Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

ΤΑ ΝΕΑ, 16.2.1985



ΤΑ ΝΕΑ
16.2.1985

ΣΠΥΡΟΥ Ι. ΜΑΝΤΑ:
 «Τα Ηπειρώτικα Γεφύρια»
(…για να καλύψουν μια ανάγκη, προέκτειναν τη φύση…).
Σειρά «Λαϊκό Πολύπτυχο», Τεχνικές Εκδόσεις Α.Ε. Σελ. 143.

Γράφει ο Κώστας Σταματίου[1]
 




Ε
ίναι ένα από τα ωραιότερα, πληρέστερα, αισθαντικότερα λευκώματα που έχουν τυπωθεί τα τελευταία χρόνια. Η Ήπειρος, εσχατιά των Άλπεων, διασχίζεται από φαράγγια με ποτάμια, παραπόταμους, χειμάρρους. Όπως λέει κι ο υπότιτλος του βιβλίου, η ανάγκη γέννησε την (τεχνική) προέκταση της φύσης: έπρεπε να υπερπηδηθούν τα υδάτινα εμπόδια που δυσκόλευαν ανέκαθεν τη διακίνηση των κατοίκων. Πνίγονταν κάθε χρόνο άνθρωποι και ζώα. Έγινε λοιπόν η Ήπειρος η κατ’ εξοχήν χώρα των γεφυριών που χτίστηκαν από λαϊκούς μαστόρους κι υπήρξαν «αποτέλεσμα διαλόγου  και αξιοπρεπούς συμβιβασμού με το περιβάλλον». Συχνά, όμως, ο ενθουσιασμός για την υπερνίκηση της (φυσικής) ανάγκης ήταν τόσος, που οδήγησε σε μοναδικές περιπτώσεις αισθητικής ανάτασης. Τα γεφύρια έγιναν έργα τέχνης, ενίοτε κι αληθινά αρχιτεκτονικά αριστουργήματα.
Ο κ. Μαντάς διαιρεί την πολύτιμη εργασία του σε πέντε μέρη:
Α΄ - Το χτίσιμο. «…Μαρμάρωνε κι ανέβαινε σαν να ’ταν από μολύβι, εγίνηκεν, τελείωσε κι ακόμη είναι θιάμα…» θα πει η λαϊκή μούσα για το ηπειρώτικο γεφύρι. Κι ο συγγραφέας μας παρουσιάζει τους «παράγοντές» του: πόσοι ήταν οι μαστόροι· πώς τα ονοματίζανε· πώς μαζεύονταν τα χρήματα (αυτά επί τουρκοκρατίας, βέβαια), ποια ήταν η πρώτη ύλη, οι μορφές, ποια τα «συνοδευτικά κτίρια». Κι αλήθεια πόσο κόστιζε ένα γεφύρι το 1800 (κείνο κοντά στο Τσεπέλοβο του Ζαγοριού 5.000 γρόσια, μας λέει), το 1867 (ανάμεσα Καρβασαρά και Χαλκιάδες 100.000 γρόσια -ήδη ο …πληθωρισμός!), το μικρό στο Μεσοβούνι, ωστόσο, μόλις 1.200 γρόσια το 1873.
Στο Β΄ μέρος, Τα Γεφύρια, γίνονται περιγραφή 31 απ’ αυτά. Πάλι προμετωπίδα: «…Μι μέλι του θιμέλιουναν, μι ζάχαρη του κτίζουν κι μι του γάλα του γλυκό να του καλομιστρίσουν…».
Φυσικά, την «παράσταση κλέβει» το θρυλικό Γεφύρι της Άρτας, αλλά το συναγωνίζονται σε θρύλους το μονότοξο της Πλάκας, το μοναδικό της Κόνιτσας με το τεράστιο τόξο, άλλα, του Παπαστάθη, του Κοράκου, τα τόσα ζαγορίσια (που μας φέρνουν στο νου τον αξέχαστο Φανίτσιο), το περίφημο «του Βοϊδομάτη» (στο τέρμα του βουερού Βίκου), του Μανώλη, της Τατάρνας, του Σπανού -τι ονόματα, τι ιστορίες, Θέ μου!
Στο Γ΄ μέρος, Ο Αντίχτυπος, ο κ. Μαντάς διερευνά την επίδραση των γεφυριών στον ψυχικό κόσμο των απλών Ηπειρωτών.
«…Γιοφύρι πέτρινο τηράς να κρέμεται ’ς το ρέμα - κι ακόμη και τώρα τα βιολιά από τη στοιχειωμάδα - όταν περάσουν τρέμοντας, τρέμ’ όλη η καμάρα…». Θρύλους, τραγούδια, ακόμη και θέατρο έχουν γεννήσει τα ηπειρώτικα γιοφύρια. Ας θυμηθούμε τον «Πρωτομάστορα» του Νίκου Καζαντζάκη και το «Γεφύρι της Άρτας» του Γιώργου Θεοτοκά.
Το Δ΄μέρος, Καταγραφή των παραδοσιακών ηπειρώτικων γεφυριών, είναι λεπτομερής κατάλογος (γεφύρι, έτος κατασκευής, χορηγός, δαπάνη), για …191 γεφύρια, δανεισμένος εν πολλοίς από τον σπουδαίο μελετητή του ηπειρωτικού χώρου, τον Λαμπρίδη. (Κι εδώ, το «μότο» είν’ όμορφο: «…ο κόσμος φκιάνουν εκκλησιαίς, φκιάνουν και μοναστήρια - φκιάνουν και πετρογιόφυρα για να περνάει ο κόσμος…»).
Τέλος, η Οπτική Τεκμηρίωση, το υπέροχο φωτογραφικό ε΄ μέρος. Ερειπωμένα ή «κρατούμενα», σε παλιές ή νέες αποτυπώσεις, γνωρίζουμε με τα μάτια μας τα γιοφύρια που απαντήσαμε σαν ονόματα μονάχα στα προηγούμενα κεφάλαια. Σαν συμπλήρωμα του υπέροχου αυτού λευκώματος: α. Η τελευταία περιπέτεια του Γιοφυριού της Άρτας (λίγο έλειψε να σωριαστεί πρόπερσι από τα νερά της ΔΕΗ…). β. Τα Κουδαρίτκα ή Μαστόρκα, η «μυστική» γλώσσα των γεφυρο-μαστόρων. γ. Άλλα γεφύρια από την Ελλάδα και τη Βαλκανική (για σύγκριση).
Όλα πλήρη και τέλεια.


[1] Σταματίου, Κώστας, 1929-1991
Καλλιτεχνικός συντάκτης, κριτικός κινηματογράφου και βιβλίου, μεταφραστής. Αρθρογραφούσε επί σειρά ετών στην εφημερίδα "Τα Νέα" και στον "Ταχυδρόμο". Ιδρυτικό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου (ΠΕΚΚ).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου