Κυριακή, 25 Μαρτίου 2012

Έτσι γένηκε της Γκούρας το γιοφύρ...




ΕΤΣΙ …ΓΕΝΗΚΕ ΤΗΣ ΓΚΟΥΡΑΣ ΤΟ ΓΙΟΦΥΡ ! !

Στη μνήμη του Δημήτρη Λαζοκίτσιου
(1915-2005)
  
  
Χ
ρόνια της Κατοχής. Και βέβαια η ζωή δύσκολη παντού. Στην Κοτομίστα όμως, τούτη, παραήταν ανυπόφορη. Μικρός συνοικισμός της Ανατολικής -της παλιάς Λαχάνιστας- απέναντι από τον Δρίσκο, πέρα από τον Άραχθο, ασφυκτιούσε ανάμεσα στο μεγάλο ποτάμι και τα ψηλά βουνά. Ακόμη κι η επικοινωνία με το κέντρο του χωριού φάνταζε μικρή περιπέτεια, αφού από ψηλά, το “Ελληνικό”, πέφτοντας ένας απότομος λάκκος, λες καταρράκτης, έβαζε εμπόδιο για την εκκλησία, τα μαγαζιά, τους συγγενείς. “Θέλαμαν ποδαρόδρομο μιάμιση ώρα για να βγούμε στο χωριό…”!

Δημήτρης Κ. Λαζοκίτσιος. Ο αφηγητής
   Η ευκαιρία για να γεφυρωθεί της Γκούρας το χάος δόθηκε, ανέλπιστα, στην Κατοχή. Είχε φουντώσει τότε το αντάρτικο, έλεγχε την περιοχή ο ΕΔΕΣ και, θέλοντας να βοηθήσει, έταξε γεφύρι πέτρινο! “Άμα βρείτε μαστόρους…”, είπε ο ταγματάρχης Ευαγγελίδης στους κατοίκους που τον παρακάλεσαν, “…να ’ρθείτε στο γραφείο, στο Παλιοχώρι, να σας δώσω 25.000 δραχμές και να βάλετε μπρος”. Ανέλαβε να ψάξει ο Μήτσος Λαζοκίτσος.


   “Με έστειλε ο πρόεδρος του χωριού. Γιάννη Τασούλα τον λέγανε. Πήρα και κάποιον Γιώτη Κλέαρχο μαζί, για παρέα. Θα πάω στους Χουλιαράδες -είπα του Προέδρου…- αλλού δεν καταλαβαίνω μαστόρους να γυρίζουν τόξα με πέτρα. Πήγαμαν. Μπήκαμαν στο μαγαζί, ρώτησα. Είναι κάποιος Χρήστος Σιόντης -μου ’πανε…- πρωτομάστορας! Δουλεύει γιοφύρια μαζί με τον κουνιάδο του..! Στείλανε και τους φωνάξανε. Ήρθαν οι άνθρωποι. Λέμε ότι εμείς θέλουμε, στη τάδε μεριά, να φκιάσουμε ένα γιοφύρ… -ήξεραν αυτοί το μέρος- να φκιάσουμε ένα γιοφύρ  πέτρινο, με τόξο! Τι θέλετε; Συμφωνήσαμαν. Μπήκαμαν το βράδυ σπίτι τους, κοιμηθήκαμαν, και το πρωί ξεκινήσαμαν. Μαζί μας κι ο Χρήστος Σιόντης, μαζί μας κι ένας Κωνσταντινίδης. Μητσαντώνη τον φώναζαν. Ξεκινήσαμαν, με τα πόδια, για τη Κοτομίστα, τη Γκούρα πες…”.[1]
  

Ο
 Χρήστος Σιόντης είχε γεννηθεί στους Χουλιαράδες το 1895. Δέκα εννιά χρονών παιδί, στα 1914, βρέθηκε στο κομιτάτο της αυτονομίας της Βορείου Ηπείρου μαζί με τα μεγαλύτερα αδέρφια του Γάκη και Χαράλαμπο. Κατετάγησαν με αρκετούς άλλους συγχωριανούς τους στο σώμα του Καπετάν Πουτέτση.
   Εκεί θα γνωριστούν -στο Λεσκοβίκι συγκεκριμένα- με τον μητροπολίτη Κόνιτσας, κι αργότερα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, Σπυρίδωνα. Ο τελευταίος, εκτιμώντας την επίδοση όλων γενικά των Χουλιαράδων μαστόρων στην οικοδομική, θα χρησιμοποιήσει πολλούς από αυτούς στην ανέγερση της Μονής της Βελλάς. Επικεφαλής σε τούτο το έργο ανέλαβε ένας μάστορας θρύλος για τα Χουλιαροχώρια, ο Αντών Κωσταντώνης ή Κωνσταντινίδης. Κοντά, λοιπόν, σ’ αυτόν τον μεγάλο μάστορα της πέτρας, θα τελειοποιήσει κι ο Χρήστος Σιόντης την όποια τέχνη είχε μέχρι τότε προλάβει να αφομοιώσει. Θα καταλήξει πελεκάνος άριστος. Μάλιστα θα παντρευτεί με μια από τις κόρες του Κωνσταντινίδη, την Αλεξάντρα, αποκτώντας μαζί της έξι παιδιά. Ο άλλος μάστορας -που με τον Χρήστο Σιόντη επρόκειτο να δουλέψει στο γεφύρι μας της Γκούρας- ο Δημήτρης Μητσαντώνης, ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Αντών Κωσταντώνη (Κωνσταντινίδη).  
   Χρήστος Σιόντης και Δημήτρης Μητσαντώνης μάθανε για γεφύρια, το πιο δύσκολο τότε έργο, δουλεύοντας, καθένας με δικό του μπουλούκι, στο δρόμο Ιωαννίνων - Καλαμπάκας. Είχαν τότε αναλάβει, προπολεμικά, το ΄27, την κατασκευή όλων των πέτρινων γεφυριών μέχρι τη Μάζια και στη συνέχεια μέχρι Μπαλντούμα. “ Έφκιασαν τις παράγκες τους στο Πέραμα και έμεναν εκεί. Εκεί κοιμόνταν, εκεί έτρωγαν.  Όλη μέρα έβγαζαν τις πέτρες, τις πελεκούσαν, τις φόρτωναν στα μουλάρια και τις έχτιζαν στα γιοφύρια. Πολύ δουλειά, στόμωναν τα κοπίδια από το χτύπημα, απ’ το πελέκημα”.
   Οι δυο τους, τώρα, έπρεπε να στήσουν και το γεφύρι στη Γκούρα..!

Ν
α ξαναγυρίσουμε όμως στην Κοτομίστα, στης Γκούρας το γκρεμό. Τον τελευταίο, η ορμή του νερού τον είχε παρακάνει βαθύ∙ -“αδύνατο να γεφυρωθεί” … έλεγαν οι ντόπιοι!. Αλλά και πάλι ο λόγος στον Μήτσο τον Λαζοκίτσιο, τον άνθρωπο που βρήκε τους δύο πρωτομάστορες, που τους φιλοξένησε, με την παρέα τους, στο σπίτι του, συγγένεψε στο τέλος μαζί τους…
   “Κι ήρθαν οι μαστόροι εδώ. Κάθισαν όλον τον καιρό στο σπίτι το δικό μου. Εδώ μένανε. Πήγαμαν στη Γκούρα. Σ’ αυτό το μέρος, λέμε, θέλουμε να φκιάσετε το γιοφύρ. Πέτρες είναι εδώ, θα τις βγάλετε εσείς, και εμείς, όλη η Κοτομίστα, θα τις κουβαλήσουμε μεντάπια. Είχε.., είπε ο Σιόντης, είχε δυσκολία εκεί στο στεφάνι που θα γένονταν το γιοφύρ. Το νερό έτρωγε βάθος, έτρωγε την πέτρα χρόνια δηλαδής της ζωής, κι είχε μόνο πέτρα, πουθενά χώμα να φκιάσει τα θέμελα. Ήθελε λοιπόν φουρνέλα…
   Κάμαν μέρες για να φκιάξουν το γιοφύρ. Ξεκίνησαν τον Αύγουστο για να μας πάρει το καλοκαίρι μπροστά. Βάλαν φουρνέλα, βγάλαν τις πέτρες, τις πελέκησαν, πήγε η Κοτομίστα, τις κουβαλήσαμαν φορτωμένες στο κορμί. Πρώτα - πρώτα βέβαια φτιάξαν οι μαστόροι τα καλούπια, τις σκαλωσιές. Τα ξύλα τα φέραμαν εμείς. Πλατάνια. Τα σκίζαμαν με το πριόνι. Είναι βαθύ εκεί το μέρος, πολύ βαθύ. Έριξαν μεγάλα δέντρα να το ενώσουν πρώτα και μετά έφκιασαν ότι έφκιασαν.  Απάνου στο καλούπι έχτισαν τα λιθάρια. Πρώτα τα θέμελα, μετά το γύρισμα του τόξου, κι ύστερα το καλντερίμι να περνούν οι άνθρωποι. Τις χτίζαν τις πέτρες με ασβέστη. Δεν ήταν τσιμέντα τότε. Χίλιες τόσες οκάδες ασβέστη σβήσανε…

      Κάποτε τέλειωσε το γιοφύρ. Στοίχισε, είπαμαν, 25.000 δραχμές, τότε. Κάναμαν όμως και μεις μεντάτια, βοήθημα. Πηγαίναμαν φαγητό όλα τα σπίτια με τη σειρά, πηγαίναμαν εκεί, στο γιοφύρ, και τους ταΐζαμαν. Δούλευαν ήλιο μ’ ήλιο και το βράδυ έρχονταν εδώ, στο σπίτι μου και κοιμόνταν. Δεν κάναμαν γιορτή στο τέλειωμα. Έπρεπε, μα η δεκάρα δεν έβγαινε πουθενά, η φτώχεια μεγάλη. Κάναμαν όμως αγιασμό, στην αρχή, στα θέμελα, με τον παπά-Χριστάκη. Σφάξαμαν ένα κατσίκι, να πέσει το αίμα στις βάσεις, να θεμελιωθεί το γιοφύρ καλά, που λέγανε! Είχαν το έθιμο. Και μετά το φάγαμαν όλοι, οι μαστόροι, οι εργάτες, εμείς. Εκεί, επιτόπου. Καμιά εικοσαριά άτομα ήταν…
   Έτσι το φκιάκαμαν, έτσι τέλειωσε το γιοφύρ, το 1944, τότε που γεννήθηκε και το παιδί μ’, ο Λευτέρης. Γίναμαν, μάλιστα, με το Χρήστο Σιόντη κουμπάροι. Το ’χαμαν κανονίσει όταν ήταν έγκυος η γυναίκα μ’. Όταν έγινε το παιδί, στείλαμαν χαμπέρ να ’ρθει να το βαφτίσει…
   Αυτά που λες τότες. Έτσι γένηκε της Γκούρας το γιοφύρ…” !





 











  

Μια θρυλική οικογένεια μαστόρων γεφυράδων από τους Χουλιαράδες! Καθιστός ο Αντών Κωσταντώνης ή Κωνσταντινίδης (1864-1948). Αριστερά, ο γιος του Δημήτρης Μητσαντώνης ή Κωνσταντινίδης (1887-1972), πίσω του ο εγγονός του Αντώνης Κωσταντινίδης (1915-2002), και δεξιά ο γαμπρός του Χρήστος Σιόντης (1895-1972). Ο δεύτερος κι ο τελευταίος χτίσανε το γεφύρι της Γκούρας στην Κοτομίστα! 




[1] Θυμάται και διηγείται ο Δημήτρης Κ. Λαζοκίτσιος, 29 Γενάρη του 1999, στην Κοτομίστα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου