Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2011

Τα γεφύρια της καλόγριας



ΤΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΤΗΣ ΚΑΛΟΓΡΙΑΣ
Ένα γεγονός που έγινε θρύλος…


Στη Σωπική του Πωγωνίου, δύο πέτρινα τοξωτά γεφύρια κατασκευάστηκαν από μία καλόγρια προς …άφεσιν αμαρτιών.
Πρόκειται για το γεφύρι στο Μεσοχώρι του χωριού (μπαζωμένο σήμερα μαζί με τον λεγόμενο Γυφτόλακκο τον οποίο γεφύρωνε) και το γεφύρι του Τούρκου (αυτό ανάμεσα Σωπική και Οψάδα, στη θέση Κουμάσια, πάνω στον λάκκο των Βασιλιάτων).
Παραθέτουμε το γεγονός, όπως το εξιστορεί ο ιστορικός της Ηπείρου Ιωάννης Λαμπρίδης και στη συνέχεια τον θρύλο όπως ακούγεται έως τις μέρες μας (σε δύο παραλλαγές).


Τ
ην εις Σωπικήν γέφυραν, δι’ ης συνδέονται αι συνοικίαι αυτής «Ζιουμάταις και Μεσαία», ως και την οδόν αυτής «Γκρημνισμένους» κατεσκεύασεν ιέρεια τις εκ Δελβινακίου εν τω κελλίω του εν Σωπική ναού της Κοιμήσεως διαμένουσα τον δε τρόπον: Ποτίζουσαν αγρόν τινα της Εκκλησίας ταύτης έξω του χωρίου απεπειράθη να παραβιάση Τζιοχαδάρης τις του Αλή εκείθεν διερχόμενος και Κύριος οίδε τίνα να διαφθείρη αποστελλόμενος. Η καλογραία προσεποιήθη ότι συγκατατίθεται να κορέση την όρεξιν του οθωμανού και παρεκάλεσεν αυτόν να αποσυρθώσιν εις απόκεντρον και απώτερον μέρος. Ενώ δε ο Τζιοχαδάρης παρεσκευάζετο προς το έργον, η ιέρεια συλλαβούσα αυτόν εκ των όρχεων έσφιγξε τοσούτον ισχυρώς, ώστε ο τάλας απεβίωσεν. Ο Οθωμανός έφερεν επί του ίππου του δισάκκιον, εν ω ευρέθησαν φλωρία ικανά, άπερ κατά προτροπήν του ιερέως Ιωάννου Οικονόμου, προς ον ωμολόγησε το γεγονός η ιέρεια, εδαπανήθησαν προς κατασκευήν των ειρημένων.[1]
Την εις θέσιν «Κουμάσια» μεταξύ Σωπικής και Οψάδας γέφυραν έκτισε τω 1791 ο Νάσιος Ι. Οικονόμος.[2]
Ιωάννης Λαμπρίδης (1889)


Π
ρώτα, το Ταχυδρομείο το περνούσαν οι Τούρκοι από ’δω. Από Γιάννενα έρχονταν εδώ, ύστερα στη Γκρίκα της Σέλτσας και μετά πήγαιναν στο Κάστρο. Ήταν κοντύτερα έτσι. Με τα ζώα πήγαιναν.
   Λοιπόν, ήταν μια γυναίκα από ’δω που ’χε χωράφι κάτω στο ποτάμι, ποτιστικό. Νύχτα ήτανε, περνούσε ο τούρκος ταχυδρόμος, είδε τη φωτιά, ανέβηκε αποπάνω. Την είδε τούτη που πότιζε και τη χαιρέτησε. Έκατσε ύστερα εκεί στη φωτιά. Αυτή ..κατάλαβε και σκεφτότανε.
   Της έβαλε τότε αυτός χέρι, πώς να ..πεις, ήθελε να τη βιάσει. Αυτή το δέχτηκε, ναι, αλλά πριν φτάσει αυτός στο απροχώρητο του τα ’στριψε αποκάτω και τον άφησε κόκαλο!
   Αφού τον έδεσε καλά, τον πήγε κάτω στο ποτάμι, εκεί που ’χε το άλογό του, το μουλάρι του, τον εφόρτωσε και τον έβγαλε κάτω στου Τσιμίντζη για να χάσουν τα νερά, να μη βγει ότι στη Σωπική το ’παθε αυτό.
   Σηκώθηκε μετά και πάει στο χωράφι της. Την άλλη μέρα έρθε και ετάχθηκε καλόγρια! Παράτησε και το χωράφι επειδή έκανε το φόνο. Αλλά έπρεπε αυτή κάτι να κάνει τα λεφτά, γιατί είχε λεφτά αυτός στο δισάκι του, του τα ’χε πάρει αυτή τα λεφτά, τα ’χε μαζί της. Άρχισε λοιπόν να φτιάξει αυτό το γιοφύρι. Είπε των μαστόρων, των τεχνιτών εκειπέρα, να σκαλίσουν σε μια πέτρα το ..γκόξι της, πώς να το πούμε, το στήθος της. Και το φτιάξαν οι μαστόροι, σαν ενθύμιο! Θα ’ναι ακόμα εκεί, κάτω απ’ την καμάρα.
   Αυτή, η καλογριά, έφτιαξε και το τουρκογιόφυρο, …Ούρα ε Τούρκου που λένε αλβανικά. Είναι στο ποτάμι που πάμε για Οψάδα. Η καλόγρια έδωσε κι εκεί τα χρήματα. Αυτά είναι η ιστορία…
Παναγιώτης Ζώτος (83 ετών/2001)


Λ
οιπόν, αυτή εκεί ήταν μια γυναίκα Σωπικιώτισα. Λεγότανε Μαρία Θυμιογιάννη και είχε ένα χωράφι κάτω, πλησίον στου Τσιμίντζη, κάτω στη Σέλιανη…
   Λοιπόν, και τσης λέει ο άντρας της, ..πήγαινε εσύ Μαρία, τσης λέει, πήγαινε μπροστά, κι εγώ θα ’ρθω. Γιατί είχανε το νερό και επότιζαν τη νύχτα…
   Λοιπόν, ε …πώς εμπλέχτηκε ο άντρας, που λες, δεν επάει εκείνο το βράδυ. Τούτη εδώ, επερίμενε, επερίμενε, επερίμενε. Περνάει ένας ταξιντάρης -αυτοί που παίρνανε, που μάζευαν τους φόρους, εισπράκτορας∙ τούρκος ήτανε- περνάει, κι όπως είχε δύο δισάκια πάνω στ’ άλογο -θύματα απ ’εδώ τα χωριά τα ελληνικά- και περπατούσε, πήγαινε κάτω, την είδε εκεί, γυναικάρα αυτή, την είδε και τσης λέει.., -την ίφερνε γύρω που λες για να τη βιάσει.
   Τούτη ’δω, εφόσον είχε την ιδέα της, ότι θα ’ρθει ο άντρας της, ..εμ μωρέ, περίμενε, του λέει, και να ..η νύχτα δική μας είναι .., και κείνο και τ’ άλλο! Ύστερα, είδε που δεν ερχόταν ο άντρας της -ο Τούρκος ήθελε να τη βιάσει- ένα άρπαμα του κάνει αυτή ’πο κάτω απ’ τα λιμπά και τον άφησε στον τόπο…
   Παίρνει, που λες, ύστερα το άλογο και το κυνήγησε κάτω προς του Τσιμίντζη, να φύγει κάτω. Αυτόν τον έθαψε μέσα εδώ, στο καλαμπόκι, τον έθαψε και του πήρε τα χρήματα…
   Πάει το πρωί ο άντρας. Του λέει: εμείς χωριστήκαμε -του λέει- εγώ δεν σε θέλω, δεν σε θέλω, τάχτηκα καλόγρια. Μωρέ καλή, μωρέ κακή -τσης λέει αυτός- τίποτα. Και πάει καλόγρια.
   Όταν ύστερα πέρασε η ηλικία της, ετσάκισε η ηλικία της, αυτή αρχίνεψε να φκιάξει κάτι να ακουστεί τ’ όνομά της. Έφκιαξε το τουρκογιόφυρο, τ’ άλλο στο λάκκο Μιτσάλη στο έβγα του χωριού, και κείνο στην εκκλησιά, στο μεσοχώρι. Που λες, έφκιαξε και το περικάλυμμα της εικόνας της Παναγιάς, το ’φκιαξε ασημένιο. Κι έγραφε πως το ’χε φκιαγμένο Μαρία Θυμογιάννη στα χίλια οχτακόσια τόσο…».
Κώστας Τέλιος (67 ετών/2001)

Υστερόγραφο
Το περιστατικό αναφέρεται και στο βιβλίο του Νικολάου Β. Πατσέλη, Το Δελβινάκιον της Ηπείρου, Αθήναι 1948, σ. 116-117. Κατά τον συγγραφέα, η καλόγρια λεγόταν Διονυσία και καταγόταν απ’ το Δελβινάκι.
Η απόπειρα βιασμού περιγράφεται, ακόμη, σε βιβλίο του Σωπικιώτη Βασιλείου Τσιόπου (Η Σωπική στο Δυτικό Πάνω Πωγώνι, Ιωάννινα 1998, σ. 84-85) όπου βρίσκουμε, ίσως, διευκρίνιση για της γυναίκας την καταγωγή. Εκεί λοιπόν, κατά τον πληροφοριοδότη Αθανάσιο Ματσούκα -διήγησή του το 1942- διαβάζουμε πως, «συνάμα τόσο το κτήμα όσο και την άλλη της περιουσία τα δώρισε στην εκκλησία και η ίδια έγινε καλόγρια. Μετά από αυτή ήλθε μια άλλη καλόγρια από το Δελβινάκι και μετά από τη Δελβινακιώτισσα ήλθε άλλη από τις Δρυμάδες, που ήταν και η τελευταία».
Τέλος, ενδιαφέρον, στο ίδιο βιβλίο, του Τσιόπου, έχει κι ένα δίστιχο που παρατίθεται. Το τραγουδούσαν -πληροφορεί ο συγγραφέας- στο χωριό και αναφέρεται, ακριβώς, στις πρώτες στιγμές της συνάντησης του τούρκου και της καλόγριας. Ο πρώτος …επιμένει, η δεύτερη προσπαθεί να καθυστερήσει ..
- Ρίμόζ ζόνια ρί ( =κάθισε μωρή κυρά)
- Το πήραν, γιέ μ’, τ’ αρνί
- Ρί μόγ μάρ ( =κάθισε μωρή τρελή)
- Μαζί με το τομάρ …


[1] Ιωάννου Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τεύχος Έβδομον: Πογωνιακά, Εν Αθήναις 1889, σελ. 50.
[2] Ιωάννου Λαμπρίδου, Ηπειρωτικά Μελετήματα, τεύχος Έβδομον: Πογωνιακά, Εν Αθήναις 1889, σελ. 15.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου