Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Ο μαστρο-Γιώργης και ο μαστρο-Κώστας



Ο ΜΑΣΤΡΟ-ΓΙΩΡΓΗΣ ΚΑΙ Ο ΜΑΣΤΡΟ-ΚΩΣΤΑΣ
Νέα στοιχεία για τα γεφύρια Πλάκας και Κόνιτσας
και τους πρωτομαστόρους τους.





Έ
να παλιό κείμενο που πρόσφατα ανακαλύφτηκε και ανασύρθηκε ξανά στο φως της δημοσιότητας, προβληματίζει για όσα μέχρι τώρα ξέραμε για τα γεφύρια Πλάκας και Κόνιτσας, γεννώντας σοβαρά ερωτηματικά. Πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Νεολόγος» της Κωνσταντινούπολης, στο φύλλο 323 της 19ης-31ης Αυγούστου 1869, εποχή δηλαδή που ο Ζιώγας Φρόντζος αγωνίζεται να στεριώσει κάτω στον Αώο πέτρινο γεφύρι. Και σε αυτό ακριβώς το γεγονός αναφέρεται ο ανώνυμος -προφανώς Κονιτσιώτης- αρθρογράφος, επιβεβαιώνοντας μεν όσα γνωρίζαμε για τον χορηγό, προβληματίζοντας όμως για την ταυτότητα του πρωτομάστορα.
Αλλά ας διαβάσουμε πρώτα ολόκληρο το συγκεκριμένο, σίγουρα πολύτιμο, άρθρο…

Εκ Κονίτσης επιστέλλουσιν ημίν τα επόμενα, α ασμένως δημοσιεύομεν, αποδίδοντες συνάμα τον οφειλόμενον έπαινον εις τον ευεργετήσαντα την πόλιν εκείνην αγαθόν ομογενή κ. Λούλην.
Η κωμόπολις ημών, περί ης και άλλοτε ο «Νεολόγος» έδωκε τοις αναγνώσταις αυτού πληροφορίας τινάς περί τε της γεωγραφικής αναπτύξεως των κατοίκων, κείται εν τινι γωνία της Ηπείρου εις υπώρειαν, παραρρεομένη υπό ποταμού έχοντος τας πηγάς αυτού εν τω Βωβούσω του Μετσόβου, τρεις ημέρας περίπου μακράν αυτής, καταπλημμυρούντος τον χειμώνα και καλύπτοντος το πλείστον μέρος της παρακείμενης πεδιάδος, όπερ από πολλών ετών αποχερσώσας μετέβαλεν εις ποταμίαν. Καίτοι δε σεμνύεται επί παραγωγή τέκνων διαπρεπόντων εν τη αλλοδαπή εν τούτοις τα δύο άπερ έχει σχολεία, ελληνικόν και αλληλοδιδακτικόν, συντηρούνται εκ της ασθενούς εισφοράς των πολιτών και της γενναίας συνδρομής του μουσοτραφούς ημών ποιμενάρχου. Προ τινων ετών οι κάτοικοι υπέστησαν τας συνεπείας τρομεράς πυρκαϊάς, αποτεφρωσάσης, άπασαν την ημετέραν αγοράν παρεκτός δε τούτου, ο παραρρέων ποταμός, δια της καταπλημμυρίσεως αυτού διακόπτων την μετ’ των περιχώρων και της κεντρικής πόλεως Ιωαννίνων συγκοινωνίαν, απονέκρωσεν ολοτελώς το μικρόν αυτής εμπόριον και ούτω η πόλις ημών περιήλθεν εις δεινήν θέσιν, ης την περαιτέρω επέκτασιν σπεύδοντες να προλάβωσιν οι κάτοικοι, απεφάσισαν τον Ιούνιον του παρελθόντος έτους να αποδοθώσιν εις το δεισχερές έργο της ιδρύσεως λιθίνης γεφύρας επί του ορμητικού τούτου ποταμού. Αλλά, μ’ όλην την γενναίαν υλικήν και ηθικήν υποστήριξιν της σεβ. κυβερνήσεως και του αγαθού ημών αρχιερέως, και τας υπέρ δύναμιν προσπαθείας των πολιτών προσενεγκόντων και το έσχατον αυτών οβολόν, το έργον υπερέβαινε τας υμετέρας δυνάμεις και επομένως υπήρχε μέγα έλλειμμα, ίνα συμπληρωθή το απαιτούμενο ποσόν προς τούτοις, ένεκα του φόβου της αποτυχίας, ως εκ του επικινδύνου της θέσεως, μηδενός τολμώντος να εγγυηθή τον αρχιτέκτονα, η θέσις ημών κατέστη απελπιστική. Αλλ’ εν τη απελπισία ημών ταύτη, ο πανάγαθος Θεός, ο Θεός των απόρων, επιστέλλει ημίν τον εξ Ιωαννίνων κ. Ιωάν. Λούλη, άνδρα αγαθόν και φιλάνθρωπον, ούτινος το όνομα η πατρίς θέλει μνημονεύει ευγνωμόνως μετά των λοιπών αοιδίμων ευεργετών αυτής δια τας πολυειδείς προς αυτήν υπηρεσίας του, τας οποίας διατρανούσι τα πολλαχού των χωρίων αυτής δημοφιλή καθιδρύματα και πλείστα άλλα αγαθοεργήματα. Ο κ. Λούλης, διερχόμενος εκ της πόλεως ημών δια τα εν τη επαρχία Κονίτσης κείμενα θειούχα θερμά λουτρά, είδεν τας δυστυχίας υφ’ ων εμαστίζετο η πόλις ημών και κατανοήσας την απόλυτον ανάγκην της ανεγέρσεως λιθίνης γεφύρας επί του αλάστορος ποταμού, ου μόνον αυθορμήτως προσήνεγκεν 100 λίρας και δια της γενναίας ταύτης συνδρομής, κατέστησε και άλλους τινάς φιλοτιμοτέρους, αλλ’ ανεδέχετο και την εγγύησιν του αρχιτέκτονος, της ικανότητος του οποίου είχε δείγματα ακριβή εκ της κατασκευής της εν τη επαρχία Τσουμέρκα έτι καταπληκτικωτέρας γεφύρας, ην ανήγειρεν εξ ιδίων. Ούτω ευεργετήσαντος την πόλιν ημών του ευκλεούς τούτου της Ηπείρου Βλαστού, ου μεν αλλά και έτι μείζονας αγαθάς ελπίδας τη πτωχή ημών πατρίδι αναπτερώσαντος, ευγνωμονούσα αύτη ου μόνον ίδιον τέκνον και προστάτην ανακηρύττει, αλλά και εν τω μετώπω της τελεοθείσης γεφύρας χρυσοίς γράμμασιν ανεγράφει το όνομα αυτού και εν ταις καρδίαις των πολιτών αυτης βαθείαν και ανεξάλειπτον θα τηρή την μνήμην.
Ταύτα ως διερμηνεύς των καρδιών απάντων των συμπολιτών μου, έκρινα καθήκον να δημοσιεύσω δια του «Νεολόγου» εις δίκαιον έπαινον του ευεργέτου, ευχόμενος το χρηστόν αυτού παράδειγμα να ευρίσκη πάντοτε μιμητάς μεταξύ των δυναμένων.

Ακούσαμε αρκετά για τον χορηγό, τον γνωστό για τις τόσες αγαθοεργίες του Ιωάννη Λούλη,[1] αλλά δυστυχώς το όνομα του πρωτομάστορα του γεφυριού -για την ικανότητα του οποίου ο δωρητής εγγυάται- δεν αναφέρεται. Η τότε κοινωνία -και η σημερινή ακόμη- δεν εκτιμάει καθόλου την χειρωνακτική εργασία, με συνέπεια ο πραγματικός δημιουργός να παραμένει στην αφάνεια, να μην αξίζει έστω μικρής αναφοράς στο εν λόγω άρθρο, που, κατά τα άλλα, δίκαια επαινεί την όλη προσπάθεια. Να πούμε πως, τελικά, το γεφύρι της Κόνιτσας που περιγράφεται στο δημοσίευμα κατέρρευσε από τα πρόωρα φθινοπωρινά πρωτοβρόχια και ο πρωτομάστορας με το πολυπληθές συνεργείο του αναγκάστηκε να το ξαναδουλέψει την επόμενη χρονιά, το καλοκαίρι του 1870, προκειμένου να το στεριώσει οριστικά. Αλλά με τα νέα δεδομένα, προβάλει επιτακτικό πλέον το ερώτημα -εν δυνάμει ανατρεπτικό για τα έως τώρα γνωστά- ποιός στα αλήθεια είναι ο πρωτομάστορας;
Άξιοι ερευνητές το τελευταίο διάστημα, με τη βοήθεια νέων στοιχείων, προσπάθησαν και έδωσαν απαντήσεις. Φυσικά στους συλλογισμούς τους εμπεριέχονται και υποθέσεις, κάτι το αναπόφευκτο, αφού στη λαϊκή τέχνη σπανίζουν οι απόλυτες τεκμηριώσεις. Αρχικά θα ακούσουμε τις απόψεις τους, παρέχοντας τις απαραίτητες όπου χρειάζεται πληροφορίες για σφαιρική θεώρηση του θέματος και στη συνέχεια θα προσκομίσουμε τα δικά μας στοιχεία, συμβάλλοντας -πιστεύουμε- στη σωστή απάντηση του ερωτήματος…


Το γεφύρι της Κόνιτσας, το 1912-13 (φωτο: Rhomaides - Zeitz)

Χ
ρόνια αναγνωρίζουμε ως κατασκευαστή -του αποδίδουμε το έργο δικαιολογημένα εκθειάζοντάς τον- τον Ζιώγα Φρόντζο (π.1814-π.1893). Τόπος καταγωγής του, η Πυρσόγιαννη, ένα από τα μεγαλύτερα της περιοχής μαστοροχώρια, τότε σε πλήρη ακμή. Όμως, στο δημοσίευμα, η έμμεση αναφορά στον πρώτο των μαστόρων αλλού οδηγεί, ξαφνιάζοντάς μας. Ξαναδιαβάζουμε: «Ο κ. Λούλης […] ανεδέχετο και την εγγύησιν του αρχιτέκτονος, της ικανότητος του οποίου είχε δείγματα ακριβή εκ της κατασκευής τής εν τη επαρχία Τσουμέρκα έτι καταπληκτικωτέρας γεφύρας, ην ανήγειρεν εξ ιδίων». Ο Χαρίλαος Γκούτος, καθηγητής της Παντείου και καταξιωμένος ερευνητής της τοπικής ιστορίας, αφού αναδημοσίευσε ολόκληρο το άρθρο,[2] παρουσιάζεται κατηγορηματικός: «Η εργολαβία ανέγερσης της γέφυρας της Κόνιτσας, με μεσολάβηση του Λούλη, ανατέθηκε στον Μπέκα επειδή αυτός είχε εκτελέσει με επιτυχία την κατασκευή εκ νέου της γέφυρας της Πλάκας».[3]
Πράγματι, το συμπέρασμα ακούγεται κάτι παραπάνω από λογικό, λαμβανομένων υπόψη όσων γνωρίζουμε για το πολλαπλά άτυχο γεφύρι της Πλάκας. Εκεί, μετά από δημοπρασία, είχε κερδίσει την κατασκευή, το 1863, κάποιος ονόματι …μαστρο-Γιώργης Κονιτζιώτης, ο οποίος τολμώντας να γεφυρώσει άνοιγμα 40 μ. με αμπασωτό, καταβιβασμένο τόξο, απέτυχε -το γεφύρι κατέρρευσε την ημέρα των εγκαινίων! Έτσι, ύστερα από τρία χρόνια, το 1866, ανέλαβε το χτίσιμο ο ντόπιος -από Πράμαντα- πρωτομάστορας, Κώστας Μπέκας (1825-1899). Τούτος, ακολουθώντας την παραδοσιακή μέθοδο, γύρισμα στο μιρκέζι, δηλαδή με ημικυκλικό τόξο, τεράστιο στην περίπτωση, πέτυχε το ακατόρθωτο -γεφύρωσε επιτέλους τον Άραχθο. Σημειωτέον πως και στις δύο εδώ κατασκευές είχε επίσης συμμετάσχει στην χρηματοδότηση ο Ιωάννης Λούλης, που μάλιστα στην πρώτη, αποτυχημένη προσπάθεια, ήταν αυτός που είχε επιλέξει τον μαστρο-Γιώργη όταν τέθηκε το δίλλημα της μορφής του τόξου -τον γνώριζε από άλλες δουλειές του.
Επαναλαμβάνουμε πως η ανατρεπτική για τα εγνωσμένα απόδοση του γεφυριού της Κόνιτσας από τον Χαρίλαο Γκούτο στον Κώστα Μπέκα, προβάλει πειστική, στηριζόμενη φυσικά στο παλαιό άρθρο. Γιατί αυτός, ο Μπέκας, «είχε εκτελέσει με επιτυχία την κατασκευή εκ νέου της γέφυρας της Πλάκας».[4]

Οι Αργύρης Πετρονώτης και Βασίλης Παπαγεωργίου, συγγραφείς του περίφημου  βιβλίου «Μαστόροι Χτίστες από τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας» -εκδόθηκε ο α΄ τόμος το 2008-, αλλά και σε προηγούμενες μελέτες τους, είχαν υποστηρίξει για την κατασκευή του γεφυριού της Κόνιτσας όσα γνωστά ανέφερε η παράδοση -πρωτομάστοράς του ο Ζιώγας Φρόντζος. Η αλήθεια όμως είναι ότι μια τέτοια, προφορική κατά βάση πληροφορία, ύστερα από το δημοσίευμα του «Νεολόγου» φαίνεται να ατονεί σημαντικά. Ο Γκούτος, ενισχύοντας τη θέση του, επιχειρηματολόγησε πως η όλη ιστορία -παράδοση στην ουσία- ξεκίνησε το 1947 με δημοσίευμα του Πυρσογιαννίτη παιδαγωγού, Ευριπίδη Σούρλα, που έγραψε πρώτος περί Φρόντζου.[5] Επανέλαβαν -λέει- αρκετοί,[6] γεγονός που τελικά οδήγησε «…στη μυθοποίησή του τρεφόμενη με υπερβολικό τοπικισμό».[7]
Οι παραπάνω δύο ερευνητές, να θυμίσουμε εδώ, είχαν δημοσιεύσει στο βιβλίο τους μέρος του άρθρου του «Νεολόγου», αιτιολογώντας -μη πειστικά είναι η αλήθεια- την επίμαχη φράση ως εξής: «ο ανταποκριτής εκ Κονίτσης αγνοεί ή αποκρύπτει ότι εκείνο το γεφύρι [της Πλάκας] γκρεμίστηκε αυθωρεί απάνω στο τζιαφέτι».[8] Όμως δεν νομίζουμε πως ένα γεφύρι σαν της Πλάκας, με τόσο μέγεθος (το μεγαλύτερο μονότοξο των Βαλκανίων) και τέτοια περιπετειώδη κατασκευή (στέριωσε με δύο προσπάθειες), θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητο και να μη γνωρίζει κάτι σχετικά -μόλις τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωσή του- ο αρθρογράφος του «Νεολόγου» από την Κόνιτσα. Γι’ αυτό άλλωστε οι Πετρονώτης και Παπαγεωργίου, προκειμένου να υποστηρίξουν πειστικά την εκδοχή τους και αντικρούσουν εκείνη του Γκούτου, προχώρησαν -ήταν πια ανάγκη- σε μια πιο ενδελεχή εξέταση των όποιων στοιχείων διέθεταν και έφεραν στη δημοσιότητα -τα καλά της αμφισβήτησης- μαρτυρίες που φαντάζουν αξιόπιστες.
Πρόκειται για διηγήσεις ανθρώπων που γεννήθηκαν κοντά στην εποχή της κατασκευής του γεφυριού και ό,τι λένε το άκουσαν ή από τους γονείς ή από τους παππούδες τους ή ηλικιωμένους της Πυρσόγιαννης, όλοι αυτόπτες μάρτυρες του γεγονότος. Είναι: ο Πασχάλης Ζούνης (1898-1988) που μεταφέρει τη γνώση του πατέρα του, Ιωάννη Ζούνη· ο Αντώνης Ι. Πάσχος (1921), που, όντας μικρό μαστορόπουλο, άκουγε στη δουλειά να κουβεντιάζουν σχετικά τους μεγάλους του μπουλουκιού, Βασίλη Καραγκιόζη (1870-1935), Γιάννη Σχώρεμα/Παπαρούκο (1874-1939), Λάμπρο Καραγκιόζη (1877-1943)· ο δικηγόρος και συγγραφέας, Πέτρος Ι. Φρόντζος (1903-1986), που στηρίχτηκε/άκουσε τον μάστορα Γιώργο Κώτα Φρόντζο/Ζάνα (1849-1932) ο οποίος μάλιστα είχε δουλέψει ο ίδιος στο γεφύρι!

Ο Κύρκας Σερίφης με την οικογένειά του
Εξ άλλου, οι παραπάνω συγγραφείς επικαλούνται πλήθος λεπτομερειών για την κατασκευή, αντλώντας από το αδημοσίευτο αρχείο τού επί πολλά χρόνια μουχτάρη, δηλαδή κοινοτάρχη, της Πυρσόγιαννης, Κύρκα Ν. Σερίφη (1848-1941).[9] Στο συγκεκριμένο αρχείο, λένε, βρίσκεται κατατεθειμένη επιστολή τού εγγονού τού Κύρκα, Στέφανου Κωνσταντή Σερίφη (1917-1998), την οποία και δημοσίευσαν. Παραθέτουμε μικρό απόσπασμά της:
«Το γεφύρι το έχτισε ο Ζιώγας Φρόντζος μαζί με τους Βουρμπιανίτες. Το δεξιό βάθρο προς το βουνό του Πάπιγκου ο Ζιώγας. Και από το μέρος της Κόνιτσας οι Βουρμπιανίτες. Το μπουλούκι του Ζιώγα το αποτελούσαν οι αδελφοί Σερίφη, παιδιά του Χρήστου, ο Νίκος πατέρας του Κύρκα, ο Γιώργος ή Γεωργόπουλος, ο Γιάννης ή Κατσιαμάνης. Ο Ζιώγας ήτανε γαμπρός του Γεωργόπουλου από κόρη και πρώτος ξάδερφος του Κύρκα. Οι αδελφοί Χρήστου Σερίφη είχανε τρία μουλάρια, πολύ καλά για να μεταφέρουν τα υλικά
Την πρώτη χρονιά, αφού το χτίσανε, όταν το ξεκαλουπώσανε κάθισε από το μέρος που το χτίσανε οι Βουρμπιανίτες 20 πόντους ή από κακοτεχνία ή γιατί το ξεκαλουπώσανε φρέσκο. Την ευθύνη τη ρίξανε στους Βουρμπιανίτες. Τους κρατήσανε λίγα χρήματα από την αμοιβή τους και την άλλη χρονιά το χτίσανε πάλι οι δικοί μας με μικρή αμοιβή που είχε σαν αποτέλεσμα να κλονιστεί η οικονομία του Κύρκα που είχε στο σπίτι του περί τα 20 άτομα […]».[10]

Ε
ίναι αλήθεια πως με όλα αυτά τα δεδομένα -το άρθρο του «Νεολόγου», το συμπέρασμα του Γκούτου, τα στοιχεία/επιχειρήματα των Πετρονώτη και Παπαγεωργίου- απάντηση ακλόνητη δεν προκύπτει. Το ερώτημα “ποιός τελικά έχτισε το γεφύρι, ο Φρόντος ή ο Μπέκας;” δεν τεκμηριώνεται πειστικά. Και οι δύο πλευρές δικαιούνται να επιμένουν, επικαλούμενοι ο μεν Γκούτος τη γραπτή, σύγχρονη της κατασκευής πηγή, οι δε Πετρονώτης και Παπαγεωργίου την παράδοση που τροφοδοτούν πλήθος μαρτυριών.
Η δική μου απάντηση, στηριζόμενη σε νέα, εν πολλοίς άγνωστα στοιχεία, θέλει πρωτομάστορα, δημιουργό του γεφυριού της Κόνιτσας, τον Πυρσογιαννίτη Ζιώγα Φρόντζο -δηλαδή να επαληθεύεται η παραδοσιακή εκδοχή. Η αιτιολόγηση, στηριζόμενη στα στοιχεία που στη συνέχεια θα παραθέσω και σε συνεπακόλουθες σκέψεις, έχει ως εξής:
Θεωρώ κλειδί για τη λύση του προβλήματος, τουλάχιστον αφετηρία των όποιων συμπερασματικών συλλογισμών μου, τη διερεύνηση της ταυτότητας του λεγόμενου  μαστρο-Γιώργη, του ανθρώπου δηλαδή που ανέλαβε την πρώτη -τελικά αποτυχημένη- κατασκευή του γεφυριού της Πλάκας (1863).
Θα πρέπει από την αρχή να παραδεχτούμε πως το συχνά συνοδευτικό τού μαστρο-Γιώργη, το “Κονιτσιώτης”, πρωτοαναφερθέν στην ιστορία του γεφυριού της Πλάκας,[11] δεν είναι το επώνυμό του, αλλά συνιστά δηλωτικό της καταγωγής του. Και βέβαια αυτή δεν είναι η Κόνιτσα, που δεν έβγαζε μαστόρους, αλλά τα βόρειά της, εκατέρωθεν του Σαραντάπορου λεγόμενα μαστοροχώρια, κοιτίδες σπουδαίων τεχνητών της πέτρας. Έτσι, ως Κονιτσιώτες, υπέγραφαν όποτε τους δινόταν ευκαιρία τα έργα τους.

Το γεφύρι της Πλάκας, το 1901 (φωτο συλλογής σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ II)
Οι Α. Πετρονώτης και Β. Παπαγεωργίου ήταν οι πρώτοι που εξέφρασαν την υποψία πως πίσω από εκείνο το “μαστρο-Γιώργης Κονιτσιώτης” κρυβόταν ο Ζιώγας ο Φρόντζος. Οδηγήθηκαν σε αυτό, όχι βέβαια από το ότι o “Γιώργης” στην ντοπολαλιά αποκαλείται “Ζιώγας”, αλλά επειδή στη μικρή κοινωνία της Πυρσόγιαννης ήταν ευρέως γνωστό πως ο παραδεκτός από όλους τους συγχωριανούς του άξιος, Ζιώγας, είχε αποτύχει σε ένα γεφύρι που δούλεψε κάπου στην Παλιά Ελλάδα. Είχαν γράψει: «Αυτά τα στοιχεία μας οδηγούν σε μια υπόθεση εργασίας που διατυπώνουμε με κάθε επιφύλαξη, επιβαλλόμενη (και η υπόθεση, και η επιφύλαξη) από λόγους επιστημονικής δεοντολογίας και αντικειμενικότητας: Δηλαδή μήπως με τον “μαστρο-Γιώργη” πρέπει να ταυτιστεί ο Ζιώγας Φρόντζος;; Αυτός υπήρχε τότε, δεν ήταν 50 χρονών, και είχε πίσω του σημαντικό έργο. Η αναφορά του “Κοντσιώτης” εδώ κάτω στα νοτιότερα μέρη, ιδίως τα μαστοροχώρια των Τζουμέρκων, δεν παραπέμπει κατ’ ευθείαν στην ίδια την Κόνιτσα, αλλά στην περιοχή της με τα μαστοροχώρια της…».[12]
Η υπόθεση αυτή ενισχύεται αρκετά -τουλάχιστον επιβεβαιώνεται η συμμετοχή Πυρσογιαννιτών μαστόρων στην Πλάκα- από συγχαρητήρια επιστολή που μου είχε στείλει στις 11 Μαρτίου 1983, με αφορμή τότε δημοσίευμά μου, ο πρόεδρος της Εταιρείας Ηπειρωτικών Μελετών (ΕΗΜ), δικηγόρος, δήμαρχος και βουλευτής, Κωνσταντίνος Α. Φρόντζος (1904-1986) -συγγενής του Ζιώγα. Μεταξύ άλλων σημείωνε πως «…ο πάπος μου Απόστολος Φρόντζος έχτισε το γεφύρι της Πλάκας». Θεωρούμε πως εκείνο το “έχτισε” εννοιολογικά πρέπει να διαβαστεί “δούλεψε”, γιατί ο περίπου τριαντάχρονος τότε Απόστολος Φρόντζος (1834-1910/20), 20 χρόνια μικρότερος του Ζιώγα, δεν θα μπορούσε να αναλάβει ένα τέτοιου μεγέθους έργο. Άλλωστε προσκρούει στο γνωστό μας -τεκμηριωμένο- “μαστρο-Γιώργης”. Η αξία της επιστολής -το δηλώσαμε- έγκειται στην επιβεβαίωση της παρουσίας μαστόρων από την Πυρσόγιαννη στις εργασίες ανέγερσης του γεφυριού της Πλάκας.  
Απεναντίας το επόμενο που παραθέτω στοιχείο, σε συνδυασμό με το δημοσίευμα του «Νεολόγου», αποδεικνύεται καθοριστικό για τον προσδιορισμό-αναγνώριση του αληθινού δημιουργού του γεφυριού της Κόνιτσας. Το 1986, κατά τη συγγραφή του βιβλίου μου «Το Γεφύρι κι ο Ηπειρώτης», προκειμένου να συλλεχθούν στοιχεία για τη ζωή του πρωτομάστορα του γεφυριού της Πλάκας, του Κώστα Μπέκα, εντόπισα  στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς τον εγγονό τού τελευταίου, πολιτικό
μηχανικό, Σπύρο Μπέκα (1914-1991). Πράγματι τούτος με πληροφόρησε τόσα, ώστε να προκύψει ένα ικανοποιητικό πορτρέτο του πρωτομάστορα που συμπεριλήφθηκε στο εκδοθέν το 1987 βιβλίο μου.[13] Μεταξύ των άλλων που μου εκμυστηρεύτηκε τότε ο Σπύρος Μπέκας, θυμάμαι, ήταν και η συνεργασία που είχαν ο μαστρο-Γιώργης και ο παππούς του, ο μαστρο-Κώστας (Μπέκας) -επέμενε σε αυτό. Δυστυχώς με την τότε απειρία μου δεν αξιολόγησα σωστά τη συγκεκριμένη πληροφορία, που άλλωστε κατέστη σημαντική πολύ εκ των υστέρων, στις μέρες μας -όταν τα νέα στοιχεία γέννησαν ερωτηματικά.
Το ευτύχημα είναι πως ο γιος του πρωτομάστορα, δικηγόρος και επί σειρά ετών δήμαρχος Πραμάντων, Νίκος Μπέκας (1857-1962) -και πατέρας του πληροφορητή μου Σπύρου Μπέκα-, άφησε πολύτιμα απομνημονεύματα,[14] στα οποία, μεταξύ  των άλλων, αναφέρεται και στο χτίσιμο του γεφυριού. Θα κάνουμε φυσικά χρήση τους, μάλιστα όντας υποψιασμένοι, με ιδιαίτερη προσοχή. Ποιο πριν όμως να θυμίσουμε -έχει γραφτεί- πως για την κατασκευή του γεφυριού -την αρχική (1863), την αποτυχούσα- είχαν ενδιαφερθεί τουλάχιστον τέσσερις πρωτομάστορες· κατά τον Παπακώστα «εκ Πραμάντων, Ραφταναίων, Σκλάπου και Κονίτσης».[15] Και γράφει επί του προκειμένου, συνεχίζοντας, ο Νίκος Μπέκας στα απομνημονεύματά του:


Νίκος Μπέκας (1857-1962)
«Το σχέδιον και το χτίσιμο του γιοφυριού ανέλαβον και συνεφώνησαν δυο Αρχιτέκτονες - πρωτομάστορες, ο Μαστρογιώργης, ως άνω, από την Κόνιτσα και ο Μαστροκώστας Μπέκας από την Πράμαντα. Οι δυο μαζί έκαμαν το σχέδιον του μονότοξου γιοφυριού αλλ’ εις το ύψος διεφώνησαν. Ο μεν Μαστρογιώργης εγνωμάτευσε να είναι το ύψος χαμηλότερον, ο δε Μαστροκώστας Μπέκας εγνωμάτευσεν το ύψος να είναι μεγαλύτερον· διότι το άνοιγμα των δύο βάθρων επί των δύο οχθών ήτο πλατύ και έπρεπε το ύψος του τόξου του γιοφυριού να είναι ανάλογον προς το πλάτος αυτού. Η υπόθεσις της διαφωνίας ως προς το ύψος ανεφέρθη εις τον αείμνηστον Λούλην τον χορηγόν του πολλού χρήματος.
Κατά την συνέλευσιν και συζήτησιν απεφασίσθη και επροτιμήθη το σχέδιον ως προς το ύψος του Μαστρογιώργη, ως μάλλον προσκειμένου και γνωστού προς τον μακαρίτην Λούλη και αμέσως ετέθη εις εφαρμογήν».[16]
Δηλαδή, προτιμήθηκε μεν το σχέδιο του μαστρο-Γιώργη, όμως και οι δύο πρωτομαστόροι δούλεψαν το έργο από κοινού. Γιατί δεν προκύπτει από πουθενά πως ο μαστρο-Μπέκας, χολωμένος ίσως, αποχώρησε όταν το σχέδιό του δεν εφαρμόστηκε. Απεναντίας, όπως μου τόνισε ο Σπύρος Μπέκας, ο πληροφορητής μου, αλλά και οι μέχρι ακόμη σήμερα απόγονοι της οικογένειας επιμένουν, ο μαστρο-Κώστας ήταν εκείνος που παρηγόρησε τον μαστρο-Γιώργη μετά την καταστροφή και τον πήρε σπίτι του. Εκεί, στα Πράμαντα, στο σπίτι των Μπεκαίων, τον βρίσκουμε τον μαστρο-Γιώργη να διαμένει και πολύ αργότερα, μετά την επιτέλους στερέωση του γεφυριού με βάση πια το σχέδιο του μαστρο-Κώστα (1866). Η απόδειξη της φιλοξενίας βρίσκεται -θα το δούμε αμέσως- στα απομνημονεύματα. Μάλιστα από τα τελευταία φαίνεται, αποδεικνύεται περίτρανα -κι αυτό είναι το σημαντικότερο- πως πάλι μαζί οι δύο πρωτομαστόροι δουλεύουν στη δεύτερη, επιτυχημένη κατασκευή. Συνεχίζοντας την ανάγνωση των απομνημονευμάτων, ακούμε: «Θυμήθηκα το δώρον, ’που μ’ έδωκεν ο πρωτομάστορας του γιοφυριού της Πλάκας στο μεσοχώρι της Πράμαντας, της γενετειράς μου, ο Μαστρογιώργης ο Κονιτσιώτης το οποίον ήτο ένα κομμάτι «κάντιο» γαλάζιο, (κρυσταλλωμένη ζάχαρι)». Και πάλι παρακάτω, επανερχόμενος στο περιστατικό, θα σημειώσει ο μικρός τότε, τελικά υπερεκατοντούτης, Νίκος Μπέκας: «Αφού τελείωσε το γιοφύρι ο Μαστορογιώργης ήρθε στην Πράμαντα, όπου εφιλοξενήθη από τον συνάδελφό του Μαστορο-Κώστα. Μίαν τότε Κυριακή ο Μαστορογιώργης με πήρε από το χέρι με πήγε σ’ ένα Μπακάλικο και μώδωκε ένα κομμάτι Κάντιο γαλάζιο. Η χαρά μου σαν παιδάκι ήτο τόσο μεγάλη, όσο και το Κάντιο».
Τα πράγματα λοιπόν -βλέπε τις υπογραμμίσεις / δικές μας- προκύπτουν ξεκάθαρα: μαζί και οι δύο πρωτομαστόροι δούλεψαν και το πρώτο γεφύρι που κατέρρευσε (1863) και το δεύτερο που στέριωσε (1866)· απλά λόγω σχεδίου ο μαστρο-Γιώργης χρεώθηκε την αποτυχία, ο μαστρο-Κώστας πιστώθηκε την επιτυχία, κάτι που έφτασε στις μέρες μας δυστυχώς αδικώντας…

Ζιώγας Φρόντζος (1814-1893)
Και ας επιστρέψουμε στο δημοσίευμα του «Νεολόγου» που, ομολογουμένως, χωρίς αυτό δεν θα υπήρχε κίνητρο έρευνας και ξεκαθαρίσματος της όλης ιστορίας. Το πολυτιμότερο όμως που προκύπτει από το συγκεκριμένο άρθρο, μετά τα όσα παραθέσαμε, είναι η ταυτοποίηση του μαστρο-Γιώργη Κονιτσιώτη με τον Ζιώγα Φρόντζο. Μία εκ νέου ανάγνωσή του καθιστά προφανές το συμπέρασμά μας, επιβεβαιώνει τη μέχρι χθες υπόνοια. Ο χορηγός του γεφυριού που χτίζεται στην Κόνιτσα τώρα (1869), ο Ιωάννης Λούλης, εξακολουθεί να εμπιστεύεται τον Ζιώγα Φρόντζο, όπως διαβάζουμε στο άρθρο, γι’ αυτό άλλωστε και «ανεδέχετο και την εγγύησιν του αρχιτέκτονος, της ικανότητος του οποίου είχε δείγματα ακριβή εκ της κατασκευής τής εν τη επαρχία Τσουμέρκα έτι καταπληκτικωτέρας γεφύρας». Περιττό να ειπωθεί πως τέτοια σύσταση -εγγύηση- ποτέ δεν θα έκανε ο Λούλης για κάποιον αποτυχόντα. Και βέβαια αν δεν συμμετείχε ο Ζιώγας Φρόντζος στη δεύτερη επιτυχημένη προσπάθεια γεφύρωσης στην Πλάκα, θα αποχωρούσε και δεν θα τον συναντούσαμε μετά την ολοκλήρωση του έργου φιλοξενούμενο του Μπέκα -η επαγγελματική αντιζηλία θα απέκλειε κάτι τέτοιο. Άλλωστε η συνεργασία περισσοτέρων του ενός μπουλουκιών στην κατασκευή τέτοιων έργων είναι προφανής -στο γεφύρι της Κόνιτσας δούλεψαν 10 πρωτομαστόροι με τις ομάδες τους.
Άρα -ασφαλές το συμπέρασμα- είναι ο Ζιώγας Φρόντζος ο δημιουργός, ο πρωτομάστορας του γεφυριού της Κόνιτσας! Δεν διαψεύστηκαν έτσι οι αρκετές, προφορικές μεν αλλά όχι μακρινές του γεγονότος, μαρτυρίες. Θα ήταν παράξενο, εντελώς ανεξήγητο, να είχε συμβεί αυτό που υποστήριξε ο Χαρίλαος Γκούτος: ό,τι ο Ευριπίδης Σούρλας δημιούργησε μύθο παρασύροντας τους Πυρσογιαννίτες -προϋποθέτει οι απλοί χωρικοί να παρακολουθούν τον λόγιο παιδαγωγό· απεναντίας ο Σούρλας θα άκουσε και θα έγραψε το 1947 όσα οι ηλικιωμένοι Πυρσογιαννίτες ιστορούσαν από καιρό.
Να επισημάνουμε τέλος πως, η εμπιστοσύνη του Λούλη προς τον Φρόντζο δεν θα αρθεί μολονότι κι εδώ στην Κόνιτσα χρειάστηκαν δύο προσπάθειες για να σταθεί το γεφύρι -κάθε άλλο παρά εύκολη αποδεικνυόταν μια τέτοια δουλειά. Μόλις ένα χρόνο μετά λοιπόν, το 1871, που σχεδιάζεται να ξαναγεφυρωθεί στην Μπαλντούμα ο ποταμός που παρέσυρε το περίφημο γεφύρι της Κυράς, ο Λούλης δεν θα διστάσει να προτείνει και πάλι, στις τουρκικές επίσημες αρχές αυτή τη φορά, τον Ζιώγα τον Φρόντζο.[17]


[1] Ο Ιωάννης Ζ. Λούλης, γεννημένος στις αρχές του 19ου αιώνα στο Κοτόρτσι των Κατσανοχωρίων, υπήρξε πρότυπο ευεργεσίας σε όλη του τη ζωή. Φτωχός και αγράμματος θα κερδίσει, αρχικά εμπορευόμενος στην Ανατολική Μακεδονία και ύστερα στα Ιωάννινα, σημαντική περιουσία, που μεγάλο μέρος της θα διαθέσει στους συνανθρώπους του, χρηματοδοτώντας την κατασκευή δρόμων, σχολείων, εκκλησιών, νερόμυλων, γεφυριών κ.λπ. Δικαιολογημένα λοιπόν τον αποκάλεσαν αζά, δηλαδή δημογέροντα.
[2] «Κόνιτσα», 170/Μάι.-Ιούν. 2013, 179.
[3] Χαρίλαος Γ. Γκούτος, Παλιές Γέφυρες στην επαρχία μας, περ. «Κόνιτσα», 179/Νοε.-Δεκ. 2014, 419.
[4] Χαρ. Γκούτος, ό.π., 419.
[5] Εφ. «Ηπειρωτικό Μέλλον» φ. 82-83/1947. Επίσης, αργότερα, στην ίδια εφημερίδα φ. 97/1970, αλλά και στο βιβλίο του Δημήτριος Ζγκολόμπης, 1958, 50-51.
[6]Αναφέρει: Ι. Λυμπερόπουλος, Παζαριού ανατομή, 1971, 125, Π. Φρόντζος, Η παιδεία στην Πυρσόγιαννη επί τουρκοκρατίας, 1980, 8-9, 30, Σ. Μαντάς, Τα Ηπειρώτικα γεφύρια, 1984, 30 και Το Γεφύρι κι ο Ηπειρώτης, 1987, 35-36, Βασίλης Παπαγεωργίου - Αργύρης Πετρονώτης, Ο Πυρσογιαννίτης Πρωτομάστορας Ζιώγας Φρόντζος και τα έργα του (Μαστόροι και Γεφύρια), Ανάτυπο από τον συλλογικό τόμο «Η επαρχία Κόνιτσας στο χώρο και το χρόνο», Δήμος Κόνιτσας - Πνευματικό Κέντρο, Κόνιτσα 1996,
[7] Χαρ. Γκούτος, ό.π., 421.
[8] Αργ. Πετρονώτης / Βασίλης Παπαγεωργίου, Μαστόροι Χτίστες από τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας, τ. Α΄ Ιωάννινα 2008, 262.
[9] Βρίσκεται στο υπό ίδρυση «Μουσείο Ηπειρωτών Μαστόρων» στην Πυρσόγιαννη.
[10] Αρ. Πετρονώτης / Β. Παπαγεωργίου, Ποιός πρωτομάστορας έχτισε το γεφύρι της Κόνιτσας, «Κόνιτσα», τχ. 179/Νοε.-Δεκ. 2014, 425-426.
[11] Νικόλαος Παπακώστας, Ηπειρωτικά - Αθαμανικά, Αθήναι 1967, σ. 428-432.
[12] Βασίλης Παπαγεωργίου - Αργύρης Πετρονώτης, Ο Πυρσογιαννίτης… ό.π. 234-235.
[13] Σ. Μαντάς, Τα Ηπειρώτικα γεφύρια, 1984, 30 και Το Γεφύρι κι ο Ηπειρώτης, 1987, 76-78.
[14] Βρίσκονται στα χέρια των απογόνων του.
[15] Νικόλαος Παπακώστας, ό.π, σ. 430.
[16] Το συγκεκριμένο μέρος των απομνημονευμάτων, που αφορά το γεφύρι, δημοσιεύτηκε στο
[17] Ελληνοτουρκική εφημερίδα «Γιάνγια - Ιωάννινα», φ. 96 / 19 Απριλίου 1871. Εδώ «παρουσιάσθησαν με την εγγύησιν του τραπεζίτου Κ. Ι. Λούλη ο κάλφας Γεώργιος Φουρούντζης εκ Προσόγιανης και ο Ευάγγελος εκ Μολίστης, εις τους οποίους θέλει γενή και η παραχώρησις».

2 σχόλια:

  1. Συγχαρητήρια για την έρευνα και τα συμπεράσματα, που καταξιώνουν τους δύο μεγάλους πρωτομάστορες κατασκευαστές γεφυριών: Τον Πραμαντιώτη Κώστα Μπέκα και τον Πυρσογιαννίτη Ζιώγα (Γιώργο) Φρόντζο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή