Τρίτη 27 Μαρτίου 2012

√ Τεχνική & αισθητική - Η ταυτότητα των γεφυριών






Τεχνική και αισθητική
                                       … η ταυτότητα των γεφυριών



Α
ν οι δρόμοι, όπως έχει ειπωθεί, αποτελούν υπόστρωμα της ροής της επικοινωνίας, τότε τα γεφύρια συνιστούν την καλύτερη εγγύηση για την απρόσκοπτη διεξαγωγή της. Μεγάλη η αξία τους στα παλιά χρόνια, γιατί, αντίθετα με ότι συμβαίνει σήμερα, τότε πρώτα χτιζόταν το γεφύρι -όπου τούτο ήταν μπορετό- κι ύστερα χαραζόταν η πορεία του δρόμου!  
Στην Πίνδο όλοι οι δρόμοι είχαν δίπλα τους ένα ποτάμι, για την ακρίβεια χρησιμοποιούσαν την κοίτη του, κάθε τόσο όμως ένα άλλο ποτάμι, ή και το ίδιο, πρόβαλε μπροστά τους απαγορευτικό, που έπρεπε οπωσδήποτε να υπερπηδήσουν. Χωρίς γεφύρι, αναζητώντας πόρο, η καθυστέρηση ήταν μεγάλη, τυχόν δε απόπειρα διάβασης μέσα απ’ το νερό σήμαινε κίνδυνο συχνά μοιραίο.
Η κάλυψη, εδώ, της συγκεκριμένης ανάγκης -της γεφύρωσης των ποταμών- υπήρξε κάτι παραπάνω από επιτακτική. πολλά τα ποτάμια, πολλοί οι χείμαρροι, αμέτρητοι οι λάκκοι, ενώ, απ’ την άλλη, μεγάλη, παροιμιώδης η φτώχεια του τόπου. Κι όμως, παρά την τεράστια διάσταση ανάγκης και μέσων κάλυψης, ο αριθμός των γεφυριών που χτίστηκαν στην Πίνδο πραγματικά εκπλήσσει. Όσο για την τεχνική και την αισθητική τους, δίκαια κέρδισαν τον τίτλο του μνημείου..!

Γνωστό πως το τοπίο ανάλογα με το υψόμετρο αποκτάει και διαφορετική μορφολογική όψη. Η Πίνδος, βέβαια, κυριαρχείται από ένα ανάγλυφο έντονα ανώμαλο όσο και ιδιόμορφο. Αυτό δεν μπορεί, παρά να ασκεί σοβαρή επίδραση στο κλίμα, ιδιαίτερα στις βροχές, σημειώνοντας μεγάλες ή μικρότερες αποκλίσεις από το μεσογειακό τύπο που συναντάται σε ολόκληρη τη λεκάνη της Μεσογείου. Με τη σειρά τους, ανάγλυφο και κλίμα επιδρούν άμεσα τόσο στο υδάτινο σύστημα της περιοχής όσο και στον άνθρωπο, που η μεταξύ τους πάλη θα γεννήσει τα γεφύρια. Το ποτάμιο υδάτινο σύστημα χαρακτηρίζει η μεγάλη πυκνότητα, η έντονη στις εποχές μεταβλητότητα παροχής, κι η γρήγορη ταχύτητα απορροής του. Όσο για τον άνθρωπο, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει αλλού, εδώ, λόγω της τουρκοκρατίας, τον συναντάμε εγκαταστημένο, να διαμένει μόνιμα, στην ορεινή κυρίως ζώνη.
Αλλά ένας τόσο άγριος και άγονος τόπος ανέκαθεν εξωθούσε τους κατοίκους στη φυγή, σ’ ένα ταξίδι επιβίωσης. Τον αγαπούσαν όμως και πάντοτε επέστρεφαν. Σ’ αυτό το αδιάκοπο πήγαινε-έλα, δρομολόγιο ζωής που καθόριζε τη μοίρα τους -καθημερινό, εποχικό, μακροχρόνιο- η πάλη με το υγρό στοιχείο φάνταζε μάταιη, καταδικασμένη. Γιατί η γη που συνεχώς τους έδιωχνε, τελικά ήταν αυτή η ίδια που, τροφοδοτώντας αμέτρητους λάκκους, ρέματα και ποταμούς, τους δυσκόλευε να φύγουν. Δυο φόβους είχε πάντα ο ορεσίβιος ντόπιος, δυο φόβους ανομολόγητους λες και έτσι θα τους ξόρκιζε. Από τη μια μεριά φοβόταν τους ληστές, από την άλλη συναπάντημα κακό με αδιάβατα ποτάμια. Κι αν για τους πρώτους δεν μπορούσε να κάνει τίποτα -ήταν ζήτημα υποτίθεται των αρχών-, για τα δεύτερα, τα ποτάμια, ονειρευόταν γεφύρια πέτρινα, που βέβαια έπρεπε να στήσει μοναχός του. 

Α
ναμφίβολα η τουρκοκρατία υπήρξε η εποχή που έδωσε όχι μόνο τα πολλά, αλλά και τα διαφορετικά γεφύρια! Πρόκειται για λαϊκές κατασκευές του λεγόμενου “ανατολίτικου ρυθμού”, ο οποίος στην ευρύτερη περιοχή της Πίνδου έμελλε να εξελιχθεί σε έναν ειδικό, πολύ ενδιαφέροντα τύπο! Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά στο κάθε πετρογέφυρο -οι συνιστώσες του ρυθμού-, αλλά όμως και ιδιαιτερότητες που καθιστούν την κάθε κατασκευή μοναδική -γνώρισμα αυτό, πολύτιμο, κάθε λαϊκής τέχνης. Μελετώντας όσα γεφύρια σώθηκαν ως τις μέρες μας -κι ευτυχώς στην Πίνδο υπάρχουν αρκετά-, λαμβάνοντας υπ’ όψη και τα πρόσφατα γκρεμισμένα, ακόμη κι όσα παλαιότερα γνωρίζουμε μέσα από φωτογραφίες, μπορούμε να ανιχνεύσουμε τις μορφές που κυρίως χρησιμοποιήθηκαν, συνειδητοποιώντας συνάμα και τις αιτίες που τις προκάλεσαν.


1. Βάθρο, Ποδαρικό 1α. Ακρόβαθρο, Έξω ποδαρικό 1β. Μεσόβαθρο, Μέσα ποδαρικό 2. Θεμέλιο, Θεμέλι. 3. Πάσσαλοι θεμελίωσης 4. Πρόβολος, Έμβολο, Πρόμαχος, Καλκάν 4α. Πρόβολος ανάντι, Προρρήνιο, Κόφτης 4β. Πρόβολος κατάντι, Μεταρρήνιο, Κόντρα 5. Ημικώνιο 6. Σκαλότρουπα. 
7. Τόξο, Βόλτο, Καμάρα, Θόλος, Αψίδα 7α. Κύριο ή βασικό τόξο, Μεσιακιά καμάρα 7β. Βοηθητικό τόξο 7γ. Ανακουφιστικό τόξο, Παράθυρο,                Ψευτοθυρίδα, Παραθόλι 8. Μάσκα, Γένεση τόξου 9. Διάζωμα, Στεφάνι 10. Καμαρολίθια, Θολίτες, Αψιδόλιθοι, Τοξόλιθοι 11. Εσωρράχιο, Άντυγα. 
12. Εξωρράχιο 13. Κλειδί 14. Άρπιζα 15. Τύμπανο, Μέτωπο 16. Κόγχη, Πουλίτσα 17. Πλάκα, Σενές 18. Έρμα - γέμισμα. 19. Διάδρομος διάβασης, Οδόστρωμα, Κατάστρωμα, Καλντερίμι, Λιθόστρωτο 20. Ούβια, Ούγια, Καρτέρι 21. Αρκάδες 22. Κράσπεδο, Στηθαίο, Πεζούλι, Παραπέτο, Κουρκουλούκι, Φλάχτρες, Κοθώρια 23. Καπάκι, Κουπαστή, Κουπαρτίνα, Κοπερτίνα


  Η τελική μορφή, η ταυτότητα του κάθε ηπειρώτικου γεφυριού της Πίνδου, δεν εξαρτάται βέβαια μόνο από τον αριθμό των τόξων του. Ρόλο παίζει και το σχήμα των τελευταίων, πώς κλειδώνουν, όπως και η θέση που καταλαμβάνουν στην όλη κατασκευή ανάλογα με τη λειτουργικότητά τους -η μεταξύ τους διάταξη. Ύστερα, σημαντική συμβολή στην όλη στατικότητα και αισθητική έχουν οι πρόβολοι και τα παράθυρα. Τέλος, ο διάδρομος διάβασης, κυρίως ο τρόπος που αυτός αλλάζει όχθη, σηματοδοτεί καίρια την εικόνα κάθε ντόπιου πετρογέφυρου. Μην ξεχνάμε και το υλικό κατασκευής, τον φαιό σχιστόλιθο, που τουλάχιστον στη δυτική Πίνδο χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά -οι στενόμακρες πλάκες του εύκολα δένονται με οριζόντιους αρμούς σ’ ένα συμπαγές και πειθαρχημένο σύνολο.    

   Η θέση του κύριου τόξου, αυτού που υπερπηδάει τη λαμπάδα του ποταμού, αποτελεί ίσως την πιο κρίσιμη επιλογή του λαϊκού τεχνίτη. Απ’ αυτή θα εξαρτηθεί η αντοχή -διάρκεια ζωής- αλλά και η αισθητική εικόνα του έργου του. τον οδηγούν, πάντα, η εμπειρία και το γερό θεμέλιο. Έτσι, πολύ σπάνια προκύπτει -από αδυναμία καν δεν επιδιώκεται- συμμετρία! Σαν συνέπεια της έλλειψης της τελευταίας, έχουμε μια πλαστικότητα, που χαρακτηρίζει κάθε λαϊκή δημιουργία, φυσικά και τη γεφυροποιία! Όλα τούτα φαίνονται καθαρά, αποδεικνύονται, κυρίως στα πολύτοξα γεφύρια. Εκεί, η  “μεσιακιά” καμάρα των δημοτικών τραγουδιών δεν είναι παρά το "κύριο", το βασικό τόξο, που κάνει όλη τη δουλειά. Και βέβαια κάθε άλλο παρά στη μέση της “πλατιάς” κοίτης βρίσκεται.
Δίπλα, πότε δεξιά, πότε αριστερά, πότε κι απ’ τις δύο τις μεριές, πάντα όμως ασύμμετρα, χτίζονται τα άλλα τόξα, όλα μικρότερα. Είναι τα λεγόμενα “βοηθητικά”, προοριζόμενα τούτα να λειτουργούν στις μεγάλες χειμωνιάτικες κατεβασιές. τέτοιες, μη συμμετρικές εικόνες, ξένιζαν τους συνηθισμένους σε πειθαρχημένες κατασκευές ευρωπαίους περιηγητές, που σχολίαζαν ειρωνικά.

Τα ανακουφιστικά τώρα τόξα -αλλιώς “παράθυρα”- ανακουφίζουν τα γεφύρια και λειτουργικά και αισθητικά, όπως άλλωστε δηλώνει και τ’ όνομά τους. Πρόκειται για διαμπερή ανοίγματα στο σώμα τους, που μπορούν να απορροφούν ικανές ποσότητες νερού στις μεγάλες κατεβασιές, αλλά και να ελαφρώνουν, οπτικά, τις βαριές κατά κανόνα σιλουέτες τους. Το αποτέλεσμα, πρακτικά και αισθητικά, κρίνεται επιτυχημένο, αφού, διαφορετικά, η κατάρρευση θα ήταν γρήγορη και η όψη άσχημη. Ειδικά στα πολύτοξα γεφύρια -σ’ αυτά χρειάζονται περισσότερο- η χρήση τους δεν υπήρξε απλά αισθητική λύση, μα επιβεβλημένος, εξ ανάγκης, ελιγμός. Είναι λοιπόν φορές που σ’ ένα βάθρο ανοίχτηκαν μέχρι και τρία παράθυρα προκειμένου να αντιμετωπιστεί η υπερβολική το χειμώνα πίεση του νερού. Για παράδειγμα, στο τεράστιο, στο δωδεκάτοξο γεφύρι του Κούρτ πασά, κοντά στο Ελμπασάν, έχουμε παραπάνω από 30(!) παράθυρα. Αλλά και τα μονότοξα γεφύρια χρειάστηκε να βοηθηθούν με τέτοιου είδους ανοίγματα∙ ας πούμε του Σούμπαση στη Β. Ήπειρο, που αν κι διαθέτει μόνο ένα τόξο, παραστέκουν δεξιά κι αριστερά 10 (!) ανακουφιστικές θυρίδες.



 
  
    Τα τόξα, είτε πρόκειται για μεγάλα βασικά, είτε για βοηθητικά, είτε για ανακουφιστικά, εκπλήσσουν με την ποικιλία των σχημάτων που εμφανίζονται. Στη μεγάλη τους βέβαια πλειοψηφία ολοκληρώνουν την κίνησή τους σε ημικυκλική τροχιά, δηλαδή κλειδώνουν τους θολίτες τους στο “μιρκέζι” (= διαβήτης στα τούρκικα). Υπάρχουν και τα οξυκόρυφα, πιο στέρεα, που για να κλειδώσουν απαιτούν δύο κέντρα κύκλου και μεγάλη δεξιοτεχνία από τον κατασκευαστή τους. Μάλιστα σε κάποια απ’ αυτά -να πούμε στου Τσιμίντζη στο Πωγώνι- γίνονται τέτοια σπασίματα στο οξυκόρυφο σχήμα τους, που πια τείνουν, φεύγει η φιγούρα τους, προς το τόξο “τυδώρ”! Υπάρχουν και κάποια, ακόμη πιο τολμηρά αλλά λίγα, που κλειδώνουν σε γωνία, δίνοντας όψη τριγώνου -του Δάμε στη Ζαγοριά, ανάμεσα Αργυρόκαστρο και Πρεμετή. 
 


     Θα παραμείνουμε στα σχήματα των τόξων, των ανακουφιστικών ειδικότερα, γιατί κυρίως στη Βόρεια Ήπειρο έχουμε περιπτώσεις, αν όχι μοναδικές, τουλάχιστον πολύ σπάνιες. Και πρώτα-πρώτα να αναφέρουμε τα τεταρτοκυκλικά των γεφυριών της Χοστέβας στη Ζαγοριά, του Χασάνμπεη πάνω απ’ το Μπεράτι, της Γορίτσας μέσα στο ίδιο το Μπεράτι, του Κουρτ πασά στο Ελμπασάν, της Μιράκας ανατολικότερα. Στο τελευταίο -κυριολεκτικά μοναδική περίπτωση στην Πίνδο- συναντάμε τεταρτοκυκλικό και βοηθητικό τόξο! Ύστερα, να προσέξουμε το γεφύρι του Φρέγκου στο Γκιόρμι της Αυλώνας, αλλά και το γεφύρι στα Γκαλντέρια της Γορίτσας στη Δρόπολη, όπου τα παράθυρα τους, με περισσή τέχνη, ανοίγουν σχεδόν τετράγωνα!! εντυπωσιάζει, τέλος, το όχι και τόσο συχνό στη Βαλκανική -αλλού ναι- ολοστρόγγυλο (!) παράθυρο του γεφυριού της Οργότσκας στην Κολώνια.

Στην κατασκευή των τόξων, ανεξάρτητα από μέγεθος -μικρά ή μεγάλα- τον αριθμό τους -μονότοξα ή πολύτοξα- τη λειτουργία -κύρια, βοηθητικά, ανακουφιστικά- το σχήμα τους -ημικυκλικά, οξυκόρυφα, κ.λπ.- ακολουθείται η ίδια διαδικασία και τεχνική. Πρόκειται, ομολογουμένως, για την πιο κρίσιμη φάση του έργου. Το πελέκημα των θολιτών και το χτίσιμό τους, αντίθετα με το υπόλοιπο μέρος που γίνεται με αργολιθοδομή, απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και επιμέλεια. Γιατί απ’ αυτό θα εξαρτηθεί η αντοχή και η εμφάνιση του γεφυριού. 


   Οι πελεκάνοι λοιπόν -ο πρωτομάστορας και οι καλύτεροι της παρέας- διαλέγουν πέτρα γερή -σκούρο σχιστόλιθο ή σκληρούς ασβεστόλιθους- κι αρχίζουν, υπομονετικά, να τους δίνουν ελαφρά σφηνοειδή μορφή. δύσκολη δουλειά, κι αργή -καθένας τους τρία τέσσερα καμαρολίθια κατάφερνε την ημέρα-, που θέλει εμπειρία και προπαντός μεράκι. Οι άλλοι μαστόροι, χωρισμένοι σε δύο ομάδες, μία σε κάθε όχθη, αναλαμβάνουν το χτίσιμο χρησιμοποιώντας ειδικό κονίαμα, το “κουρασάνι” (μίγμα σβησμένου ασβέστη, άμμου, τριμμένου κεραμιδιού, ελαφρόπετρας, ξερών χορταριών και κάποτε, κατά την παράδοση, μαλλιών ζώων και αυγών). 


 Ακολουθώντας το γύρισμα των καλουπιών, που ’χουν στήσει με μεγάλη ακρίβεια, ανεβαίνουν σιγά-σιγά, ακτινωτά, όλο συγκλίνοντας προς την κορυφή όπου θα γίνει το κλείδωμα. Για να μένουν σε σωστή τροχιά, παίζουν με τη λάσπη παρεμβάλλοντας στην ανάγκη και μικρές λίθινες σφήνες. Είναι μάλιστα φορές που, για ακόμη μεγαλύτερη συνοχή του τόξου, το διατρυπούν κατά πλάτος, τοποθετώντας ανά διαστήματα, ανάμεσα στους θολίτες, μεταλλικούς ελκυστήρες -τα άκρα κι η αγκύρωσή τους διακρίνονται στις όψεις. Έτσι, το έργο δένεται από τη μία πλευρά στην άλλη -σιδερώνεται κατά τους μαστόρους- και το γεφύρι, κυριολεκτικά σίδερο, στεριώνει. Πρόκειται για τις “άρπιζες”, που απ’ ότι φαίνεται χρησιμοποιήθηκαν αρκετά νωρίς.
   Όταν τιμητικά ο πρωτομάστορας, επιτέλους, κλειδώνει ψηλά το τόξο, αρχίζει αμέσως η κατασκευή του δεύτερου διαζώματος, του δεύτερου επάλληλου τόξου, που είτε θα συνεισφέρει κι αυτό στη στατικότητα του γεφυριού, είτε απλά θα διακοσμεί. Στην μία περίπτωση -λειτουργικό τόξο-, οι θολίτες της δεύτερης στρώσης έχουν ίδιο μέγεθος με τους αποκάτω, στην άλλη όμως -ψεύτικο τόξο, διακοσμητικό- είναι σαφώς μικρότεροι. Υπάρχει και τρίτη περίπτωση, επίσης διακοσμητική, που οι θολίτες, λεπτά πια πηχάκια στην περιφέρεια του αρχικού τόξου, επιστέφουν το τελευταίο, το κορνιζάρουν. Να πούμε πως, και στις τρεις περιπτώσεις, οι θολίτες τού δεύτερου διαζώματος, προεξέχοντας ελαφρά, 3-5 cm, δημιουργούν πρόσθετο αισθητικό αποτέλεσμα απ’ τις σκιές που προκαλεί ο ήλιος! Όλα αυτά, βέβαια, συμβαίνουν, χαρακτηρίζουν τη λαϊκή γεφυροποιία, στη διάρκεια της τουρκοκρατίας. η τεχνική θα απλοποιηθεί, χρησιμοποιώντας μόνο ένα στεφάνι θολιτών, μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας, ίδια, και για όσο διάστημα στον 20ο αιώνα εξακολουθούν να χτίζονται γεφύρια πέτρινα. σίγουρα, σε συνδυασμό με τον επίπεδο τώρα διάδρομο διάβασης, αυτό αποτελεί κατάκτηση, δείχνει γνώση, αισθητικά όμως η όλη εικόνα φτωχαίνει. 
  
μεγαλύτερο άνοιγμα τόξου, όχι μόνο στην Πίνδο, αλλά σε ολόκληρη τη Βαλκανική, μετριέται σήμερα στο γεφύρι της Πλάκας στον Άραχθο ποταμό κάτω απ’ τα Τζουμέρκα -ανοίγει 40 ολόκληρα μέτρα και σηκώνεται πάνω απ’ το νερό 20 ! (μέχρι τα χρόνια του Εμφύλιου, την πρωτιά, με 45 μ. άνοιγμα, κατείχε το γεφύρι του Κοράκου στον Αχελώο, ανάμεσα Άρτα και Καρδίτσα, αλλά ανατινάχτηκε το Μάρτη του 1949). Φυσικά το συγκεκριμένο γεφύρι, της Πλάκας, ανακηρύσσεται σαν ένα απ’ τα μεγαλύτερα του χώρου! Με την ευκαιρία λοιπόν να διευκρινιστεί πως, μεγάλο γεφύρι δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη πολύτοξο γεφύρι. Υπάρχουν αρκετά μονότοξα -σαν της Πλάκας που είδαμε- που, στην προσπάθειά τους να ζεύξουν πλατιές κοίτες, αναγκάστηκαν για λόγους αντοχής να σηκωθούνε πολύ πάνω απ’ το νερό, αποκτώντας έτσι εντυπωσιακές διαστάσεις -το καταβιβασμένο τόξο στη λαϊκή γεφυροποιία άργησε να κατακτηθεί!  
  
Είπαμε πως, δεξιά κι αριστερά του τόξου -ή των τόξων-, η υπόλοιπη τοιχοποιία δομείται όχι ιδιαίτερα επιμελημένη. Είναι φορές που ελάχιστα διακρίνεται το αρμολόγημα στις όψεις των γεφυριών, εσωτερικά δε το γέμισμα τους γίνεται πολύ πρόχειρα με λιθορριπή και μπόλικο χώμα! ωστόσο, σπάνια λείπει απ’ τους τεχνίτες η πρόθεση για κάποια, έστω στοιχειώδη, διακόσμηση, φυσικά πάντα συνδυασμένη -κατά λαϊκή απαίτηση- με πρακτικό όφελος. Έτσι: πακτώνεται στο εσωρράχιο, κάτω ακριβώς απ’ το κλειδί, μεταλλικός κρίκος, απ’ όπου κρεμασμένο μικρό καμπανάκι λειτουργεί σαν ηχητικό σινιάλο στις κακοκαιρίες∙ σκαλίζεται μια ροζέτα, ένας σταυρός, ένα όνομα κάπου, εξανθρωπίζοντας το μαγικό κτίσμα μέσα στην ερημιά∙ σε εμφανή θέση -στο τύμπανο μεταξύ των τόξων, δίπλα απ’ το κατέβασμα των θολιτών στα μονότοξα-, επιχειρείται η διαιώνιση της μνήμης με αναφορά στο χρόνο κατασκευής και στο χορηγό του έργου -πρόκειται για τις εντοιχισμένες, μαρμάρινες κατά κανόνα, κτητορικές πλάκες (σενέδες). 

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο στη λαϊκή εκδοχή του πετρογέφυρου αποτελούν αναμφίβολα και οι πρόβολοί του, απλοί στη μορφή, αυστηρά προσανατολισμένοι στο σκοπό τους. Άλλοτε μόνο στα ανάντη, άλλοτε στα κατάντη, άλλοτε -το πιο σωστό- και απ’ τις δύο τις πλευρές, συνεισφέρουν ιδιαίτερα στην αντοχή, αλλά και στην αισθητική εικόνα του έργου. Υποστηρίζουν αποτελεσματικά τα μεσόβαθρα, κατασκευασμένα ακριβώς κάτω απ’ τα ανακουφιστικά παράθυρα. Σαν “κόφτες” μπροστά, σπάζουν την ορμή των νερών, σαν “κόντρες” πίσω, στηρίζουν αλλά και μειώνουν τον επικίνδυνο για τα θεμέλια στροβιλισμό. Το σχήμα τους συνήθως είναι τριγωνικό -με ή χωρίς ημικωνική κάλυψη-,  κάποτε όμως, σπανιότερα, στρογγυλεύουν ελαφρώς.

Και τελειώνουμε με το κατ’ εξοχή χαρακτηριστικό τού λεγόμενου ανατολίτικου τρόπου γεφύρωσης. Εννοούμε τον καμπουρωτό διάδρομο διάβασης, που ακριβώς το παράξενο σχήμα του σηματοδοτεί τον συγκεκριμένο ρυθμό, διακρίνοντάς τον απ’ τη δυτική γεφυροποιία. Φανερό πως τα γεφύρια της Ανατολής φτιάχτηκαν για πεζούς, εκείνα της Δύσης και για οχήματα -άμαξες, άρματα κ.λπ.

    
   Ο διάδρομος διάβασης λοιπόν εδώ, για να σε περάσει στην αντίπερα όχθη, διαγράφει τολμηρή καμπυλωτή τροχιά, διατρέχοντας όλο το μήκος του γεφυριού. το ανέβασμά του κατά κανόνα το κορυφώνει πάνω απ’ το βασικό, το υψηλότερο τόξο. κάποτε όμως, ανεβοκατεβαίνει περισσότερες φορές, μιμούμενο την κίνηση των αποκάτω του τόξων -Καλογερικό στο Ζαγόρι. Αν η κίνησή του ανεξαρτητοποιείται εντελώς από τα τόξα -υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις-, τότε η ταλάντευση του καλντεριμιού δίνει μια πολύ ενδιαφέρουσα, γεμάτη χάρη, μορφή. Ας θυμηθούμε το γεφύρι του Παπαστάθη στον Δρίσκο, κοντά στα Ιωάννινα, του οποίου η εικόνα ξένισε  τον Πουκεβίλ και το κατηγόρησε...
    Το λιθόστρωτο του διαδρόμου διάβασης ουσιαστικά παραμένει ίδιο με το καλντερίμι του δρόμου που οδηγεί στο γεφύρι. Δηλαδή έχουμε πέτρες ακανόνιστες, στρωμένες όμως τώρα με κάποια σχετική φροντίδα. Όχι σπάνια, για το τελευταίο, το καλντερίμι του γεφυριού, χρησιμοποιούνται πέτρες απ’ το ίδιο το ποτάμι. Πάντως, όπως στους δρόμους τους ανηφορικούς, έτσι και εδώ, κυρίως σε γεφύρια με μεγάλες κλίσεις, χτίζονται “ούγιες”. Είναι οι επιμήκεις πέτρες που, κατά διαστήματα ανθρώπινου βηματισμού, τοποθετούνται εγκάρσια στο διάδρομο, διαιρώντας το καλντερίμι σε τμήματα. σ’ αυτά, τα λίθινα “ζωνάρια”, σκαλώνουν ευκολότερα τα πόδια ανθρώπων και ζώων, για να ανεβοκατεβαίνουν πιο σίγουρα, να περνούν απέναντι με σχετική ασφάλεια. Αυτή τουλάχιστον είναι η πρόθεση, γιατί στην πράξη  το πράγμα δεν είναι και τόσο απλό. 

   το ωφέλιμο πλάτος των διαδρόμων διάβασης των πιο πολλών γεφυριών κυμαίνεται από 2.00 - 2.50 μ.. Ακολουθούν αυτών με 2.50 - 3.00 μ.. φυσικά υπάρχουν και πιο στενοί, όπως και με μεγαλύτερο πλάτος. Να πούμε πως η μέτρηση αφορά -εκεί γίνεται- το υψηλότερο σημείο του διαδρόμου, αφού ο τελευταίος δεν έχει πάντα ενιαίο πλάτος σ’ όλο το μήκος της διαδρομής του. συχνά ξεκινάει απ’ τη μια όχθη πιο πλατύς, στενεύει στην κορυφή -πάνω απ’ τα κλειδιά του βασικού τόξου- και ξαναπλαταίνει στην απέναντι. πάντως, συσχετίζοντας τις διαστάσεις τους με τις χρονολογίες κατασκευής των γεφυριών, ανακαλύπτουμε πως δεν ισχύει και τόσο ότι οι διάδρομοι όσο περνούν τα χρόνια πλαταίνουν, γίνονται άνετοι μόνο στα τέλη του 19ου με αρχές 20ου αιώνα. γεφύρια με ικανοποιητικό πλάτος χτίζονταν και παλιότερα. Όσο για το διάδρομο διάβασης με το μεγαλύτερο μήκος, σίγουρα πρέπει να ήταν αυτός του δωδεκάτοξου γεφυριού του Κουρτ πασά, που όμως πια έχει καταστραφεί.  

   
   Για την προφύλαξη των διερχομένων, κατασκευάζονται δεξιά κι αριστερά του διαδρόμου διάβασης, όταν τα οικονομικά το επιτρέπουν, προστατευτικά μέσα. πιο παλιά, τέτοια μέσα θεωρούνται οι επιμήκεις όρθιες πέτρες που αποκαλούνται “αρκάδες”. Με κυμαινόμενο ύψος από 25 έως 40 cm, τοποθετούνται κοντά-κοντά, δημιουργώντας χαμηλό φράκτη, ή κατά αποστάσεις, λειτουργώντας σαν κολωνάκια. Αργότερα θα χρησιμοποιηθούν και χτιστά στηθαία, τα “παραπέτα”. Υπάρχουν όμως και γεφύρια, αρκετά, που δεν διαθέτουν κανενός είδους προστατευτικό μέσο, είτε γιατί για λόγους κόστους δεν απέκτησαν από την αρχή, είτε γιατί το έχασαν, καταστράφηκε, στο πέρασμα των χρόνων. Πάντως είναι φανερό, πρέπει να το παραδεχθούμε, πως, με ή χωρίς προστατευτικά μέσα, το πέρασμα πρέπει να ήταν όχι μόνο δύσκολο, αλλά μερικές φορές και επικίνδυνο. αυτό, γιατί οι αρκάδες ή τα παραπέτα, όταν υπήρχαν, περισσότερο στήριζαν ψυχολογικά τους διαβάτες παρά ουσιαστικά. Ο διάδρομος διάβασης, σαν το χρηστικό μέρος του κτίσματος, μπορεί να φαντάζει στην ανατολίτικη εκδοχή του -καμπυλωτός- ιδιαίτερα εντυπωσιακός, λειτουργικά όμως υπήρξε προβληματικός. Γι’ αυτό, όταν κατακτήθηκε η απαραίτητη γνώση για να οριζοντιοποιηθεί, εγκαταλείφθηκε (αρχές 20ου αιώνα).

Tα γεφύρια στην ευρύτερη περιοχή της Ηπείρου (Πίνδος), όπως ειπώθηκε, χτίστηκαν -τουλάχιστον όσα έφτασαν ως στις μέρες μας- στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Οργασμός κατασκευής παρατηρήθηκε από τα μέσα του 18ου μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, χρόνια δηλαδή που οι ξενιτεμένοι μπόρεσαν να βοηθήσουν, αλλά και ενθουσιάστηκαν από την ίδρυση στο νότο ελεύθερου κράτους. 
Σιγά-σιγά, από τα τέλη του 19ου αιώνα, άρχισαν να εμφανίζονται στην περιοχή και γεφύρια “νέου” τύπου, γεφύρια έντεχνα, τουλάχιστον στη μορφή. Δηλαδή, δίνουν τώρα πια τα σχέδια σπουδασμένοι μηχανικοί, αν και συνεχίζουν να τα υλοποιούν -πελεκώντας τις πέτρες και χτίζοντας- οι ίδιοι οι εμπειρικοί τεχνίτες. Η καθαρά όμως λαϊκή τεχνοτροπία όλο και υποχωρεί. Όλα αυτά θα διαρκέσουν μέχρι εκεί γύρω στα 1950, που το τσιμέντο θα εισβάλλει -με ό,τι αυτό συνεπάγεται- και σε τούτα τα μέρη.


Ό
σα μέχρι τώρα παραθέσαμε, χαρακτηριστικά των πετρογέφυρων της Πίνδου, προέκυψαν μετά από πολυετή έρευνα και μελέτη, που στοιχειοθέτησε, ανέδειξε την ιδιαίτερη  ταυτότητά τους. Συμπληρωματικά, για περαιτέρω, σφαιρική θεώρηση, ας θίξουμε μερικά ακόμη ζητήματα, που αφορούν τον αριθμό τους, τη σημερινή κατάσταση, τη μορφολογία και τη γεωγραφική τους διασπορά.  

Στο Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων (Α.Γ.Η.) έχουμε καταγράψει και εντάξει μέχρι σήμερα κοντά 1500 γεφύρια -η έρευνα συνεχίζεται . Απ’ αυτά, πολλά, τα περισσότερα, εξακολουθούν να επιβιώνουν, όντας σε κάποιες, εξαιρετικές βέβαια περιπτώσεις, ακόμη λειτουργικά. Δυστυχώς, σε υψηλό ποσοστό μετρούνται κι όσα έχουν πλέον καταστραφεί. Πολλά παρασύρθηκαν από τα ποτάμια, αιώνιό τους αντίπαλο και υπονομευτή, άλλα ανατινάχτηκαν στον τελευταίο πόλεμο, θύματα κάποιου επιχειρησιακού σχεδίου, ενώ κάποια βούλιαξαν ή εξακολουθούν να βουλιάζουν στις τεράστιες τεχνητές λίμνες των υδροηλεκτρικών έργων. Όμως, το περισσότερο ανησυχητικό είναι πως ο ρυθμός απωλειών έχει πια αυξηθεί δραματικά -οι συνθήκες αλλάζουν ραγδαία και η δική τους αντοχή όλο και μειώνεται.  



   Ως προς τη μορφολογία τους -πολύτιμο στοιχείο για το ρόλο που έπαιζε η κατασκευή ενός γεφυριού στις τότε κοινωνίες, τις οικονομικές δυνατότητες κάθε περιοχής, τις επιταγές ενός δύσκολου τοπίου-, σημειώνεται πως ο αριθμός των μονότοξων γεφυριών υπερτερεί εκείνου των πολύτοξων. Μάλλον, για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, είναι η μορφή που πλειοψηφεί συντριπτικά των άλλων.  Η αιτία; Το κόστος βέβαια, αλλά και το εδαφικό ανάγλυφο που επιτάσσει έτσι.
     Πολύτοξα γεφύρια συναντάμε κυρίως στα πεδινά. Να πούμε πως, σε τούτα, όσο ο αριθμός των τόξων τους αυξάνει -δίτοξα, τρίτοξα, τετράτοξα κ.ο.κ.-, τόσο λιγότερα καταγράφονται· δηλαδή μεγάλο αριθμό τόξων συναντάμε όλο και σε λιγότερα γεφύρια. Αναπόφευκτο, γιατί στα πεδινά, όπου οι κοίτες πλαταίνουν, η γεφύρωση, τεχνικά και από άποψη κόστους, δυσκολεύει. Άλλωστε, οι μεγάλες κατασκευές αποτελούσαν -ή έπρεπε να αποτελούν- στόχο των αρχών, που όμως κάθε άλλο παρά ενδιαφέρονταν. Πάντως, αν και δεν προϋπήρξαν εδώ ξένα πρότυπα πειρασμός για μίμηση, ούτε τεχνικά μέσα ικανά να επιβάλουν οποιαδήποτε εγκεφαλική έμπνευση, το αποτέλεσμα -πολυμορφία με έντονη πλαστικότητα- εκπλήσσει.

    Αρκετό ενδιαφέρον κρύβει και η γεωγραφική διασπορά των γεφυριών, η κατανομή τους στο χώρο, που απ’ ότι φαίνεται εξαρτάται άμεσα από το υψόμετρο. Παρατηρούμε πως, ανεβαίνοντας στα υψώματα της Πίνδου, δηλαδή όσο απομακρυνόμαστε απ’ τις παραθαλάσσιες περιοχές της Πρέβεζας και της Άρτας, του Βούρκου και της Μουζακιάς, ή τις πεδινές των Τρικάλων και της Καρδίτσας από την άλλη μεριά, τόσο η πυκνότητα των γεφυριών αυξάνεται.Φανερό πως, εκεί ψηλά, το κατακερματισμένο ανάγλυφο με τις πολλές υδάτινες αρτηρίες και οι μεγάλες συγκεντρώσεις πληθυσμών της τουρκοκρατίας απαιτούν χτίσιμο όλο και περισσότερων γεφυριών. 
Το φαινόμενο, εξ αιτίας κι άλλων βέβαια λόγων, κορυφώνεται στο Ζαγόρι, όπου σ’ ένα σχετικά περιορισμένο χώρο συναντώνται πάρα πολλά γεφύρια, κάποτε το ένα δίπλα στο άλλο -μια επιπλέον πειστική μαρτυρία ευημερίας του συγκεκριμένου τόπου.  


Κ
αι φτάνουμε στα συμπεράσματα, στις τόσες διαπιστώσεις που, έτσι κι αλλιώς, έχουν πια καταχωριστεί στην ιστορία. Ο ορεσίβιος Ηπειρώτης, αυτός που θεώρησε τα πράγματα …αφ’ υψηλού, από τις κορφές της Πίνδου, έκανε και με το παραπάνω το θαύμα του. Τα κατάφερε είτε σαν μάστορας, επιδέξιος κατασκευαστής, είτε σαν γενναιόδωρος χρηματοδότης, καλύτερα να τον πούμε χορηγό.    

Ο “Κούδαρης” -ο ντόπιος λαϊκός τεχνίτης κατά τη δική του μυστική γλώσσα- ακολούθησε, θαρρείς από ένστικτο, μια μέθοδο που αποδείχτηκε σοφή. Αντί να αγνοήσει τη φύση, να την κοντράρει δαμάζοντάς την, προτίμησε να συνδιαλλαγεί μαζί της αφουγκραζόμενος τις επιταγές της. Όλα όσα αναφέρθηκαν σαν αιτίες που γέννησαν, έκαναν επιτακτική την ανάγκη για γεφύρια, ο Ηπειρώτης γεφυράς θα τα σεβαστεί, θα συνεργαστεί μαζί τους, κι έτσι όχι μόνο θα λύσει το πρόβλημα αλλά και θα ομορφύνει το χώρο, θα τον εμπλουτίσει! Αυτή ακριβώς η επιλογή του -στάση ζωής- θα διαμορφώσει ένα ρυθμό, που αμέσως θα ξεχωρίζει το ηπειρώτικο γεφύρι από οποιοδήποτε άλλο της Ελλάδας ή της Βαλκανικής. 
Φυσικά υπήρξαν και αποτυχίες, περιπτώσεις που συχνά άγγιξαν τα όρια της τραγωδίας. Τα γεφύρια της Πλάκας, της Κόνιτσας, της Πολυτσάς, αρκετά άλλα, χρειάστηκαν δυο και τρεις προσπάθειες μέχρι να στεριώσουν. Και όχι δίχως θύματα. Μα ο φτωχός μάστορας έτσι έμαθε να πορεύεται, αυτή ήταν η σπουδή του. Πάθαινε και μάθαινε! Ο γνωστός θρύλος του γεφυριού της Άρτας σ’ αυτήν ακριβώς την αγωνία του αναφέρεται…


Πέρα όμως από την τόλμη, την όποια προσωπική θυσία -πρέπει να το παραδεχθούμε-, χωρίς χρήματα το όνειρο θα παράμενε ανεκπλήρωτο, πρόθεση που η υλοποίησή της δεν θα ερχόταν ποτέ. Γιατί για να στηθεί ένα πέτρινο γεφύρι χρειάζονταν λίρες πολλές, χιλιάδες γρόσια. Η σχετική δαπάνη -υπάρχουν τα στοιχεία- ξεπερνούσε κατά πολύ τα έξοδα ανέγερσης ενός σπιτιού, ενός σχολείου, ακόμη και εκκλησίας.
Ευτυχώς, θα αναλάβει να λύσει το πρόβλημα μια άλλη σημαντική πτυχή της ιδιοσυγκρασίας του στερημένου ντόπιου, αυτή που ταύτισε την έννοια του εθνικού ευεργέτη με εκείνη του Ηπειρώτη πατριώτη. Γιατί δίπλα στους κολοσσούς της φιλογένειας θα ζήσουν, ευεργετώντας αθόρυβα τη μικρή πατρίδα, και άνθρωποι που δώρισαν για να γίνουν “μικρά” έργα: ένας δρόμος, μια βρύση, ένα γεφύρι. Τιμής ένεκεν, οι συγχωριανοί τους θα τα βαφτίσουν με τα ονόματά τους, μνημονεύοντάς τους μέσα στους αιώνες.

Ειδικά η χρηματοδότηση γεφυριών, αποτέλεσε, λόγω του υψηλού κόστους -η δυσκολία κατασκευής το έκανε ακόμη υψηλότερο-, ξεχωριστή περίπτωση. Η κατασκευή του, και μάλιστα πέτρινου, έπαιρνε τέτοιες διαστάσεις στα μάτια του κόσμου, που τελικά οδήγησε σε κείνο το …«γιοφύρι θα φκιάσεις αν κάνεις αυτό το καλό»! Ο ασυνήθιστα μάλιστα μεγάλος αριθμός τους, μας υποψιάζει και για κάτι άλλο. Μας μαρτυράει πως η συγκεκριμένη κατασκευή δεν λειτούργησε μόνο για κάλυψη οικονομικής ανάγκης, αλλά και ψυχολογικής -ας πούμε για άφεση αμαρτιών (συχώριο). Υπήρξε για την εποχή και μέσο κοινωνικής καταξίωσης, που συμμερίστηκαν έως κaι αυτοί οι Τούρκοι, κάποτε και ληστές που καταδιώκονταν από τις αρχές.

Σήμερα τα Ηπειρώτικα γεφύρια -όσα απόμειναν- έπαψαν να γεφυρώνουν λειτουργικά το χώρο. Όμως, μέχρι να διαλυθούν εις τα εξ ων συνετέθησαν, θα συνεχίζουν να βιώνουν με αξιοπρέπεια τη μοναξιά τους, να γεφυρώνουν με τα παράξενα μισοσβησμένα τους ονόματα το χρόνο, σε μια άλλη, ιδεατή διάσταση. Θρυλικά άλλωστε πια, έχουν μετουσιωθεί σε σύμβολα…


                                                                            



Το γεφύρι του Πασά




ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΟΥ ΠΑΣΑ
                                ΣΤΟΝ ΕΝΙΠΕΑ ΠΟΤΑΜΟ

Ιστορία, Τεχνική, Συμβολισμοί, Αναφορές… 




Εισήγηση του Σπύρου Μαντά
στο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο
«Τα Φάρσαλα και η ευρύτερη περιοχή τους»
1-3 Νοεμβρίου 2013
Φάρσαλα
Δήμος Φαρσάλων
Υπ. Πολιτισμού & Αθλητισμού
ΙΕ΄ Ε.Π.Κ.Α. 7η Ε.Β.Α.


Β
ρίσκεται βόρεια από τα Φάρσαλα, ανάμεσα στα χωριά Βασλί (Βασιλί) και Πασά Μαγούλα (Δεντράκια). Γεφυρώνοντας τον πλατύ εκεί Ενιπέα (Κιουτσούκ Τσιαναρλί), εξυπηρέτησε για αιώνες το δρόμο που από Δομοκό, και γενικότερα τη νότια Ελλάδα, οδηγούσε στη Λάρισα[1] και ακόμη βορειότερα -πρόσφατα χτίστηκε δίπλα του τσιμεντένια γέφυρα. Στο κοντινό χωριό Βασλί λειτουργούσε χάνι.
Πρόκειται για τεράστιο παλαιό πετρογέφυρο, που βέβαια κατά καιρούς θα υπέστη αρκετές επεμβάσεις -το μαρτυρά η διαφορετική κατά τμήματα τοιχοποιία του. Διαθέτει εφτά τόξα, που, τουλάχιστον παλαιότερα, από την αριστερή προς τη δεξιά όχθη διαδοχικά μίκραιναν -το πρώτο και μεγαλύτερο γεφύρωνε ανέκαθεν και εξακολουθεί σήμερα να γεφυρώνει τη βαθειά κοίτη του ποταμού. Όμως, το διαδοχικό τούτο “σβήσιμο” των τόξων, διατάραξαν τον 20ο αιώνα δύο επεμβάσεις-επιδιορθώσεις. Η μία, μάλλον στις αρχές του αιώνα, οδήγησε σε ανακατασκευή του τελευταίου, ακρινού προς τα δεξιά τόξου, που ξαναχτίστηκε μεν πέτρινο αλλά πιο μεγαλύτερο απ’ ότι έπρεπε. Μεγαλύτερο, αλλά πια από σκυρόδεμα, ανακατασκευάστηκε και το δεύτερο τόξο  -δίπλα από το βασικό-, όταν το 1949 το ανατίναξαν. Σήμερα οι διαστάσεις τους -άνοιγμα και ύψος αντίστοιχα- καταγράφονται ως εξής: 17.40/11.00 μ., 17.40/9.80, 13.00/5.80, 10.15/3.60, 9.20/2.60, 4.50/1.50 και 5.00/3.00. Να πούμε πως όλα τους, με κύρια και διακοσμητική σειρά θολιτών, δένονται από άρπιζες, ενώ στο σχήμα παρουσιάζονται ημικυκλικά, εκτός του πρώτου, το κύριου, που κλειδώνει ελαφρά οξυκόρυφα.





Αλλά μια τέτοια σε μέγεθος κατασκευή, πάνω σε έναν τόσο απρόβλεπτο το χειμώνα ποταμό, χρειαζόταν οπωσδήποτε επιπλέον ανοίγματα για να την ανακουφίζουν αισθητικά και προπαντός υδραυλικά στις μεγάλες πλημμυρικές παροχές. Πραγματικά, βλέπουμε στα βάθρα και πάνω από τους τριγωνικούς προβόλους, και μετράμε, έξι ανακουφιστικά τόξα -οι διαστάσεις των τριών πρώτων 3.60/2.60, του τέταρτου 3.60/2.15, του πέμπτου 2.60/1.45 και του τελευταίου προς τα δεξιά 2.20/1.80 μ. Να προσθέσουμε πως παλιότερα, πριν το 1900, υπήρχε ακόμη ένα ανακουφιστικό άνοιγμα, έβδομο στη σειρά, τεταρτοκυκλικής μάλιστα μορφής. Το ανακαλύπτουμε μέσα από ένα πολύτιμο σχέδιο του 1897, που αναπαριστά τη μάχη που διεξήχθη τότε γύρω από το γεφύρι μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων,[2] αλλά και από μια εξ ίσου πολύτιμη φωτογραφία εποχής.[3] Το τεταρτοκυκλικό αυτό ανακουφιστικό τόξο, σήμερα χαμένο, είχε ανοιχτεί και έστεκε πρώτο στην αριστερή -προς τα Φάρσαλα- όχθη. 







Είπαμε πολύτιμα τα παραπάνω δύο οπτικά ντοκουμέντα, γιατί αποκαλύπτουν και άλλες ιδιαιτερότητες του γεφυριού που διαφορετικά θα αγνοούσαμε. Ο διάδρομος διάβασης για παράδειγμα, τότε, δεν ήταν εντελώς επίπεδος αλλά κορύφωνε πάνω από το μεγάλο, το κύριο τόξο, δημιουργώντας έτσι κλίσεις προς τις όχθες -να πούμε πως το μήκος του πάει στα 110.00 μ., ενώ το πλάτος του, από τότε ικανοποιητικό, φτάνει τα 5.50 μ. Αλλά ας προσεχτεί στις δύο εικόνες, πάνω στο κατάστρωμα, και μια κατασκευή που θεωρήθηκε κούλια, μικρό φυλάκιο μορφής πυργίσκου.[4] Εμείς πιστεύουμε πως, το πιθανότερο, πρόκειται για αναθηματική στήλη που θα περιέγραφε χρονολογία και χορηγό του έργου, συνηθισμένη τουρκική πρακτική για κατασκευές του είδους.
Και πράγματι το έργο -το μαρτυρεί και το όνομά του- είναι κατασκευασμένο από τούρκο πασά. Χορηγός του φέρεται ο Αχμέτ Ρατίπ πασάς, διοικητής της περιοχής τότε, στα μέσα του 18ου αιώνα, αλλά και ποιητής -το γεφύρι το κατασκεύασε το έτος εγείρας 1165, δηλαδή το 1752.[5] Μην ξεχνάμε πως τα Φάρσαλα -Τσατάλτζα στην τουρκοκρατία- υπήρξαν οργανωμένο διοικητικό και εμπορικό κέντρο και του άρμοζε ένα γεφύρι όμορφο και, κυρίως, στέρεο. Ήταν και τα δύο, χάρη των πολλών όπως είδαμε ανακουφιστικών ανοιγμάτων του και της γερής του θεμελίωσης. Όταν στη μεγάλη πλημμύρα του 1994 υποσκάφτηκε -παραπάνω από 1.50 μ.- το αριστερό ακρόβαθρο, αποκαλύφτηκε πως τούτο “πατούσε” σε πασσάλους με πλεκτή σκάρα, μέθοδος γνωστή από τα ρωμαϊκά ακόμη χρόνια.[6]

Να μείνουμε όμως λίγο περισσότερο στο χρηματοδότη χορηγό του γεφυριού, εν πολλοίς άγνωστο. Ο Αχμέτ Ρατίπ πασάς (Ahmed Ratip Pasha) γεννήθηκε το 1708 στη Λάρισα -πατέρας του ο πολύς Τοπάλ Οσμάν πασάς. Στο πρόσωπό του συγκέντρωσε τρεις διαφορετικές, σπάνια συναντώμενες ταυτόχρονα ιδιότητες, που τον έχρισαν ξεχωριστό. Πρώτο: διέθετε ιδιαίτερες διοικητικές ικανότητες, με αποτέλεσμα να διατελέσει βαλής τέσσερες φορές στο Μοριά, άλλες τόσες στη Ρούμελη (σ’ όλη δηλαδή τη Βαλκανική), μία στην Εύβοια και το 1752 στα Γιάννινα και τα Τρίκαλα, οπότε κατασκεύασε και το γεφύρι μας. Δεύτερο: υπήρξε καλός ποιητής αλλά και ξεχωριστός καλλιγράφος, θα λέγαμε ένας διανοούμενος για την εποχή του -μιλούσε κι έγραφε Περσικά και Αραβικά. Ο μεγάλος σύγχρονός του ποιητής της Λάρισας Mehmed Emin Beligh, τον τιμούσε με τη φιλία του και του είχε αφιερώσει μερικά από τα καλύτερα ποιήματά του. Τέσσερα αντίγραφα της συλλογής των ποιημάτων του Ρατίπ (Divan) σώζονται στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη της Κωνσταντινούπολης και ένα στο Millet Kütüphane στην ίδια πόλη. Τρίτο: ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα του, ανήγειρε με ίδιες δαπάνες επιβλητικά δημόσια κτίρια. Για τη συγκεκριμένη του όμως δραστηριότητα, δυστυχώς, δεν έχει υπάρξει ειδική έρευνα και καταγραφή, με συνέπεια, εκτός από το γεφύρι στα Φάρσαλα, να γνωρίζουμε μόνο, με σιγουριά, πως υπήρξε δημιουργός ενός μεντρεσέ στην Τριπολιτσά και ενός ακόμη γεφυριού στη νότια Αλβανία. Να σημειωθεί ακόμη πως ο Αχμέτ Ρατίπ παντρεύτηκε την Οθωμανίδα πριγκίπισσα Αϊσέ, κόρη του Σουλτάνου Αχμέτ του 3ου,, αποκτώντας μαζί της εννέα γιους. Πέθανε στις 23 Αυγούστου του 1758 στο Μοριά, στην Τρίπολη.[7]


 
Ξαναεπιστρέφοντας στο γεφύρι, να σταθούμε, εστιάσουμε προσεκτικότερα, στο μεγαλύτερο, το οξυκόρυφο τόξο του, που απ’ ό,τι φαίνεται είναι απ’ την αρχική κατασκευή των χρόνων του Αχμέτ Ρατίπ πασά. Με έκπληξη λοιπόν βλέπουμε  σ’ αυτό -γιατί δεν συνηθίζεται σε γεφύρια-, διακρίνουμε πάνω σε αρκετά καμαρολίθια του, διάφορα σχήματα σκαλισμένα σε συμμετρικές ως προς το κλειδί θέσεις. Κατ’ αρχή, τον κεντρικό θολίτη διακοσμεί ένας κύκλος -παρόμοιο μοτίβο υπάρχει και στο κλειδί άλλου τόξου. Ύστερα, φεύγοντας δεξιά κι αριστερά, κατεβαίνοντας προς τις γενέσεις, συναντάμε φιλοτεχνημένους -στο 25ο και 24ο αντίστοιχα θολίτη- ρόδακες. Ενδιαφέρον κρύβει κι ένας συνδυασμός τετραγώνων, λιθανάγλυφο στο 5ο προς τα αριστερά του κλειδιού καμαρολίθι. Να πούμε πως όλα τούτα, σήμερα διακοσμητικά, τότε κρυφά και συμβολικά μοτίβα, τα συναντάμε μόνο στην ανάντη μεριά του τόξου, κάτι που υποψιάζει για πιθανή μεταγενέστερη διαπλάτυνση του διαδρόμου διάβασης του γεφυριού. Πάντως στη δομή και το μέγεθος των λίθων του εσωρράχιου δεν παρατηρούνται διαφοροποιήσεις που να επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Το πραγματικά πλατύ -5.50 μ.- οδόστρωμα δεν θα πρέπει οπωσδήποτε να ξενίζει σε ένα πεδινό πετρογέφυρο, τέτοιας μάλιστα σημασίας και χορηγίας.
Η ειδική στα λαϊκά λιθανάγλυφα και τους συμβολισμούς τους, Μαρία Τσούπη,[8] εξηγεί:[9] «Στις λιθανάγλυφες απεικονίσεις του συγκεκριμένου γεφυριού παρατηρούμε κύκλους, ρόδακες περιβαλλόμενους από διαδοχικά ημικύκλια, πλαισιούμενα τετράγωνα  και σχηματική απεικόνιση του ήλιου). Η επανάληψη της χρήσης των σχημάτων αυτών και προπαντός το πέρασμα των χρόνων με τις συνακόλουθες διαφοροποιήσεις των αντιλήψεων, τα έχουν αδειάσει από το αρχικό τους συμβολικό νόημα. Ωστόσο, σε μια άλλη εποχή και κοινωνία, εθιμικά λειτουργούσαν με τον ευχετικό-προστατευτικό, κυρίως, ρόλο τους, αλλά και την πολυσήμαντη συμβολική διάσταση που έχουν ειδικά τα σχήματα αυτά. Το χτίσιμο ενός μεγάλου γεφυριού απαιτεί υπεράνθρωπες, σχεδόν, προσπάθειες. Ο φόβος και η αγωνία για τις δυσκολίες οδηγεί στα προληπτικά αυτά  “μέσα” που κατά κύριο λόγο απηχούν την ανάγκη του εξευμενισμού και της αποτροπής του Κακού.


Εδώ, κυρίαρχο θέμα στο μεγαλύτερο τόξο, στη θέση του κλειδιού, είναι το μοτίβο των δύο ομόκεντρων κύκλων. Οι δύο κύκλοι, η « πλεοναστική- ενισχυτική» επανάληψη δηλαδή του ενός κύκλου, ενισχύει τη συμβολική του λειτουργία. Ο κύκλος είναι το αρχέτυπο σχήμα της τελειότητας, της τάξης, της αιωνιότητας, των ποικίλων συμβολισμών, όπως αυτές έχουν καταγραφεί στις διάφορες εκφράσεις του πολιτισμού ανά τον κόσμο.[10] Γενικότερα η κυκλική κίνηση υποδηλώνει την έννοια της ασφάλειας και της προστασίας, πραγματικής αλλά και συμβολικής. Στο γεφύρι λοιπόν του Πασά το λιθανάγλυφο αυτό μοτίβο λειτουργεί με τη συμβολική έννοια του προστατευτικού - αποτροπαϊκού κύκλου. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι στη θέση αυτή, δηλαδή στο κλειδί του τόξου, θα συναντήσουμε σε γεφύρια χτισμένα κατά τη διάρκεια του επόμενου  αιώνα, οικοδομικές επιγραφές στις οποίες το κεντρικό θέμα είναι το κατεξοχήν φυλακτήριο χριστιανικό σύμβολο, ο σταυρός.


Οι ρόδακες, άλλο θέμα σε καμαρολίθια του μεγάλου τόξου, αποτελούν στη λιθογλυπτική αγαπητό διακοσμητικό-συμβολικό θέμα με ποικίλους συμβολισμούς που σχετίζονται με αυτές των αστεροειδών. Η παράστασή τους είναι μια από τις συνήθεις απεικονίσεις του ήλιου και θεωρείται η φυτική μορφή του.
Τον ήλιο, το πολυσήμαντο αυτό σύμβολο,[11] που στην ηλιακή λατρεία των ανατολικών λαών είναι το “μάτι” του Θεού, παρατηρούμε και στο λιθανάγλυφο που εντοιχίστηκε στο κλειδί του πέμπτου κατά σειρά τόξου. Διακρίνονται οι ακτίνες που περιβάλλουν το “πρόσωπο” το οποίο έχει κατά πολύ φθαρεί στο πέρασμα του χρόνου και των καιρικών συνθηκών. Στη λαϊκή λιθογλυπτική είναι οικείο θέμα η προσωποποίηση του ήλιου και έτσι απαντάται σε κοσμικά και εκκλησιαστικά κτίσματα.






Τα τετράγωνο, άλλο μοτίβο σε λιθανάγλυφο του μεγάλου τόξου, εντάσσεται στα γεωμετρικά σχήματα (γραμμή, κύκλος, τρίγωνο, πεντάλφα ή εξάλφα) που έχουν απομυθοποιηθεί στην τέχνη των νεότερων χρόνων από τους αρχικούς τους συμβολισμούς. Στις διάφορες θρησκείες και τους πολιτισμούς ανά τον κόσμο λειτουργούσαν συνήθως ως ιερά και αποκρυφιστικά σχήματα -συχνά το ίδιο σύμβολο αποκτά διαφορετική σημασία από εποχή σε εποχή και από λαό σε λαό. Το τετράγωνο στη νεοελληνική λαϊκή τέχνη το συναντούμε είτε ως αυτόνομο θέμα είτε ως πλαίσιο περιβάλλοντας άλλες παραστάσεις.[12] Λειτουργεί ως επίκληση στην κάθε μορφής θεϊκή προστασία ώστε να διασφαλιστεί η τάξη, η σταθερότητα και η ευημερία στον κόσμο. Ένα γεφύρι ως κατασκευή αλλά και ως διαδικασία περάσματος, σε άλλες εποχές, επιφυλάσσει κινδύνους ποικίλους. Έτσι, ένα λιθανάγλυφο σαν αυτό του γεφυριού μας, με πλαισιούμενα τετράγωνα, υποδηλώνει αυτή την ανθρώπινη αγωνία της προσοικείωσης του Καλού και της αποτροπής του Κακού».





Θ
α ακούσουμε στη συνέχεια αναφορές που έκαναν στο γεφύρι οι αρκετοί εδώ περιηγητές,[13] μαρτυρίες που, μερικές τουλάχιστον, μνημονεύουν με ενδεικτικό τρόπο τη σπουδαιότητα τούτου του έργου… 

Πρώτη μνεία του γεφυριού, ομολογουμένως αρκετά κατατοπιστική και ακριβής, γίνεται από τον Άγγλο Edward Daniel Clarke. Έχει γράψει τούτος ήδη από το 1801: «Τη Δευτέρα, στις 21 Δεκεμβρίου, αναχωρήσαμε από τα Φάρσαλα μέσα σε πυκνή ομίχλη… Σε λίγο φτάσαμε σε μια γέφυρα με 14 τόξα, εκ των οποίων πέντε ήταν μεγάλα και τα υπόλοιπα ασήμαντα και δυσανάλογου μεγέθους».[14]
 



Η δεύτερη αναφορά είναι του Leake, που περνάει από το σημείο, διέρχεται από το γεφύρι, στις 22 Νοεμβρίου του 1805. Όπως πάντα ακριβής, σημειώνει: «Στις 2.23 εισερχόμαστε στην πεδιάδα και στις 2.55 περνούμε με τα πόδια τον Φερσαλίτη, όπως οι Έλληνες αποκαλούν τώρα τον Ενιπέα, ακριβώς κάτω από μια ωραία γέφυρα επτά αψίδων, ένδειξη ότι το ποτάμι είναι μερικές φορές τρομερό, αν και τώρα, στενό, καθαρό, και περίπου δυο πόδια βαθύ, κυλάει με αργή ροή. Από εκεί, διασχίζοντας την ανοικτή, γεμάτη με καλαμπόκι, πεδιάδα, μπαίνουμε στα Φάρσαλα στις 3.30». [15]


Την ίδια χρονιά, το 1805, επισκέπτεται τα Φάρσαλα και ένας άλλος Άγγλος, τούτος όμως όχι μόνο λιγότερο γνωστός αλλά και φοβερά απρόσεκτος στην περιγραφή των όσων γύρω του αντιλαμβάνεται. Ο William Gell λοιπόν, φτωχά και λανθασμένα, θα γράψει: «Διασχίζουμε ένα μεγάλο ποτάμι, πάνω από μία γέφυρα τεσσάρων αψίδων».[16]

Αντίθετα, τον επόμενο χρόνο θα έχουμε την πληρέστερη, την πιο ρεαλιστική περιγραφή του πετρογέφυρου που διαθέτουμε, ίσως γιατί προκύπτει από την παρατηρητικότητα ενός ζωγράφου. Ο Ιταλός Simone Pomardi δυστυχώς δεν το ζωγράφισε, αλλά έγραψε το 1806: «…κατά το μεσημέρι εισήλθαμε στο θαυμάσιο Φαρσάλιο Πεδίο, το οποίο σήμερα λέγεται πεδιάδα των Φαρσάλων. Μία ώρα μετά βρεθήκαμε κοντά σε μία γέφυρα, στο κέντρο περίπου της πεδιάδας, αποτελούμενη από εφτά μεγάλα τόξα και από άλλα τόσα μικρά, τοποθετημένα ανάμεσα στα μεγάλα. Η γέφυρα αυτή βρίσκεται πάνω από έναν χείμαρρο ο οποίος τότε ήταν στεγνός».[17]

Την επόμενη αναφορά κάνει, περιγράφοντας το ποτάμι με το δικό του ξεχωριστό τρόπο, ο Ιωάννης Οικονόμος-Λογιώτατος -βρισκόμαστε στο 1817: «Ο Τζιναρλής, ελληνικά Ενιπεύς, το οποίον έχει την ανάβρυσίν του εις την χώραν Γούραν, και περνώντας από τα Φέρσαλα, όπου σιμά εις ένα χωρίον Πασά Μαγούλαν ονομαζόμενον έχει αξιόλογον καινούργιον γεφύρι με 14 καμάραις, χύνεται τέλος πάντων εις τον Φερσαλίτην, σιμά εις το χωρίον Βλοχόν».[18]

Για το γεφύρι θα γράψει -ξεχνώντας τούτος μόνο ένα τόξο του -κι ο γνωστός στην Ελλάδα Γάλλος Felix de Beaujour. Σε ταξίδι του στην περιοχή το 1828, σημειώνει: «ο δρόμος για τη Λάρισα κατευθύνεται προς τα βόρεια, διέρχεται από τον Ενιπέα, ένα τέταρτο της λεύγας από τα Φάρσαλα, πάνω από μία λιθόκτιστη εξάτοξη γέφυρα, και διασχίζει την πεδιάδα η οποία υψώνεται βαθμιαία μέχρι τους πρόποδες των Κυνός Κεφαλών».[19]





Του Chr. Wordsworth η αναφορά στο γεφύρι είναι εντελώς λιτή αλλά διπλή -το μνημονεύει και κατά την άφιξή του το 1833 στα Φάρσαλα και κατά την αναχώρησή του. Σημειώνει αντίστοιχα: «Σε απόσταση 25 περίπου μιλίων από τη Λάρισα και λίγο περισσότερο από 1 μίλι από την είσοδο των Φαρσάλων, διασχίζουμε μια γέφυρα πάνω στην πλατιά κοίτη του ποταμού, η οποία την εποχή του καλοκαιριού είναι σχεδόν στεγνή. Από εδώ έχουμε θαυμάσια θέα των Φαρσάλων…» και «Αφού διασχίσαμε προς τα ανατολικά τη γέφυρα του Ενιπέα προς τις Φερές, φτάνουμε στο χωριουδάκι Μαγούλα».[20]


 
Τέλος, διαφωτιστική ένταξη του γεφυριού στη διαδρομή από Φάρσαλα προς Λάρισα, έτσι όπως αυτή ενεργείται στα τέλη του 19ου αιώνα, κάνει στα “Οδοιπορικά” του ο ταγματάρχης Ι. Κοκίδης: «Από των Φερσάλων η οδός η προς την Λάρισσαν άγουσα, διερχομένη δια του αβαθούς ποταμού των Φερσάλων διευθύνεται προς βορράν δι’ εδάφους ομαλού και πηλώδους, καθισταμένου δυσβάτου εν καιρώ χειμώνος, μετά 1 δε ώραν διέρχεται επί λιθοκτίστου γεφύρας τον ποταμόν Κουτσούκ-Τσαναρλί, παρά το χωρίον Βασιλί (200 Έλληνες κάτοικοι, 1 ναός, 1 σχολείον, 1 χάνιον και 6 φρέατα). Επί της δεξιάς όχθης και πλησίον της οδού κείται το χωρίον Πασά Μαγούλα (60 Έλλην. κάτοικ.). και μετά ½ ώραν το χωρίον Τατάρι…».[21]


Έγινε μια σύντομη, αλλά αρκετά διαφωτιστική -πιστεύουμε- περιγραφή του γεφυριού του Πασά, που εξακολουθεί έως σήμερα, παρά τις όποιες αισθητικές επιβαρύνσεις, να γεφυρώνει τον Ενιπέα ποταμό. Αναπόφευκτο είναι, κάποια στιγμή, να αποκατασταθεί στην πρότερη, αρχική μορφή του. Τα Φάρσαλα δικαιούνται ένα μνημείο του είδους, αναπόσπαστο κομμάτι της μακραίωνης -της μεσαιωνικής το συγκεκριμένο- ιστορίας τους.



ENGLISH SUMMARY

The bridge of Pasha is located north of Farsalos, near the village Vasili, bridging the Enipeas river. It is one of the 167 arched stone bridges in western lowland Thessaly.
It has been constructed by the Turkish governor of the region -and poet- Ahmed Ratip Pasha in 1752, but has undergone several repairs in later years.
It has seven big arches and seven small openings-windows, which act as relievers. One of the last has been closed in the early 20th century. Its former figure has been brought down to us through an old sketch (1897) and a photograph (1900).
On the stones of the big slightly pointed arch -arch from the original construction-are carved various designs (circle, squares, rosettes, sun). These designs used to function as symbols of protection, but now are simple decorations.
Many travelers in the 19th century, during the Ottoman occupation, have crossed the bridge and given us information about it. Among others are Edward Daniel Clarke (1801), William Martin Leak (1805), William Gell (1805), Simone Pomardi (1806), Ioannis Ikonomos (1817), Felix de Beaujour (1828), Christopher Wordsworth (1833) and Iphicrates Kokidis (1880).






[1] Ο δρόμος περνούσε από τα παρακάτω χωριά (σε καθένα υπήρχε και χάνι): Φάρσαλα (τουρκ. Ҫatalҫa) - Βασιλί - Τατάρι (Ζωοδόχος Πηγή) - Καραντεμερτζί (Χαλκιάδες) - Σιούμπαση ή Σιουμπασίκιοϊ (Χαρά) - Μπακράτσι (Ζάππειο) - Ισαρλίκ / εγκαταλειμμένος σήμερα μικροοικισμός - Λάρισα (τουρκ. Yenişehir).
[2] Το σχέδιο φιλοτεχνήθηκε από τον  D’ Arey Mopell, ανταποκριτή στις τουρκικές δυνάμεις για την εφημερίδα «The Illustrated London News», στην οποία και το δημοσίευσε στις 5 Ιουνίου του 1897.
[3] Την τράβηξε ο Δ. Μιχαηλίδης και εκδόθηκε καρτποστάλ από τον Στέφανο Στουρνάρα γύρω στα 1900 (φωτογραφικό αρχείο Αντώνη Γαλερίδη).
[4] Έτσι δηλώνεται και περιγράφεται στο, Αντώνης Γαλερίδης, Κώστας Σπανός, Κώστας Μακρής, Γιάννης Πυργιώτης, Βασίλης Παπαγεωργίου, Βούλα Κάλφα, Τα πέτρινα γεφύρια της Θεσσαλίας, ΤΕΕ / τμήμα κεντρικής & δυτικής Θεσσαλίας, Λάρισα 1995, σελ. 107.
[5] Την πληροφορία μας παρέχει ο Αργύρης Πετρονώτης (Πέτρινα Γεφύρια στην Ελλάδα, στο «Φύση και Έργα Ανθρώπων», Κόνιτσα 2001, σελ. 171), που αντλεί από τον Machiel Kiel (Das Türkische Thessalien: Etabliertes Ceschichtsbild versus Osmanizsche Qellen: Ein Beitrag Entmythologisierung der Geschichte Griechenlands, «Die Kultur Griechenlands in Mittelalter und Neuzeit». Bericht über das Kolloquium der Südosteuropa - Kommision 28-31 Oktober 1992. Herausgegeben von Reinhard Lauer und Peter Schreiner. Vandenhoeck & Ruprecht in Gőttingen, 1996, 161).
[6] Πληροφορία του μηχανικού Αντώνη Γαλερίδη, υπεύθυνου για την επισκευή.
[7] Οι πληροφορίες για τον Αχμέτ Ρατίπ Πασά αντλήθηκαν από: α) Mehmed Tahir Efendi, Sicill-i Osmani, Istanbul 1996, vol 4, 117/18, β) E.J.W. Gibb, A History of Ottoman Poetry [six volumes] London 1905, 125 και γ) Τουρκική Εγκυκλοπαίδεια της Λογοτεχνίας Türk Dili ve Edebiyatı Ansiklopedisi, Istanbul, Dergah Yayınları, 1990, vol. 7, 289. Αλλά -να τονιστεί- ιδιαίτερη συμβολή, καθοριστική στη διαμόρφωση του πορτρέτου του Ρατίπ, είχε ο Γερμανός διαπρεπής τουρκολόγος Machiel Kiel (επιστολή του από τη Βόννη στις 16 Ιουνίου 2013 στο Βασίλη Σιακωτό).
[8] Μ. Τσούπη, Ηπειρώτικα Λιθόγλυπτα - Τέχνη και Κοινωνία, Ανιχνεύοντας στο Ζαγόρι, Εφύρα, Ιωάννινα 2006
[9] Σε επιστολή της (23.12.2013).
[10] J.E. Cirlot, Το λεξικό των Συμβόλων,( μτφρ.Ρ. Καπππάτος),  Αθήνα, Κονιδάρη 1995  (λήμ. «Κύκλος, γεωμετρικό σχήμα»).
[11] J. Chevalier - A. Gheerbrant, Dictionnaire des Symboles. Mythes, reves, coutumes, gestes, formes, figures, couleurs, nombres, Robert Laffont / Jupiter, Paris 1987:891-896, όπου και αναλυτική αναφορά στους αρχέγονους συμβολισμούς του ήλιου.
[12] Μ. Τσούπη, Ηπειρώτικα Λιθόγλυπτα - Τέχνη και Κοινωνία, Ανιχνεύοντας στο Ζαγόρι, Εφύρα, Ιωάννινα 2006, εικ. 205, 208.
[13] Όσοι επισκέπτονταν τη Θεσσαλία τότε, δεν παράλειπαν να επισκεφτούν και τα Φάρσαλα προκειμένου να γνωρίσουν από κοντά το πεδίο σύγκρουσης του Γάιου Ιουλίου Καίσαρα και του Πομπηίου. Η αποφασιστική, τελική μάχη, που έκρινε την πολυετή διαμάχη τους, δόθηκε εδώ το 48 π.Χ.
[14] Travels in various countries in Europe Asia and Africa by Edward Daniel Clarke L.L.D., Part the second Greece Egypt and the Holy Land…, London MDCCCXVI, 263.
[15] William M. Leake, Travels in Northern Greece, J. Rodwell, London 1835, v. I, 447-448.
[16] William Gell, The Itinerary of Greece; containing one hundred routes in Attica, Boeotia. Phocis, Locris, and Thessaly, London 1819. Μετάφρ. Αλέξης Γαλανούλης, Οδοιπορικό στη Θεσσαλία του 1805, «Θεσσαλικό Ημερολόγιο», τόμ. 47, Λάρισα 2005, σελ. 219.
Δυστυχώς ο αρχαιολόγος και τοπογράφος William Gell, παρά τις πολλές πληροφορίες που παρέχει στους τέσσερις τόμους του βιβλίου του, είναι τόσο “τηλεγραφικός”, που κάποιος δυσκολεύεται πολύ -αν δεν αδυνατεί εντελώς- να ταυτίσει οικισμούς, χείμαρρους και τα πολλά γεφύρια που αναφέρει. Και βέβαια έτσι τα λάθη είναι αναπόφευκτα.
[17] Simone Pomardi, Viaggio nella Grecia fatto da Simone Pomardi negli anni 1804, 1805, 1806. Roma 1820. Μετάφρ. Χριστίνα Polese, Ταξίδι στη Θεσσαλία το 1806, «Θεσσαλικό Ημερολόγιο», τόμ. 50, Λάρισα 2006, σελ. 46-47.
O Ιταλός ζωγράφος Simone Pomardi συνόδευσε τον Άγγλο περιηγητή και αρχαιολόγο Edward Dodwel στην περιοδεία του στην Ελλάδα σχεδιάζοντας μνημεία και τοπία -πολύ ωραίο το σχέδιο του για τα Φάρσαλα. Τελικά, μαζί με το Ημερολόγιο που κρατούσε, δημοσίευσε τις εικόνες του σε δικό του βιβλίο. Μεταξύ των άλλων, εκτός από τη Θεσσαλία, επισκέφτηκε το Μεσολόγγι, την Πάτρα, το Γαλαξείδι, τη Βοιωτία , την Αθήνα και την περιοχή της Λαμίας.
[18] Ιωάν. Οικονόμου - Λαρισσαίου Λογιωτάτου, Ιστορική τοπογραφία ενός μέρους της Θετταλίας -1817. Εισαγωγή - φροντίδα Μ.Μ. Παπαιωάννου, Αθήνα 1989, σελ. 150-151.
[19] Felix de Beaujour, Voyage militaire dans l’ empire Othoman ou description de ses frontiers et des principales defenses, soit artificielles, avec cing cartes geographigues. Paris 1829.  Μετάφρ. Γεωργία Σαμαρά, Στρατιωτικό ταξίδι στη Θεσσαλία το 1828, «Θεσσαλικό Ημερολόγιο», τόμ. 48, Λάρισα 2005, σελ. 238.
[20] Chr. Wordsworth, Greece, pictorial, descriptive and historical, London 1839. Μετάφρ. Σωτ. Κύρκος, Ταξίδι στη Θεσσαλία του 1833, «Θεσσαλικό Ημερολόγιο», τ. 30, Λάρισα 1996, σελ. 39 & 42.
[21] Οδοιπορικά Ηπείρου και Θεσσαλίας υπό του παρά τω Υπουργείω των Στρατιωτικών Επιτελικού Γραφείου, Εν Αθήναις 1880, σελ. 152.





ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΗΓΗΣΗ

 

.