιάσθησαν με την εγγύησιν του τραπεζίτου Κ. Ι. Λούλη ο κάλφας Γεώργιος Φουρούντζης εκ Προσόγιανης και ο Ευάγγελος εκ Μολίστης, εις τους οποίους θέλει γενή και η παραχώρησις. Εάν δε υπάρχει τις δυνάμενος ν’ αναλάβη την εργολαβίαν υπό τους ανωτέρω όρους και να εκπέση τι πρέπει από τούδε να εμφανισθή ενώπιον του διοικητικού Συμβουλίου του Βιλαετίου Ιωαννίνων μέχρι της 10ης Μαΐου 1871».[18]

Το αριστερό ακρόβαθρο με το βοηθητικο τόξο. Δίπλα υπόλειμμα νεότερου


Μέσα στο καλοκαίρι τα έργα ξεκινούν -αρχίζει η εκσκαφή των θεμελίων, ίσως και η κατασκευή των βάθρων. Σίγουρα ανάδοχοι παραμένουν οι ίδιοι τεχνίτες, αφού ο πολύς Λούλης εγγυάται το αποτέλεσμα και ο Φρόντζος, έχοντας μόλις ολοκληρώσει την κατασκευή του γεφυριού της Κόνιτσας, έχει φήμη πετυχημένου γεφυροποιού. Όμως φαίνεται πως δημιουργείται σοβαρό πρόβλημα, αφού «…γενομένης ενάρξεως των εργασιών προς κατασκευήν των εν τω ποταμώ θεμελίων αυτής, καίτοι η σκαπτική εργασία είχεν αρκούντως προχωρήσει, δυστυχώς τα ορμητικά ρεύματα των τελευταίων βροχών εματαίωσαν πάσαν εργασίαν. Επειδή δε δεν μένει πλέον καιρός προς επανάληψιν των εργασιών εξ ανάγκης ανεβλήθησαν αύται δια το προσεχές έαρ, εδόθησαν δε διαταγαί εις ους έδει όπως φροντίσωσιν από τούδε περί της προετοιμασίας του απαιτουμένου υλικού».[19]
Το τι πια από εδώ και πέρα ακολούθησε, δεν γνωρίζουμε με λεπτομέρειες. Το σίγουρο είναι πως το έργο ουδέποτε λειτούργησε, αφού οι εκκλήσεις για γεφύρωση μέσω των εφημερίδων συνεχίστηκαν και τα επόμενα χρόνια. Αγνοούμε αν η προσπάθεια κατασκευής του πέτρινου γεφυριού συνεχίστηκε, αν οι τεχνίτες απογοητευμένοι αποσύρθηκαν ή παύτηκαν, αν η κατασκευή ολοκληρώθηκε και σχεδόν αμέσως κατέρρευσε. Πάντως το μέχρι σήμερα διατηρούμενο στην αριστερή όχθη ακρόβαθρο με μέρος του τόξου, μπορεί να εκληφθεί και σαν μαρτυρία συνέχισης της προσπάθειας  και μετά την καταστροφική πλημμύρα.
Το 1893 ξέρουμε πως το ποτάμι εξακολουθεί να περνιέται από μέσα. Μας το δηλώνει ο Alfred Philippson, ο οποίος βρίσκει την ευκαιρία να τονίσει την επιτακτική στο σημείο ανάγκη γεφύρωσης. Γράφει: «Διασχίζουμε το ποτάμι με τη βοήθεια ενός αγρότη που δούλευε στα καλαμπόκια του και μας υπέδειξε το πέρασμα και δάνεισε το άλογό του στους στρατιώτες για να περάσουν απέναντι. Η απουσία γέφυρας στο σημείο αυτό ιδιαίτερα τον χειμώνα είναι έντονα επιβαρυντική. Σε λίγο πλησιάζουμε το χάνι Μπαλντούμα…».[20]
Τελικά, το πρόβλημα λύθηκε με κατασκευή και εγκατάσταση γέφυρας σιδερένιας. Η παραγγελία της στο Παρίσι έγινε ακριβώς εκείνη τη χρονιά, το 1893.[21]


Χάρτης του 1910 με τη θέση της γεφύρωσης. Το παλιό γεφύρι δεν υπάρχει πια.


[1] Για την ακρίβεια o Louis Duprè σκιτσάρισε το γεφύρι στις 28 Μαρτίου του 1819 και, αργότερα, το χρησιμοποίησε σαν στοιχείο βάθους στο πίνακά του “Un Grec de Janina”. Τον παράθεσε στο βιβλίο του Voyage á Athènes et á Constantinople, ou Collection de Portraits, de Vues et de Costumes grecs et ottomans, peints sur les lieux, d’ après nature lithographiés et colories… accompagné d’ un texte”, Paris 1825.
[2] Ο Edward Lear πέρασε από την περιοχή στις 14 Μαΐου του 1849 και σκιτσάρισε το χάνι της Μπαλντούμας κατά τη διάρκεια της εκεί μεσημεριάτικης ανάπαυσής του -το γεφύρι απεικονίζεται με αρκετές λεπτομέρειες στο βάθος, αριστερά του χανιού. Σύντομη περιγραφή του τοπίου, όπου αναφέρει και το γεφύρι, κάνει και στο βιβλίο του (Journals of a landscape painter in Albania &c, London, 387).
[3] Fr. Pouqueville, Voyage de la Grèce, Paris 1826. Μτφ. Παναγιώτα Κώτσου, Ταξίδι στην Ελλάδα, Ήπειρος, Αθήνα 1994, 354.
[4] Π.Α.Π., Χρονογραφία της Ηπείρου…, Τόμος Πρώτος, Εν Αθήναις 1856, 254.
[5] Για το γεγονός, το κατόρθωμα αυτό της Αϊσέ, έχει γράψει ο Παναγιώτης Αραβαντινός: «Αποθανόντος ή θανατωθέντος κατ’ άλλους εκ Σουλτανικής διαταγής του ρηθέντος Σουλεϊμάν Πασσά διοικητού των Ιωαννίνων κατά το έτος 1786, η χήρα του βαθυκτήμονος αυτού Πασσά ευνοϊκώς διακειμένη προς τον τότε αστυνόμον της πόλεως των Ιωαννίνων, τον εξ Αργυροκάστρου Αλιζότ Αγάν, κατέβαλε πάσαν προσπάθειαν και θυσίαν, ίνα τον αναδείξει διάδοχον του συζύγου της. Αφ’ ου λοιπόν διέθεσεν υπέρ εκείνου ικανούς των εν Ιωαννίνοις προυχόντων Οθωμανών και χριστιανών, διωργάνισε και επέτυχεν ίνα έλθη και η επικύρωσις του Διβανίου προς τον διορισμόν του Αλιζότ Αγά εν τη τοπαρχία εκείνη, εφ’ ης εν τίτλω Πασσά ήρξατο διοικείν ο ρηθείς Αλιζότ Πασσάς, συζευχθείς και την ρηθείσαν προαγωγόν του» (Χρονογραφία της Ηπείρου…, τόμ. Πρώτος, Εν Αθήναις 1856, 273-274).
[6] Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω αγαθοεργημάτων, Μέρος Δεύτερον, Εν Αθήναις 1880, 72. 
[7] Το λάθος του ο Λαμπρίδης θα το διορθώσει αργότερα, το 1887, όταν θα γράψει την «Περιγραφή της πόλεως Ιωαννίνων». (βλέπε σ. 53).
[8] William M. Leake, Travels in Northern Greece, J. Rodwell, London 1835, Vol. I, 292.
[9] Henry Holland, Travels in the Ionian isles, Albania, Thessaly, Macedonia &c during the years 1812 and 1813, London 1815, v. 1, 209.
[10] William Turner, Journal of a tour in the Levant, London 1820, v. 1, 146.
[11] Chr. Wordsworth, Greece, pictorial, descriptive and historical, London 1839. Μετάφρ. Σωτ. Κύρκος, Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833, «Θεσσαλικό Ημερολόγιο», τ. 30, Λάρισα 1996, 26.
[11]Οδοιπορικά Ηπείρου και Θεσσαλίας υπό του παρά τω Υπουργείω των Στρατιωτικών Επιτελικού Γραφείου, Εν Αθήναις 1880, 151.
[12] Λαθεύει -αφηρημένα- στο όνομα του ποταμού. Είναι το λεγόμενο Διπόταμο, αρχή του Αράχθου. Και φυσικά η κοιλάδα κείται στις Ανατ. υπώρειες του Μιτσικέλι.
[13] Β. Νικολαΐδης, Στρατιωτική Γεωγραφία..., Εν Αθήναις 1851, 1109.
[14] Σχινάς Θ. Νικόλαος, Οδοιπορικόν Ηπείρου. Τεύχος Πρώτον: Οδοιπορικόν Μεσημβρινής Ηπείρου, Εν Αθήναις 1897, σελ. 30-31.
[15] Εφημ. «Γιάνγια - Ιωάννινα», φ. 202 / 11 Ιουνίου 1873.
[16] Commercial Reports received at the foreign office from Her Majesty’ s Consuls between July 1st, 1863, and June 30th, 1864, London 1864, 115. [Ευχαριστώ τα “Αρχεία N. Πρέβεζας” για την επισήμανση].
[17] Εφημ. «Γιάνγια - Ιωάννινα», φ. 78 / 30 Νοεμβρίου 1870.
[18] Εφημ. «Γιάνγια - Ιωάννινα», φ. 96 / 19 Απριλίου 1871.
[19] Εφημ. «Γιάνγια - Ιωάννινα», φ. 117 / 13 Σεπτεμβρίου 1871.
[20] Philippson Alfred, Thessalien und Epirus, Reisen und forschungen im Nőrdlichen Griechenland, Berlin 1897, 286. [Μετάφραση Αριστείδης Ν. Σφέικος: Θεσσαλία και Ήπειρος. Ταξίδια και εξερευνήσεις στην Βόρεια Ελλάδα, εκ. Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων, 2014, 233].
[21] Βλέπε σχετικά στη «Φωνή της Ηπείρου», φ. 68 / 31 Δεκεμβρίου 1893.

Όταν το πέρασμα γινόταν με βάρκα (λούντρα)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου