Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Μια αρέκια από τη Ζάκυνθος

ΜΙΑ ΑΡΕΚΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΑΚΥΝΘΟΣ
… η αστική εκδοχή “του γεφυριού της Άρτας” στη Χώρα της Ζακύνθου.




Η
 μουσική στη Ζάκυνθο -λαϊκή και ψαλμωδίες- έχει πολύ βαθιές ρίζες στον χρόνο, με έντονες επιρροές από την Κρήτη και την Ιταλία.
Η κοσμική μουσική διακρίνεται στα “αγροτικά” τραγούδια, μελωδίες και χοροί της υπαίθρου, και στις λεγόμενες “αρέκιες”, ακούσματα της ταβέρνας στη Χώρα του νησιού.
Τα πρώτα, τα “αγροτικά”, είναι όλα σε γρήγορο δίσημο ρυθμό, πάντα σε ματζόρε σκάλες και διακρίνονται για τη χάρη τους, τη λεπτότητα των τόνων και τη διαύγεια των χρωμάτων τους. Συνοδεύονται από τα παραδοσιακά ταμπουρλονιάκορα (νταούλι και πίπιζα) ή από βιολί, ακορντεόν, μαντολίνο και κιθάρα.


Αντίθετα οι αστικές “αρέκιες” είναι παλιά λαϊκά τραγούδια, πολυφωνικά, που άδονται χωρίς συνοδεία μουσικών οργάνων (a capella). Πρόκειται για ανώνυμες δημιουργίες -στις ταβέρνες της πόλης σκαρώνονταν και εκεί αποκλειστικά ακούγονταν- που υμνούν κυρίως τον έρωτα, αλλά όχι σπάνια αντλούν και από διάφορα κοινωνικά, ακόμη και ιστορικά θέματα. Πρέπει να πήραν την οριστική μορφή τους στα τέλη του 18ου αιώνα με αρχές του 19ου, εποχή που σε όλα τα Εφτάνησα είχε ανέβει πολύ το πνευματικό επίπεδο.
Συνήθως οι αρέκιες εκτελούνται από πέντε φωνές -περισσότερα άτομα ομαδοποιούνται σε αυτές τις κατηγορίες. Είναι: πρίμο, σιγόντο, τέρτσα, αμπάσο και σουλτάνα. Ετυμολογικά η λέξη αρέκια, κατά μία τουλάχιστον εκδοχή, προέρχεται από το ιταλικό a orecchio, που σημαίνει «με τ’ αυτί». Έχει όμως υποστηριχτεί πως ίσως πρόκειται και για παραποίηση της λέξης αριέτα, δηλαδή μικρή άρια. 


Όπως ειπώθηκε, χώροι δημιουργίας αυτών των ιδιόρρυθμων τραγουδιών ήταν οι ταβέρνες της Χώρας και ειδικότερα της περιοχής του Άμμου. Έχει γράψει ο Δημήτρης Λάγιος: «Η ταβέρνα στη Ζάκυνθο λειτούργησε σαν λαϊκό σχολειό, όπως η Αγορά στην αρχαία Ελλάδα. Χωρίς να εξιδανικεύω το χώρο, πίνοντας κρασί (ξεροσφύρι, συνήθως) και τραγουδώντας, δημιουργείται μια “ψυχική μέθη”, μια ατμόσφαιρα, που, αν έχεις λίγο ταλέντο, σε προκαλεί να παίξεις μ’ ένα διάλογο, μ’ ένα στίχο, με μια μελωδία. Ακόμα και σήμερα συμβαίνει αυτό. Στην ταβέρνα γεννήθηκε η αρέκια κι έγινε η ντοπολαλιά των Ζακυνθινών. Ψαράδες, φουρναραίοι, ψαλτάδες και καμινάρηδες, όταν τραγουδάνε αρέκιες, νιώθουν ότι ψάλλουν στην εκκλησία του Αγίου Διονυσίου σε μεγάλη γιορτή. Αναδίνεται ένα συναίσθημα μυσταγωγίας. Η ζακυνθινή ψαλμωδία δεν διαφέρει πολύ από τις αρέκιες, οι οποίες συγγενεύουν στο άκουσμα με τραγούδια της νότιας Ιταλίας και εβραϊκούς ύμνους».

Στην Ζάκυνθο καταγράψαμε το τραγούδι «του γεφυριού της Άρτας» και στις δύο τοπικές μορφές. Και σαν “αγροτικό” δηλαδή τραγούδι, αλλά και σαν αρέκια. Στην τελευταία μορφή μάς το τραγούδησαν οι Δημήτρης Ντάσης, Παναγιώτης Μαρίνος, Τιμόθεος Αρβανιτάκης, Σπύρος Λιβέρης, Ανδρέας Σταμίρης, Νίκος Γκούσκος, Διονύσης Σούρμπης, Χαράλαμπος Παπαδάτος. Ήταν 26 Νοεμβρίου του 2011. Τους ευχαριστώ όλους και ιδιαίτερα τον μουσικό Παναγιώτη Μαρίνο για τη βοήθειά του..

Σπύρος Μαντάς



  

Σαράντα μαστορόπουλα, εξήντα δύο μαστόροι,
γεφύρι εσκαργιώνανε στης Άρτας το ποτάμι.
Κ’ ολημερνίς το χτίζανε, το βράδυ εγκρεμιζότουν!
Κλαίνε τα μαστορόπουλα που κουβαλούν την πέτρα,
κλαίει και ο πρωτομάστορας που ’κόλαε τα’ αγκωνάρια.

Ένα πουλάκι έκατσε στη μέση στο γεφύρι∙
δεν εκελάδιε σαν πουλί, μηδέν σαν χελιδόνι,
παρά εκελάδιε κ’ έλεγε μ’ ανθρωπινή φωνούλα:
“Αν δεν σκοτώσετ’ άνθρωπο, γεφύρι δεν στεργιώνει.
Μα ιδέ Τουρκί, μα ιδέ Ρωμιό, μα ιδέ και κατά χάρη.”

Κι ο Κώστας που το άκουσε πολύ του εκακοφάνη
και το σφυρί του πέταξε, στο σπίτι του πηγαίνει.
- Ντύσου, στολίσου, λυγερή, και φόρεσ’ τα καλά σου.
- Πες μου αν είναι για καλό τ’ ολόχρυσα να βάλω,
πες μου αν είναι για κακό τ’ ολόμαυρα να βάλω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου