Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2011

Αλιβέρι Εύβοιας



Tου γεφυριού της Άρτας
Παραλλαγή από το Αλιβέρι
Εύβοια




Μ
εγάλο χωριό σε μικρό κάμπο. ελιές, φρούτα, κρασί, πλούσια τα ελέη. Κάτι ήξερε ο Αλή-Βέρος, ο Τούρκος που έγινε αφέντης αυτού του τόπου και του έδωσε το όνομά του. Ο συνοικισμός του “Κάραβου” είναι στην ακτή. Εκεί είναι και το μεγάλο θερμοηλεκτρικό εργοστάσιο της Δ.Ε.Η. Η παραλία είναι γεμάτη ευκάλυπτους και κέντρα…[1]

Έτσι περιγράφεται το Αλιβέρι της Εύβοιας στα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Και βέβαια παραμένουν ελάχιστα πια, όσα από τότε δεν άλλαξαν. Όπως η “Καμάρα”, που εξακολουθεί κάθε δεύτερη μέρα του Πάσχα να χορεύεται στο προαύλιο του Αϊ-Γιώργη.
Περιγραφόταν από τότε το έθιμο ως εξής: «Το απόγευμα της ημέρας αυτής, μετά τον εσπερινό, συναθροίζονται σχεδόν όλοι οι κάτοικοι εις τον περίβολον της εκκλησίας πρωτοστατούντος του προέδρου και των άλλων ιθυνόντων του τόπου. Μία ομάδα νέων ανοίγει τον χορό με πρωτοχορευτή εκείνον που τραγουδάει. Είναι ο ίδιος κάθε χρόνο κ’ είναι ο μόνος που το έχει γραμμένο. Χορεύεται συρτός στα τρία, πολύ αργός…».[2]

Πρόκειται για την τοπική παραλλαγή “του γιοφυριού της Άρτας”, με 41 εδώ στίχους, που επιπλέον διανθίζονται με τσακίσματα: στο τέλος κάθε α΄ ημιστίχιου ακούγεται “μαρ’ έβγα δες”, στην αρχή του β΄ ημιστίχιου το “γιε μ’” και στο τέλος πια του στίχου η επωδός-παρότρυνση “για να ζείτε, λέγετέ το”.



Τραγούδι και έθιμο λένε πως ξεκίνησαν στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, τότε που τελείωσε το χτίσιμο της εκκλησίας του χωριού. Θυμόνταν οι ντόπιοι: «Όταν αποφάσισαν οι προπάτορές μας, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, να χτίσουν τον Αϊ-Γιώργη, φέρανε μαστόρους Ηπειρώτες (Αρτινούς) και αυτοί με τα μουλάρια κουβάλαγαν τις πέτρες από τον μελισσότοπο, γιατί τότε δεν υπήρχαν ούτε κάρα. Άρχισε να χτίζεται το 1864…».[3] Όταν λοιπόν τελείωσε η κατασκευή, μαστόροι και ντόπιοι το ρίξαν στο χορό. Τραγούδησαν και χόρεψαν την “Καμάρα”, που από τότε έμεινε συνήθεια να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο…

 Ένας: Σαράντα πέντε μάστοροι -μαρ’ έβγα δες
 Όλοι: Σαράντα πέντε μάστοροι -μαρ’ έβγα δες
 Ένας: γιε μ’, κι εξή-
            γιε μ’, κι εξήντα μαθητάδες -για να ζεί-
                                                         για να ζείτε, λέγετέ το
 Όλοι: γιε μ’, κι εξή-
            γιε μ’, κι εξήντα μαθητάδες -για να ζεί-
                                                         για να ζείτε, λέγετέ το

Η μαγνητοσκόπηση έγινε στο Αλιβέρι στις 23 Απριλίου 2006, δεύτερη μέρα του Πάσχα. Πρώτος τραγουδιστής -όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια- ήταν ο Αριστοτέλης Σαλαμπασόπουλος.



Σαράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
καμάρα χτίζουν στο γιαλό σε τούτο ’δω το ρέμα.
Ολημερίς την χτίζανε, το βράδυ γκρεμιζόταν!
Φιρμάνι[4] στέλνει ο βασιλιάς να κόψουν τους μαστόρους.
Πουλάκι πήγε κι έκατσε στο φρύδι της καμάρας,
δεν κελαηδούσε σαν πουλί, μήτε σαν χελιδόνι,
μόν΄ κελαηδούσε κι έλεγε μ΄ ανθρώπινη φωνίτσα:
« Αν δεν στοιχειώσει άνθρωπος, καμάρα δεν στεριώνει,
ουδέ φτωχός, ούτ΄ άρχοντας, μήτε απλός διαβάτης,
μόνον του πρωτομάστορη την όμορφη γυναίκα»!
Σαν τ΄ άκουσε ο μάστορης, πολύ του κακοφάνη.
Μαντάτα πάνε κι έρχονται στου μάστορη το σπίτι…
- Άντε, άντε, μαστόρισσα, κι ο μάστορης σε θέλει.
- Πες μου αν είναι για καλό να στολιστώ και να ΄ρθω,
κι αν είναι γι΄ άλλο τίποτα να έρθω όπως είμαι!
-Άντε, άντε, μαστόρισσα, ας είσαι όπως είσαι…
Όταν την είδε ο μάστορης αρχίζει να δακρύζει.
- Τι έχεις μάστορη και κλαις, τα δάκρυα σκουπίζεις;
- Χρυσή αρεββώνα μου ΄πεσε στον μπάτο της καμάρας
θέλω να μπεις να τήνε βρεις και πάλι σε τραβάμε.
- Σαράντα οργιές η μπόλια[5] μου κι εξήντα τα μαλλιά μου,
για δέστε με απ’ τα μάσχαλα[6] να κατεβώ στον μπάτο.
Εγύρισα, τριγύρισα, τίποτα δεν ευρήκα,
μόνον ανθρώπων κόκαλα, μικρών παιδιών κεφάλια.
Τράβα μ΄ απάνω, μάστορη, ’ρρεβώνα δεν ευρήκα…
- Ούδ’ αρραβώνα μου ’πεσε, μόνο στοιχειό σε βάλαν…
- Τράβα με απάνω, μάστορη, έχω παιδί στην κούνια…
- Άλλοι κουνούνε το παιδί, άλλοι το μεγαλώνουν…
- Τράβα με απάνω, μάστορη, έχω ψωμί στη σκάφη…
- Άλλοι ζυμώνουν το ψωμί, κι άλλοι θε να το φάνε…
- Τρεις αδερφάδες είμαστε και οι τρεις κακογραμμένες,
η μια στοιχειό στο Δούναβη, η άλλη στον Αφράτη,
κι εγώ η κακορίζικη σε τούτο ’δω το ρέμα!
Ως τρέμει η καρδούλα μου, να τρέμει η καμάρα,
πως πέφτουν τα μαλλάκια μου, να πέφτουν ο διαβάτες.
Όταν περνά ο γιόκας μου, να σειέται, να λυγιέται,
κι όταν περάσει ο μάστορας, να γκρεμιστεί, να πέσει..!
Ψιλή φωνίτσα έβγαλε μέσα απ΄ την καρδιά της:
- Και ποιος παίρνει την πίκρα μου και ποιος την ομορφιά μου;
Μια δαφνούλα φουντωτή φωνάζει από το ρέμα:
- Εγώ παίρνω την πίκρα σου, εγώ την ομορφιά σου..!


[1] ΕΛΛΑΔΑ, 4, Ιούλ.1963, σελ. 15.
[2] Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας, Λαογρ. Αρχείο 2401 (1961), σελ. 75-77.
[3] Στάθης Κ. Γλάρος, Λαογραφικά Αλιβερίου Ευβοίας, «Αρχείο Ευβοϊκών Μελετών», ΚΖ / 1986-87, σελ. 225-234.
[4] Φιρμάνι (τουρκική λέξη) = έγγραφη διαταγή.
[5] Μπόλια = μαντήλι.
[6] Μάσχαλα = μασχάλες.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου