Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Το γεφύρι του Κουσιουμπλή



Το γεφύρι του Κουσιουμπλή



Β
ρίσκεται έξω απ’ το Μπουρμπουτσκό (Επταχώρι) της Καστοριάς, στο δρόμο για τη Ζούζουλη, την τοποθεσία Φράξο και τα βοσκοτόπια του Προφήτη Ηλία. Γεφυρώνει το Ζουζουλιώτικο ποτάμι. Δίπλα του υπήρχε και λειτουργούσε βακούφικος νερόμυλος. Εντασσόταν στον πολυσύχναστο επί τουρκοκρατίας δρόμο που οδηγούσε από την Ήπειρο στη Μακεδονία μέσω Φούρκας.


Έχει ένα τόξο θεμελιωμένο μέσα στο νερό -εξ ανάγκης λύση- και γι’ αυτό με μακριές τοιχοποιίες-τύμπανα να κατεβάζουν στις όχθες. Ανοίγει 13.70 μ. κι ανασηκώνεται έως 7.10. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ο κεντρικός θολίτης του, το κλειδί, στο οποίο έχει λαξευτεί γυναικείο στήθος.[1] Μακρύς ο διάδρομος διάβασης 36.00 μ., κορυφώνει το ανέβασμά του στα 7.70 μ. πάνω απ’ τα κλειδιά, έχοντας πλάτος 2.40 -μεταγενέστερη προσθήκη χαμηλών αρκάδων περιόρισε σε 2.20. Εξ’ ίσου ενδιαφέρον στοιχείο στην όλη κατασκευή αποτελεί κι ένα μικρό ανακουφιστικό παράθυρο προς την αριστερή όχθη. Όχι το σημερινό, συνηθισμένης μορφής -ορθογώνιο με ημικυκλική επίστεψη- που προέκυψε μετά επισκευή, αλλά το αρχικό, ένα τετράγωνο άνοιγμα με μακρόστενη πέτρα για πρέκι.[2]


 
Λίγα -και όχι απόλυτα τεκμηριωμένα- στοιχεία ακούμε για το συγκεκριμένο γεφύρι, που ακόμη και το όνομά του παραμένει μυστήριο. Ο πρώτος μελετητής των γεφυριών της Μακεδονίας, Γιώργος Τσότσος, έχει γράψει: «υπάρχει η προφορική παράδοση, που διασώθηκε από ενενηντάχρονους Επταχωρίτες (1994), ότι το γεφύρι χτίστηκε το 19ο αιώνα και, ίσως, λίγο νωρίτερα, τέλη 18ου. Κατά την κατασκευή του εργάστηκαν οι Επταχωρίτες μαστόροι Γεώργιος Δήμος, Τσιαμοχρήστος και οι αδελφοί Γαλάνη».[3]


[1] Η ειδικός στους συμβολισμούς των λιθανάγλυφων, Μαρία Τσούπη, μου έγραψε: «Πιστεύω ότι ο μαστός στα γεφύρια πρέπει να συνδεθεί με το μύθο του θεμελιώματος της γυναίκας που ζητάει να αφήσουν το στήθος της μόνο έξω για να θρέψει το παιδί της»· -παραπέμπει στο διήγημα της Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Το γάλα του θανάτου [Διηγήματα της Ανατολής, έκδ. Χατζηνικολή, 1980, 39-48]. Να πούμε βέβαια πως το συγκεκριμένο μοτίβο παρουσιάζεται -κατέχει καίρια θέση- στα βαλκανικά παράλληλα της ανθρωποθυσίας· στα δικά μας περισσότερο υπονοείται μέσα από την κατάρα/ευχή της πρωτομαστόρισσας.
[2] Τέτοια ανοίγματα εντοπίσαμε μόνο σε δύο ακόμη γεφύρια σε ολόκληρη την Πίνδο. Καταγράφτηκαν στη Βόρεια Ήπειρο, στο γεφύρι Καλντέρια κοντά στο Αργυρόκαστρο (Νο ) και στο γεφύρι Γκιόρμι στην περιοχή της Αυλώνας (Νο ).
[3] Γεώργιος Π. Τσότσος, Μακεδονικά Γεφύρια, Θεσσαλονίκη 1997, 95.



Γεωγραφικά στοιχεία γεφυριού: Ν 40 ̊  51΄ 40.80΄΄  Ε 20 ̊  47΄ 42.25΄΄  Υψ. 815 μ.
Νο καταγραφής / αρχειοθέτησης: 6 (1.7.1991)
-----------------------------------------------------
  
 

 



Μαγνητοσκόπηση: Σπύρος Μαντάς / 4.4.2006
Παραγωγή: Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων

1 σχόλιο:

  1. Γεφύρι Κουσιουμπλή

    -Γεφύρι, πετρογέφυρο, στης Ζούζουλης το ρέμα
    ακλόνητο κι απείραχτο σε χιόνια και βροχές,
    περήφανο, μορφόχτιστο τραβάς το κάθε βλέμμα.
    Πόσους αιώνες κουβαλάς και πόσες εποχές;
    Λεπτόχτιστο μ’ αλύγιστο το τόξο σου, δοξάρι,
    πόσα ασκέρια σήκωσε που βγαίναν στα χωριά!
    Πόσοι ξωμάχοι διάβηκαν με ήλιο με φεγγάρι
    παλεύοντας για το ψωμί μα και τη λευτεριά!

    Τα χρόνια δε σε γέρασαν, πώς το μπορείς κι αντέχεις,
    που τον εχθρό στα πόδια σου μέρα και νύχτα έχεις;
    αφού το ρέμα βουερό τις ρίζες σου χτυπάει
    και να σε ρίξει βούλεται κι όλο λυσσομανάει;

    -Ποτέ δεν το φοβήθηκα το άγριο ποτάμι
    γιατί με χτίσανε γερά μαστόροι με μεράκι.
    Την πέτρα και την τέχνη τους πάνω από τ’ άσπρα βάζαν
    και την καρδιά τους οδηγό όσα και να τους τάζαν.

    Αυτό που χρόνια μ’ απειλεί και τρώει τα σωθικά μου
    είναι του τόπου η ερημιά που έπεσε βαριά,
    μόνο πουλιά φτεροκοπούν πάν’ απ’ τ’ ακρόλιθά μου,
    οι άνθρωποι μ’ αφήσανε και χάθηκαν μακριά.

    Τραγούδια, γέλια κοριτσιών, μαλώματα μανάδων,
    βελάσματα, χουγιάσματα, φλογέρες των τσοπάνων,
    σαν άχυρα σκορπίσανε μέσα σε καταιγίδα,
    σιωπή απλώθηκε βαθιά. –Υπάρχει πια ελπίδα;

    -Μες στους ψιθύρους των οξιών, τους βόγγους των ελάτων,
    αχνές φωνές διακρίνονται καινούριων μηνυμάτων,
    που φτάνουν από μακριά, φτάνουν κι από τα ξένα,
    ίσως να δείχνουν πως κινά κάποια καινούρια γέννα.

    Οι άνθρωποι που έφυγαν στης φτώχειας τον αιώνα
    κι έπεσαν δίχως όνειρο στου πλούτου τον αγώνα,
    τις ρίζες τους ζητούν ξανά, τ’ απλά που έχουν χάσει,
    ρίχνουν τα μάτια στα βουνά, στον ήλιο και στα δάση.

    Μιχάλης Κεραμάρης
    (από το βιβλίο «Επταχώρι, στίχοι και εικόνες»)

    ΑπάντησηΔιαγραφή