Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Δερβιτσάνη Αργυροκάστρου

ΜΝΗΜΗ ΕΝΟΣ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ…




Ή
μουν στο ξεκίνημα των ηχογραφήσεών μου για τον θρύλο “του γιοφυριού της Άρτας” -Οκτώβρης του 2004.
Έχοντας ανακαλύψει τρεις, τέσσερις μελωδίες της συγκεκριμένης παραλογής, συλλέξει περισσότερες μαρτυρίες πως τούτη όχι μόνο τραγουδιόταν, φορές και χορευόταν, είχα πιστέψει, μού είχε γίνει σχεδόν εμμονή, πως δεν ίσχυε αυτό που υποστήριζαν οι περισσότεροι λαογράφοι∙ ότι δηλαδή ένα τέτοιο πολύστιχο κείμενο δεν θα μπορούσε να τραγουδιέται, απλά θα απαγγελλόταν σε κοινωνικές συναθροίσεις.
Ρωτούσα λοιπόν και ξαναρωτούσα∙ και ταξίδευα ψάχνοντας, μην αγνοώντας ταυτόχρονα πως σχετικά παράλληλα ήταν διαδεδομένα σε ολόκληρη τη βαλκανική -άρα μεγαλύτερη η πρόκληση. Ήδη οι πρώτες ηχογραφήσεις, που στο μεταξύ είχαν προκύψει, ανατροφοδοτούσαν το ενδιαφέρον, μου ενίσχυαν την υποψία.

Και ήταν ακριβώς τότε, Οκτώβρης του 2004, που η υπόσχεση του αείμνηστου Γιώργου Παναγιώτου -μέχρι πρότινος καθηγητή στο Πανεπιστήμιο των Τιράνων- με χαροποίησε ιδιαίτερα, μου άνοιγε, σχετικά νωρίς και απροσδόκητα, νέους ορίζοντες. Θα προσπαθούσε, λέει, μέσω φίλου του, να με προμηθεύσει με αλβανικές παραλλαγές της μπαλάντας του εντοιχισμού -πρέπει να υπήρχαν αρκετές κατατεθειμένες στο Ινστιτούτο Λαϊκού Πολιτισμού…

Η κασέτα που σε λίγες μέρες έφτασε στα χέρια μου ήταν για μένα ένα απρόσμενο, ένα πολύτιμο δώρο. Θυμάμαι με τι αγωνία και προσμονή -γρήγορα θα μετατρέπονταν σε συγκίνηση- την τοποθέτησα στο μαγνητόφωνο. Κι άρχισα να ακούω τις επί τόπου, σε διάφορα μέρη, ζωντανές ηχογραφήσεις του μακρινού 1952 και να ανατριχιάζω. Άλλοτε πεισματικές γυναικείες φωνές, άλλοτε βραχνές γέρων που τις συνόδευαν τσιφτελί (τοπικό έγχορδο), ζωντάνευαν μπροστά μου, μελωδικά, τον τραγικό θρύλο. Σχεδόν έβλεπα, άκουγα, να χτίζουν τη Ροζάφα στο κάστρο της Σκόδρας, ή την ανύποπτη γυναίκα του τρίτου μάστορα, του τρίτου αδερφού, να τη στριμώχνουν σ’ ένα ανυπάκουο γεφύρι.
Όμως, η μεγάλη, η απρόσμενη έκπληξη με περίμενε στο προτελευταίο τραγούδι, που άκουσα τον ηχολήπτη να αναγγέλλει: 45 μάστοροι κι 60 μαθητάδες∙ το παίρνει η Ευανθία Ντέντε, το κλώθει η Γιαννούλα Λιάτση, το σηκώνει η Αγαθή Κρασσά, κάνει ίσιο η  Βιτωρία Στέργιου από το χωριό Δερβιτσάνη του Αργυροκάστρου…

Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
τρεις χρόνους εδουλεύανε στης Άρτας το γιοφύρι…

Απίστευτο! Μόλις είχα ακούσει μια ελληνική παραλλαγή, καταγραμμένη στη Δερβιτσάνη της Δρόπολης! Του 1952 η ηχογράφηση! Απίστευτο..!
Μου πήρε λίγο να το συνειδητοποιήσω, να αποφορτιστώ και… τι κρίμα, είχαν ακουστεί μόλις 2 στίχοι του τραγουδιού, με επαναλήψεις βέβαια και απίστευτους λαρυγγισμούς, μα μόνο δύο στίχοι…

Περιπέτειες σκέψης και ερωτηματικά, με απορρόφησαν. Πόσο δύσκολο θα ήταν να εντοπίσω και τους υπόλοιπους στίχους, έστω τόσους ώστε να συγκροτήσουν την πρώτη νοητική ενότητα του τραγουδιού; Και τραγουδιστές να το αναστήσουν, να το ξαναπούν, αφού είχα ακέραιη τη μουσική φράση; Επαναληπτικά, ως προς τη μουσική φόρμα, τούτα τα τραγούδια ολοκληρώνουν την αφήγηση-πλοκή τους στηριζόμενα κυρίως στον στίχο.

Στάθηκα τυχερός γρήγορα να βρω και τους υπόλοιπους στίχους. Ήταν καταγραμμένοι από το 1974 σε βιβλίο/μελέτη του Γ. Μέγα.  Όσο για τραγουδιστές που θα το έλεγαν, σκέφτηκα -ποιόν άλλο;- τον Λαμπρίδη τον Αλέξανδρο. Γνώστης του έργου του πάνω στο πολυφωνικό τραγούδι (καραβανιάρης της “Χαονίας”) και συνταξιδιώτης σε δυο-τρεις εκδηλώσεις, του έθεσα ευθέως το ερώτημα και ζήτησα βοήθεια. Με προσανατόλισε σωστά και μου σύστησε τον κατάλληλο άνθρωπο.

Επακολούθησε τηλέφωνο. Απρόσμενα ο Δήμος, Δερβητσανιώτης βέβαια, κατοικούσε δύο τετράγωνα πιο πέρα από μένα. Του εξήγησα τι ήθελα και κλείστηκε ραντεβού συνάντησης στο σπίτι μου.
Ήρθε μαζί με τη γυναίκα του, μαζί και με κείνο το χαμόγελο που δεν αποχωρίζεται ποτέ -τον είχα δει και ακούσει επανειλημμένα στην Πετρούπολη, στο θέατρο της Πέτρας. Το τραγούδι δεν το ήξερε, μα θα ήταν εύκολο για αυτόν -μου είπε- να το μάθει και να το αποδώσει σωστά αν το άκουγε. Έβαλα την κασέτα στο μαγνητόφωνο και οι πρώτες λέξεις, μακρόσυρτες, ακουστήκαν…
Σιωπή για λίγο -εγώ κοιτούσα τον Δήμο κι αυτός το μαγνητόφωνο. Ύστερα το χαμόγελό του έσβησε -πρώτη φορά τον αντίκριζα χωρίς αυτό-, το πρόσωπό του κοκκίνισε και δάκρυα κύλησαν στο μάγουλό του…
- Είναι η μάνα μου, ψιθύρισε… 

Δεν το είχα σκεφτεί, δεν είχε πάει καθόλου εκεί το μυαλό μου∙ ίσως λόγω της μικρής διαφοροποίησης του επιθέτου. Τραγουδούσε η Ευανθία Ντέντε και άκουγε συγκινησιακά φορτισμένος, ταραγμένος, ο Δήμος Δέδες, ο γιος της…



Σε μία εβδομάδα ξανασυναντηθήκαμε στο στούντιο. Και πάλι γελαστός, πανέτοιμος ο κύρ-Δήμος, με τη γυναίκα του περίμεναν∙ τώρα μαζί και η κόρη του και τα άλλα του τα αδέρφια -έτσι συγκροτούν πάντα τη δική τους, οικογενειακή ομάδα.
Πίσω από το τζάμι σε λίγο εγώ, μαζί με τον ηχολήπτη, άκουγα τον Δήμο τον Δέδε να …παίρνει το τραγούδι, τη Γιαννούλα Δέδε-Ντούλε να το …γυρίζει, και να το …γεμίζουν ο Βασίλης Δέδες, ο Γιώργος Δέδες, ο Γιάννης Δέδες, η Αθηνά Σέλιου-Δέδε και η Βασιλική Δέδε.

Κοίταξα το φτηνό Ημερολόγιο δίπλα από το ρολόι (6 Οκτωβρίου 2004, 5.30 μ.μ.) και αφέθηκα στους ήχους. Ασφυκτιώντας τούτοι, σπάζανε τους τσιμεντένιους, ψυχρούς τοίχους του στούντιο και ξαναγυρίζαν στη Δερβιτσάνη…

Σαρανταπέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες
τρεις χρόνους εδουλεύανε στης Άρτας το γιοφύρι.
Ολημερίς το χτίζανε κι από βραδύς γκρεμιέται!
Ωχ, μοιριολογούν οι μάστορες και κλαίνε οι μαθητάδες:
Αλίμονο στους κόπους μας, κρίμα στις δούλεψές μας,
ολημερίς δουλεύουμε και από βραδύς γκρεμιέται…


Σπύρος Ι. Μαντάς 
Φλεβάρης 2018






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου