Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2011

Το γεφύρι της Κόνιτσας

ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΚΟΝΙΤΣΑΣ


  
Β
ρίσκεται στις παρυφές της πόλης, στην Κάτω Κόνιτσα, γεφυρώνοντας στο τελευταίο βραχοστένωμά του τον Αώο ποταμό -θέση Κλειδί. Η κατασκευή του συντόμευσε κατά πολύ τη μετάβαση στα Γιάννινα, αφού οι κάτοικοι δεν ήταν πια υποχρεωμένοι να πηγαίνουν μέχρι τη Μεσογέφυρα (το γεφύρι στο Μπουραζάνι δεν είχε χτιστεί ακόμη) για να φτάσουν στον προορισμό τους. 
Ψηλό 19.50 μ., έχει τεράστιο τόξο που σχηματίζουν δύο ισόπαχες σειρές θολιτών -δένονται εγκάρσια από 17 ζεύγη άρπιζες. Ανοίγει το τελευταίο 36.80 μ., ενώ ανασηκώνεται απ’ το νερό έως και 17.70 -θεωρείται σήμερα το μεγαλύτερο τόξο μετά εκείνο το χαμένο της Πλάκας! Στο δεξιό τύμπανο, κοντά στην όχθη, υπάρχει κι άλλο, πολύ μικρό άνοιγμα, κατασκευασμένο για τη ροή μυλαύλακα -οι διαστάσεις του: 1,00 βάση, 1.40 ύψος. Ο διάδρομος διάβασης έτσι -ήταν αναπόφευκτο- διαμορφώθηκε με σημαντικά απότομες κλίσεις, έχοντας ωφέλιμο πλάτος πάνω απ’ τα κλειδιά μόνο 2.70 μ. Αρχικά μάλιστα ήταν ακόμη πιο απότομος, ενώ καθόλου δεν υπήρχαν μέσα να τον προστατεύουν -εξομαλύνθηκε κάπως και χτίστηκαν στηθαία μεταγενέστερα. Να τονιστεί πως αυτήν ακριβώς τη μεγάλη επικινδυνότητα της διάβασης -συνολικό μήκος καλντεριμιού 61.50 μ.- σηματοδοτεί και το μικρό καμπανάκι που οι μαστόροι προνόησαν να κρεμάσουν κάτω απ’ την καμάρα. Ο Isambert κάνει λόγο περί «ικανώς επικινδύνου γεφύρας».[1]



Είναι αλήθεια πως παρά την επιτακτική ανάγκη ζεύξης του ποταμού στο συγκεκριμένο σημείο, τούτη καθυστέρησε πολύ. Ο Αώος, γνωστότερος τότε ως Βιόσα, δεν το επέτρεπε και μόνο ξύλινες κατασκευές λειτούργησαν περιστασιακά. Έτσι, παρά την επιθυμία αρχών και κατοίκων, μόλις το 1869, με προτροπή του γνωστού Ιωάννη Λούλη που ανέλαβε το μεγαλύτερο μέρος της δαπάνης, επιχειρήθηκε να δοθεί μόνιμη λύση, δηλαδή να κατασκευαστεί πέτρινο γεφύρι.

Το έργο, πολύ δύσκολο, ανέλαβε ο ικανός, δοκιμασμένος Πυρσογιαννίτης πρωτομάστορας, Ζιώγας Φρόντζος, επικεφαλής πολυπληθούς συνεργείου. Λένε πως, υπό την επίβλεψή του, συμμετείχαν με τις ομάδες τους τουλάχιστον 10 πρωτομαστόροι μπουλουκτσήδες. Είναι γεγονός πάντως πως οι περισσότεροι μαστόροι κατάγονταν από την Πυρσόγιαννη, αλλά φαίνεται πως υπήρχαν και απ’ τη Βούρμπιανη, την Καστάνιανη, τη Φούρκα, ίσως κι από τα άλλα γύρω μαστοροχώρια. Τελικά ο συνολικός αριθμός τους έφτασε και ξεπέρασε τους 80.

Η κατασκευή του γεφυριού, και στην πράξη, αποδείχτηκε κάτι παραπάνω από δύσκολη και μάλιστα εξαιρετικά επικίνδυνη -απαιτήθηκαν δύο προσπάθειες για να σταθεί. Το πρώτο γεφύρι, του 1869, κατέρρευσε σχεδόν αμέσως. Άλλοι μιλούν για μεγάλη ρωγμή που έπαθε ο θόλος κατά το ξεκαλούπωμα, και άλλοι ότι η καταστροφή ήταν ολοκληρωτική, έπεσε δηλαδή εντελώς. Πάντως στη ελληνοτουρκική τότε εφημερίδα «Γιάνγια - Ιωάννινα» διαβάζουμε: «τον αύγουστον του 1869 είχε χτισθή γέφυρά τις εκ μιας αψίδος επί του ποταμού του διερχομένου ενώπιον της πόλεως Κονίτσης, της οποίας το μήκος είχε 53, το πλάτος 4 ½ , το ύψος 29 μέτρα, […] η γέφυρα αύτη μετά τινα καιρόν συνεπεία αγνώστων αιτιών είχε καταπέσει». Η δεύτερη προσπάθεια, που ξεκίνησε αμέσως μετά την πτώση, απαίτησε πολλούς κόπους και θυσίες για να έρθει σε πέρας, να ολοκληρωθεί το επόμενο καλοκαίρι, του 1870.

Ο Ιωάννης Λαμπρίδης ανεβάζει τη σχετική δαπάνη στα 120.000 γρόσια, δηλαδή σε 1.200 χρυσές τούρκικες λίρες, αναφέροντας αρκετούς χορηγούς. Γράφει συγκεκριμένα:[2] «Συνήνεγκον δε οι εξής∙ Ιωάννης Λούλης[3] γρ. 50,000, αδελφοί Βασίλειος και Αλκιβιάδης Ιω. Λιάμπεϋ[4] γρ. 5,000, Αγγελική Παπάζογλου[5] γρ. 2,000, Ιωάννης Δ. Λιάμπεϋ[6] γρ. 1,300, Γεώργιος Κ. Ζωΐδης[7] 2,500 γρ., Μωχαμέτ Μπέϋς Σίσκος[8] γρ. 2,500, αδελφοί Μπεκιάρη[9] γρ. 1,060 κτλ. κτλ.». Συμπληρωματικά, αλλού, συμπεριλαμβάνει μεταξύ των δωρητών και τον επίσκοπο Βελλάς Γερμανό -«…υπέρ της παρά την Κόνιτσα (γεφύρας) γρ. 5,000».[10] Να πούμε στο σημείο αυτό πως, για τις εισφορές των χριστιανών κατοίκων ορίστηκε υπεύθυνος, ταμίας, κάποιος Β.Π. Καμάνας.[11]



Αργότερα, στην απελευθέρωση του 1913, το γεφύρι κινδύνευσε σοβαρά, πάρα λίγο να καταστραφεί. Γιατί οι αποχωρούντες Τούρκοι, ευτυχώς ανεπιτυχώς, προσπάθησαν να το ανατινάξουν. Για τούτη του την περιπέτεια, διέσωσε ο ιστοριοδίφης της περιοχής Αναστάσιος Ευθυμίου: «Ενώ είχε φύγει και ο τελευταίος Τούρκος από την πόλι, μια έκρηξι ακούστηκε χαμηλά προς το ποτάμι. Ο κακούργος Τζιαβήτ Πασιάς είχε αποπειραθή να ανατινάξη τη γέφυρα. Την είχε υπονομεύσει από καιρό, αλλά καθώς λένε, κάποιοι τσοπαναραίοι βαλμένοι από τον Δεσπότη αφαίρεσαν κρυφά τη μεγαλύτερη ποσότητα των εκρηκτικών υλών, και έτσι η ζημιά που έπαθε ήταν πολύ μικρή. Άλλοι πάλι είπαν πως ο ίδιος ο Τουρκοκονιτσιώτης αξιωματικός Ρουστέμ Νταλήπ Βέης εφρόντισε να μη καταστραφή…».[12] Ευτυχώς η ζημιά τού 1913 γρήγορα αποκαταστάθηκε -σώθηκαν δύο φωτογραφίες με την σκαλωσιά της επισκευής.


Η περιοχή λοιπόν με την τόση μεγάλη προσφορά μαστόρων στην οικοδομική λαϊκή τέχνη απέκτησε και εκείνο το έργο, το τολμηρότερο, που έως σήμερα έμελλε να απηχεί, διαλαλεί, την θρυλική ικανότητά τους. Ένας επώνυμος ντόπιος λόγιος, γνώστης γενικότερα των πραγμάτων και της μικρής τοπικής κοινωνίας, ο Γιάννης Λυμπερόπουλος (1921- 2009), το εξέφρασε πολύ παραστατικά, έστω λαθεύοντας στο μικρό όνομα του πρωτομάστορα. Θα παρατεθεί ολόκληρη η σχετική αναφορά του εν είδει ανακεφαλαιωτικού επιλόγου:
«Στο δρόμο μας, πιο κάτω, το γιοφύρι του Αώου. Μοναδικό, μονότοξο, χάρμα τέχνης και ομορφιάς. Φτιαγμένο με μεράκι απ’ τον Πυρσογιαννίτη πρωτομάστορα Κύρκα Φρόντζο. Ένωνε δυο κόσμους. Δυο κόσμους που πίστευαν, χρόνια, πως δεν έχουν τίποτε το κοινό. Τους Ζαγορίσιους και τους Κονιτσιώτες. Οι Κονιτσιώτες έλεγαν τους Ζαγορίσιους  κ α ν τ η λ ο κ λ έ φ τ  ε ς  κι  οι Ζαγορίσιοι τους Κονιτσιώτες  τ ρ α χ α ν ά  δ ε ς. Παράξενες προκαταλήψεις και συμπλέγματα χωρίς δικαιολογία, ανάμεσα σε γειτονικούς πληθυσμούς, που κατά βάθος, σε τίποτα δεν διέφεραν. Έτσι άφηναν το συνδετικό τούτο κρίκο -το γιοφύρι του Αώου- αιώνες ξύλινο, πρόχειρο, έρμαιο στα μανιασμένα ρέματα του ποταμού. Ώσπου έτυχε να ’ρθει περνώντας για τα λουτρά του Ισβόρου κάποιος ξένος -Κατσανοχωρίτης- χωρίς μίση και χωρίς πάθος, ο Γιάννης Λούλης, κι έπεισε τους Κονιτσιώτες με τη γενναιοδωρία του, πως έπρεπε επιτέλους να γίνει κάτι μόνιμο, ανάμεσα στους δυο βράχους του Στομίου. Κι έγινε με τη συνδρομή και τη βοήθεια όλων των Κονιτσιωτών (αδελφοί Λιάμπεη 5.000 γρόσια, Αγγελική Παπάζογλου 2.000 γρόσια, Μωχάμετ μπέης Σίσκος 2.500 γρόσια, αδελφοί Μπεκιάρη 1.060 γρόσια κλπ.) ένα ρωμαλέο καλλίγραμμο μνημείο, αντάξιο της τεκτονικής παράδοσης της επαρχίας. Όταν κάθε φορά φτάναμε στην κορυφή του γεφυριού, πάντα και με μαν ανάσα, (ωραία εποχή) ακουμπισμένοι για ξεκούραση στην κουπαστή, σκεφτόμαστε τον Τζαβίτ πασά, που το βομβάρδισε στα 1913, οπισθοχωρώντας και χάλασε τα τρία διαφορετικά σε μέγεθος κουδούνια, που κρέμονταν στη μέση του τόξου, από κάτω, για να θυμίζουν στον κουρασμένο αγωγιάτη, με τον ανάλογο χτύπο τους, την ένταση και προσοχή, στο επικίνδυνο απ’ τους αγέριδες πέρασμα…».[13]



[1] Itinéraire descriptif, historique, et archéologique de l’ Orient par le Dr Emile Isambert. 1re partie Grèce et Turquie d’ Europe. Paris 1873. Μτφ. ΑντΜηλιαράκη, Οδοιπορικά Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας, Εν Αθήναις 1878, 259.
[2] Ιωάννου Λαμπρίδου, Περί των εν Ηπείρω αγαθοεργημάτων, Μέρος Πρώτον, Εν Αθήναις 1880, 150.
[3] Ιωάννης Ζώη Λούλης (αρχ. 19ου αι-1882): από το Κατόρτσι (Αετορράχη) των Κατσανοχωρίων μεγάλος ευεργέτης, εμπνευστής όπως είδαμε και κύριος χρηματοδότης τής εδώ κατασκευής.
[4] Ο μεν Βασίλειος αναφέρεται ως τσιφλικάς, ο δε Αλκιβιάδης ως γιατρός. Γενικά η οικογένειά τους ήταν μεγάλη και πλούσια «…ης και νυν υπάρχουσιν απόγονοι εν Ιωαννίνοις, αλλ’ εξελλήνισαν το Λιάμπυ εις Λιάμπεη» (Αντ. Γεωργίου, Πολιτικόν κάτοπτρον, Εν Αθήναις 1880, 108). Κατά τον Χαρίλαο Γκούτο, «…οι Λιαμπέηδες κατάγονταν από την Κόνιτσα, ήταν πλούσιοι κτηματίες και έμποροι στα Γιάννενα, αλλά από το 1900 εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα» (Από την ιστορία της επαρχίας Κόνιτσας, Αθήνα 2017, 519).
[5] Αγγελική Παπάζογλου (1810-1891): η γνωστή ευεργέτιδα από το Σκαμνέλι του Ζαγοριού, το γένος Κ. Αθανασίου, χήρα του Αλέξη Παπάζογλου (+1863) από τη Βίτσα.
[6] Ιωάννης Δ. Λιάμπεης: εύπορος από την παραπάνω αναφερθεία οικογένεια -ο πατέρας του Δημήτριος φέρεται προεστός στο βιλαέτι της Κόνιτσας το 1827 και 1834 τουλάχιστον (Ηπειρωτικά Χρονικά, τχ 1943, 131-132 και τχ. 1938, 79).
[7] Ο Γεώργιος Ζωϊδης αναφέρεται από τον Ιωάννη Λαμπρίδη μεταξύ των μεγαλοκτηματιών της Ηπείρου κατά τον 19ο αιώνα (Ηπειρωτικά Μελετήματα, Τεύχος Δεύτερον, Ο Τεπελενλής Αλή πασάς, Εν Αθήναις 1887, 10).
[8] Οι Σίσκου (Σαχίν) ήταν πλούσια εξισλαμισμένη οικογένεια της Κόνιτσας, συγγενική μάλιστα εκείνης της Χάμκως, μητέρας του Αλή. Ο αναφερόμενος εδώ δωρητής, Μωχάμετ μπέης Σίσκος, ήταν γιος του Σουλεϊμάν Σίσκο (π. 1790-1860) πολέμιου της ελληνικής επανάστασης του ΄21 και πατέρας των Μεχμέτ και Φαΐκ Σίσκο, μετέπειτα πρεσβευτών της Αλβανίας (Χαρίλαος Γ. Γκούτος, Από την ιστορία της επαρχίας Κόνιτσας, Αθήνα 2017, 64, 479, 498, 521).
[9] Πρόκειται για τους Κωνσταντίνο και Παναγιώτη Νικ. Μπεκιάρη -η οικογένεια καταγόταν από τα Καβάσιλα-, σπουδασμένων στη Ζωσιμαία (Γ. Λυμπερόπουλου, Η φυλλάδα της Άννας Νικολάκαινας, 2004, 48-52).
[10] Λαμπρίδης, Αγαθοεργήματα Α, 125.
[11] «Γιάνγια - Ιωάννινα», φ 26.7.1871 και Χαρίλαος Γ. Γκούτος, Από την ιστορία της επαρχίας Κόνιτσας, Αθήνα 2017, 64 -παραπέμπει σε παλαιές ενθυμήσεις του Αναστάσιου Ευθυμίου («Κόνιτσα», τχ. 108-110 / 1971).
[12] Αναστάσιος Ευθυμίου, Πώς απελευθερώθηκε η Κόνιτσα και η επαρχία της από τον Τουρκικόν ζυγόν, περ. «Κόνιτσα», τχ. 13-14 / 1963.
[13] Γιάννης Λυμπερόπουλος, Παζαριού ανατομή, Αθήνα 1971, 125.


Γεωγραφικά στοιχεία γεφυριού: Ν 40 ̊  02΄ 09,8΄΄  Ε 20 ̊  44΄ 41,7΄΄  Υψ. 454 μ.
Νο καταγραφής / αρχειοθέτησης: 154 (3.7.1991)
-----------------------------------------------------


BINTEO
√  Πώς χτίστηκε το γεφύρι
√  Το γεφύρι στο χρόνο



Παραγωγή: ΕΡΤ & Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων (ΑΓΗ)
Νο καταγραφής / αρχειοθέτησης: 154 (3.7.1991)
Μαγνητοσκόπηση Α΄ Μέρους: Νίκος Παπαθανασίου 24.8.2004
Β΄ Μέρους: Σπύρος Μαντάς 20.4.2018

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου