Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

► Το γεφύρι ως στοιχείο την Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς













Εκφωνήθηκε ως εισηγητική παρέμβαση στη συζήτηση
«Για την προστασία της Πολιτιστικής Κληρονομιάς»
στα πλαίσια του “Πανηπειρωτικού Πανοράματος”
το Σάββατο 5 Μαρτίου 2016


Καλησπέρα σε Όλους…

Και βέβαια συγχαρητήρια στην Πανηπειρωτική, που με τέτοιες πρωτοβουλίες συμβάλει -πρέπει να συμβάλει- στον προβληματισμό για την πολιτιστική μας κληρονομιά -διάσωσή της, μεταχείριση κλπ. Γιατί χωρίς προβληματισμό και ευαισθητοποίηση οποιαδήποτε στόχευση παραμένει τυπική, δεν αποφέρει αποτελέσματα. Πολύ σοφά στη γλώσσα μας διαφοροποιείται η έννοια της ¨Παράδοσης¨ από εκείνη του ¨Φολκλορισμού¨´.
Προσωπικά, για να διατυπώσω οποιαδήποτε σκέψη πάνω στο αντικείμενό μας, στην Πολιτιστική Κληρονομιά, θα πρέπει να τη δω όχι συνολικά και αφηρημένα -αλλού οδηγούμαι, σε σκέψεις και προτάσεις, αν θεωρήσω το τραγούδι και τον χορό, αλλού αν έχω να κάνω με την άυλη, πνευματική της μορφή, και εντελώς αλλού θα καταλήξω αν με απασχολήσουν τα υλικά της επιτεύγματα. Θα εστιάσω στα τελευταία, στα μνημεία, και ειδικότερα στα γεφύρια της, τα οποία με απασχολούν, αποκλειστικά, τα τελευταία 33 χρόνια.

Κυρίες και Κύριοι, φαίνεται ρητορικό το ερώτημα: αξίζουν χρηματοδότησης και σοβαρών σωστικών επεμβάσεων τα μνημεία; ειδικότερα τα πέτρινα γεφύρια, για να εστιάσω σε ένα καθεαυτό μνημείο της Ηπείρου; Τα γεφύρια! Πολύ φοβάμαι, παρ’ όλο το φωτογραφικό θόρυβο των τελευταίων χρόνων, πως παραμένουν ακόμη άγνωστες οι αξιακές τους συνιστώσες;
Αυτονόητη θα πείτε και καθολικά καταφατική η απάντηση. Ναι, αξίζουν. «Γι’ αυτές τις πέτρες πολεμήσαμε…», ομολογούσε, διδακτικά προτρέποντας, ο Μακρυγιάννης. Ε, λοιπόν, από αυτό το σημείο, της απόλυτής μας δηλαδή συναίνεσης, αρχίζει και το πρόβλημα -έτσι κι αλλιώς ανησυχούν, καθίστανται επικίνδυνες οι απόλυτες πλειοψηφίες. Γιατί στην ουσία, τότε, δεν κάνουμε τίποτα περισσότερο, από το να εξουσιοδοτούμε τρίτους για τη λύση· τρίτους, ειδικούς επαγγελματίες μεν, με ή χωρίς εισαγωγικά, ανέραστους δε -οι περισσότεροι- προς το υπό σωτηρία μνημείο. Όχι, δεν είναι ρομαντική η προσέγγισή μου· η διαπίστωση προκύπτει εκ του αποτελέσματος -πτυχές του θα παραθέσω παρακάτω. Αιτία;  «Όλα είναι ίδια αν δεν τ’ αγαπάς», κατά το γνωστό τραγούδι. Και, πιστέψτε με, χωρίς σχετική παιδεία δεν αγαπάς ούτε τον εαυτό σου. Αλλά, ας προσγειωθούμε, γίνουμε πιο συγκεκριμένοι για τα γεφύρια της Ηπείρου. Αισθητικά ασύγκριτες οι φιγούρες τους, μπορεί να μην εξυπηρετούν πια χρηστικές ανάγκες, εξακολουθούν όμως να στολίζουν κάθε γωνιά της Πίνδου, μετουσιωμένες σε σύμβολα.

Αρκετά νωρίς, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, οι γειτονικές βαλκανικές χώρες, ειδικά οι δυτικές, συνειδητοποιώντας τον μνημειακό χαρακτήρα των πέτρινων γεφυριών τους, προχώρησαν στην πλήρη καταγραφή, μελέτη και έκδοσή τους με επιστημονικούς όρους. Πλήρως η κάθε δημοκρατία της ενιαίας τότε Γιουγκοσλαβίας, σε ικανοποιητικό βαθμό η γειτονική Αλβανία, έχουν τελειώσει το έργο τους και ωφελιμιστικά πλέον -τουριστικά κλπ- εκμεταλλεύονται τα γεφύρια τους. Εδώ, την ίδια περίοδο, δυστυχώς τίποτα. Τα γεφύρια δεν αντιμετωπίζονταν ως μνημεία και οι ανακηρύξεις τους σε διατηρητέα -αν εξαιρέσουμε την περίπτωση της Άρτας- ήταν μηδαμινές.
Είχα την τύχη -έτσι μόνο μπορώ να χαρακτηρίσω την προσωπική μου περιπέτεια, περιπέτεια ζωής- να ξεκινήσω την καταγραφή και μελέτη των ηπειρώτικων, αποκλειστικά, πέτρινων γεφυριών της Πίνδου στις αρχές της δεκαετίας του 1980. Αναμφισβήτητα -μου έχει αποδειχτεί αυτό- είναι η περιοχή με τις περισσότερες και καλύτερες κατασκευές του είδους. Δεν είναι υπερβολή λοιπόν να θεωρηθεί η Ήπειρος η κατ’ εξοχή χώρα των γεφυριών -οι ιδιαιτερότητές τους μπορούν να συγκροτούν ρυθμό! Αυτό, ως απόλυτα τεκμηριωμένη διαπίστωση· αλλά να δούμε πώς μεταχειριζόμαστε τούτο το δώρο των προγόνων μας…
Μέσα στον ευρύτερο χώρο της Ηπείρου, στην Πίνδο να πω καλύτερα, έχω καταγράψει -με όλα όσα τούτος ο όρος πρέπει να περιλαμβάνει- 1.230 πέτρινα τοξωτά γεφύρια. Και η έρευνα, φυσικά, συνεχίζεται. Από αυτά, τα 1.230 γεφύρια, δυστυχώς, τα 605 σήμερα έχουν καταρρεύσει. Στέκονται δηλαδή ακόμη όρθια το 52 %. Το γεγονός πως τέτοια γεφύρια, πέτρινα, έχουν πάψει πια να κτίζονται από τη δεκαετία του 1940 -τα καθαρά λαϊκής τεχνοτροπίας από τις αρχές του 20ου αιώνα-, σε συνδυασμό με τη σημερινή σχεδόν πλήρη εγκατάλειψή τους, προϊδεάζουν για την τελική τους τύχη.  
Θα μπορούσε βέβαια κάποιος εδώ να αντιπαραθέσει πως την εποχή την προ της κρίσης -σήμερα υπάρχει άλλοθι- είχαν χρηματοδοτηθεί και πραγματοποιηθεί αρκετές σωστικές επεμβάσεις, υπό την καθοδήγηση τότε της αρμόδιας 6ης Εφορείας Νεοτέρων Μνημείων. Ωστόσο, ας ομολογηθεί, η όλη προσπάθεια έπασχε και ως προς την ιεράρχηση -πού και πότε θα επέμβουμε- και, το κυριότερο, ως προς το αποτέλεσμα. Γιατί βέβαια οποιαδήποτε επέμβαση θα έπρεπε -και θα πρέπει- να επιδιώκει όχι μόνο τη στατική εξασφάλιση των συγκεκριμένων κτισμάτων, αλλά, ταυτόχρονα, και τη διατήρηση του μνημειακού τους χαρακτήρα. Υπήρξε επιτυχία στο πρώτο, όχι όμως και στο δεύτερο. Ακατάλληλα κονιάματα, υπερβολική αρμολόγηση των λίθων, αλλοίωση φυσιογνωμίας διαδρόμων διάβασης (καλντεριμιών), ογκώδη, ακαλαίσθητα παραπέτα στη θέση των αρκάδων, τσιμεντοποίηση βάθρων, χρήση φερτής από αλλού πέτρας, ανέδειξαν όχι τα γεφύρια, αλλά την άγνοια και προχειρότητά μας.

Συμπέρασμα: απογοητευτική η εικόνα, η σημερινή κατάσταση των πετρογέφυρων. Χρειάστηκε η περίπτωση τού τόσο άδικα χαμένου γεφυριού της Πλάκας για να αφυπνιστούν, δυστυχώς προσωρινά, οι συνειδήσεις μας. Οι τελευταίες όμως χρειάζονται αναστήλωση, όχι το ίδιο εκ προμελέτης δολοφονημένο γεφύρι. Η θέση μου, καθαρά προσωπική, για την αναγκαιότητα ή μη επανακατασκευής του συγκεκριμένου γεφυριού, είναι γνωστή και αιτιολογημένη και δεν θέλω να ξαναεπανέλθω. Ωστόσο σέβομαι τη λαχτάρα των ντόπιων, των Τζουμερκιωτών, να ξαναδούν όρθιο το γεφύρι τους, έστω σε μια ιμιτασιόν μορφή. Και εύχομαι η ευκολοπιστία τους στις βιαστικές και πομπώδεις εξαγγελίες να μην προδοθεί για άλλη μια φορά, αν και ο χρόνος και τα σημάδια των καιρών μάλλον σε επώδυνη προσγείωση οδηγούν.
Εγώ, λαμβάνοντας υπόψη και την οικονομική συγκυρία που βιώνουμε, εξακολουθώ να προσδοκώ και να υποστηρίζω έναν προγραμματισμό επεμβάσεων για ορισμένα τουλάχιστον γεφύρια που άμεσα τις χρειάζονται και το αξίζουν -Κόνιτσας, Παπαστάθη κλπ. Και, βέβαια, να ονειρεύομαι έναν χώρο έκθεσης και μελέτης τους, ένα «Μουσείο Γεφυριών» στην Ήπειρο, που αναμφισβήτητα το δικαιούται.

Σας ευχαριστώ.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου