Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Ο θρύλος “του γεφυριού της Άρτας” στο θέατρο…

     

 
                      Ο θρύλος
“του γεφυριού της Άρτας”
                                              στο θέατρο…

        Έργα από την Ελλάδα και τη Βαλκανική



Η
 άντληση έμπνευσης πολλών δημιουργών, σε διεθνές μάλιστα επίπεδο, από τον πλούσιο χώρο του λαϊκού πολιτισμού, αποτέλεσε, τουλάχιστον για συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, κανόνα. Στην Ελλάδα όπως και στις άλλες βαλκανικές χώρες, στα πλαίσια αναζήτησης της εθνικής ταυτότητας, από τον 19ο κιόλας αιώνα, ιδίως όμως στις πρώτες δεκαετίες του 20ού, αναζητήθηκαν έντονα τέτοιου είδους πηγές, ικανές να τροφοδοτήσουν όλες ανεξαιρέτως τις τέχνες. Φυσικά δεν αποτέλεσε εξαίρεση και η περίπτωση του θεάτρου, για το οποίο έγραψαν -με τέτοια πάντα αφετηρία- γνωστές προσωπικότητες των γραμμάτων μας. Ο Καζαντζάκης, ο Θεοτοκάς, ο Βρεττάκος και άλλοι όπως θα δούμε παρακάτω, συνέθεσαν θεατρικά έργα αξιόλογα, εμπνευσμένα από το θρύλο “του γιοφυριού της Άρτας” όπως τούτος διεσώθη μέσα από το γνωστό δημοτικό τραγούδι. Πρέπει όμως εδώ να ομολογήσουμε πως τούτα τα δημιουργήματά τους, σχετικά βέβαια με άλλες επιδόσεις τους, παρέμειναν στην αφάνεια, δεν έφτασαν όπως τους έπρεπε στο ευρύ κοινό. Ας θεωρηθεί λοιπόν αυτό το άρθρο -περίληψη εκτενέστερης μελέτης μας- μικρή συμβολή γνωριμίας με το συγκεκριμένο θεατρικό ρεπερτόριο.

Και πρώτα-πρώτα, εισαγωγικά, ας ανατρέξουμε στο θρύλο που μπόρεσε να συγκινήσει, να τροφοδοτήσει τη φαντασία του συγγραφέα για παραπέρα προεκτάσεις, ιδέες και συμβολισμούς.
Είναι γνωστό πως όποτε στο παρελθόν δυσκολία και ανεξήγητο συνέπεσαν, οδήγησαν σε προλήψεις και δοξασίες παράξενες. Η αντιμετώπιση τότε του όποιου προβλήματος, η τακτική για τη λύση του, δεν είχε καμία σχέση με τη σύγχρονη πρακτική και μεθοδολογία. Απεναντίας υπάκουσε σε λογικές στις οποίες κάποτε ενυπήρξε κι αυτό ακόμη το στοιχείο του τραγικού.
Κάτι τέτοιο συνέβη στην προσπάθεια θεμελίωσης μεγάλων τεχνικών έργων της εποχής. Η έλλειψη κατάλληλων μέσων αλλά και γνώσεων που θα καθιστούσαν ασφαλείς αυτές τις κατασκευές και επομένως οι συχνές αποτυχίες, οδήγησαν στις ανθρωποθυσίες, στην προσφορά δηλαδή της ίδιας της ζωής του πιο “ευγενικού ζώου”, του ανθρώπου. Για τον εξευμενισμό του υποτιθέμενου υπαίτιου που τελικά θεοποιήθηκε, απαιτήθηκε τέτοιο μέγεθος θυσίας.



 Την ευρεία εξάπλωση αυτής της τραγικής συνήθειας μαρτυρούν μέχρι τις μέρες μας θρύλοι και παραδόσεις απ’ όλον τον κόσμο, τελευταία μάλιστα και σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα. Η έρευνα, που σχολιάζοντας ακολουθεί, αποκτά έτσι όλο και περισσότερο ενδιαφέρον. Εμείς όμως θέλουμε να παραμείνουμε στη Βαλκανική, στο χώρο όπου όλα αυτά μπόρεσαν να ειπωθούν μ’ ένα τραγούδι. Πρόκειται για μια από τις περίφημες παραλογές -πολύστιχο αφηγηματικό τραγούδι- με την οποία η αποτρόπαιη πράξη της ανθρωποθυσίας πήρε ποιητική μορφή, απέκτησε φιλολογικό περιεχόμενο, έγινε έργο τέχνης. Και βέβαια το θέατρο εισέπραξε το αναλογούν σε αυτό μερίδιο, με τον κάθε βαλκάνιο δημιουργό, θεατρικό συγγραφέα καλύτερα, να υιοθετεί την παραλλαγή της πατρίδας του. Έχει κι αυτό τη δική του αξία και ομορφιά, πρόκληση για συγκριτική μελέτη.
Το γεφύρι της Άρτας για τους Έλληνες, το μοναστήρι της Κούρτεα ντε Άρτζες (Curtea dArgęs) για τους Ρουμάνους, το φρούριο του Ντέβας (Devas) για τους Ούγγρους (μειονότητα τούτοι στη Ρουμανία, στην περιοχή της Τρανσυλβανίας), το κάστρο της Σκόδρας (Skondra / Skadra / Scutari) για τους Αλβανούς, τους Μαυροβούνιους και τους Σέρβους, αλλά και άλλα οικοδομήματα για Βούλγαρους, Πομάκους, Βλάχους, Τσιγγάνους, “χρησιμοποιήθηκαν” για την αφήγηση της θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα, ή, κάποτε, του άρχοντα χρηματοδότη. Το είδος του κτιρίου και οι άλλες επιμέρους διαφοροποιήσεις στα μοτίβα της πλοκής του τραγουδιού, έγιναν τελικά οι φορείς των ιδιομορφιών κάθε λαού, των συμβολισμών κάθε σύγχρονου αναδημιουργού.






















   Π
ρώτος καταπιάστηκε με το θέμα ο ιστορικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας, λογοτέχνης και ο ίδιος, Ηλίας Βουτιερίδης (1874-1941). Το έργο, που ο ίδιος ο συγγραφέας το θεωρεί τραγωδία, φέρει ακριβώς τον τίτλο «Το γιοφύρι της Άρτας» και δημοσιεύτηκε το 1905. Αποτελείται από 1493 ανομοιοκατάληκτους, δεκατρισύλλαβους κατά κανόνα στίχους, με δρώντα πρόσωπα τον πρωτομάστορα Θωμά, τη γυναίκα του Σμαράγδω, τη μητέρα της Χρυσούλα, το ψυχοπαίδι Φλώρο, τους μαστόρους Μαθιό και Πέτρο, τη μάντισσα Δάφνη, δύο Γυναίκες και δύο Άντρες. 






















Την αμέσως επόμενη χρονιά, το 1906, γράφει το δικό του “γεφύρι”, με τίτλο τώρα «Το Ανεχτίμητο», ο ανθυπολοχαγός του Πολεμικού Ναυτικού και αξιόλογος στη συνέχεια θεατρικός συγγραφέας, Παντελής Χορν (1880-1941). Σε τούτο το δράμα, χωρισμένο σε τρία μέρη, παίζουν, εκφωνώντας λόγο πεζό, ο πρωτομάστορας Αντρέας, η γυναίκα του Φλαντρώ, η μάνα της Κυρά-Βασιλική, ένα Μαθητούδι, το Στοιχειό, Μαστόροι, Μαθητάδες, Νεράιδες και Καλικάντζαροι.






















Το 1909, ζώντας στο Παρίσι, με καθαρά δικό του τρόπο συλλαμβάνει και γράφει τη «Θυσία» του, ο νεαρός τότε Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957). Το έργο, τραγωδία σε δύο μέρη κι ένα ιντερμέδιο, θα το δημοσιεύσει την αμέσως επόμενη χρονιά (1910) με το ψευδώνυμο Πέτρος Ψηλορείτης, ενώ σύντομα θα το μετονομάσει σε «Πρωτομάστορας». Οι ήρωες, κι εδώ με πεζό λόγο, λιγότεροι όμως τούτη τη φορά, είναι ο Πρωτομάστορας, η ερωμένη του Σμαράγδα, ο Άρχοντας πατέρας της, η Μάνα, ο Τραγουδιστής, ο Χορός των Θεριστάδων και ο Χορός των Μαστόρων.


Το 1913, τον «Πρωτομάστορα» του Καζαντζάκη, διατηρώντας τον τίτλο, αρχίζει να διασκευάζει σε λιμπρέτο ο Μανώλης Καλομοίρης (1883-1962), βοηθούμενος από τους φίλους του Μυρτιώτισσα, Ποριώτη και Στεφόπουλο. Τελικά θα συνθέσει μια θαυμάσια όπερα που θα ανεβάσει το 1916 στο Δημοτικό Θέατρο της Αθήνας. Η μετέπειτα σκηνική της σταδιοδρομία θα υπάρξει ικανοποιητική, ενώ, έστω με καθυστέρηση, στα 1990 θα ευτυχήσει να εγγραφεί και σε δίσκο με την Κρατική Ορχήστρα της Κινηματογραφίας της Ε.Σ.Σ.Δ. και με μαέστρο τον Εμίν Χατσατουριάν.

Για τον "ΠΡΩΤΟΜΑΣΤΟΡΑ" βλέπε/κλικ >>>>> ΕΔΩ

















   Τα επόμενα τρία θεατρικά, με το ίδιο πάντα θέμα, είναι ποντιακά στην ατμόσφαιρα έργα, τα δύο και στη διάλεκτο. Πρόκειται για το «Τη Τρίχας το γεφύρ» του δάσκαλου και θεατράνθρωπου Θεόδωρου Κανονίδη (1897- ;) που πρωτοανεβάστηκε στο Σοχούμ της Αμπχαζίας αρχές της δεκαετίας του 1920 αλλά δεν τυπώθηκε ποτέ· το πάλι «Της Τρίχας το γεφύρι» του επίσης δάσκαλου Παναγιώτη Φωτιάδη (1877-1937) που εκδόθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1927· και το «Η Γυναίκα του Πρωτομάστορα» του μεγάλου για τον Πόντο Φίλωνα Κτενίδη (1899-1963) γραμμένο τούτο μετά την κατοχή και δημοσιευμένο στην Ποντιακή Εστία το 1962. Όλα τους κινούνται στο χώρο της ηθογραφίας, το ανέβασμά τους απαιτεί πολυπρόσωπους θιάσους, ενώ μουσική, τραγούδι και χορός αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία τους.






















Στο μεταξύ, ο πατέρας τού πολύ αργότερα νομπελίστα Γιώργου Σεφέρη, ο Στέλιος Σεφεριάδης (1873-1951) έχει γράψει στο μεσοπόλεμο (1933) το δικό του δράμα που φέρει τον τίτλο «Η Θυσία της Άρτας». Το έργο, με ομοικαταληκτούντες ανά δύο δεκαπεντασύλλαβους στίχους, θα τυπωθεί μετά το θάνατό του, το 1956. Πρόσωπα που παίζουν τώρα στη σκηνή, είναι ο Πρωτομάστορας, Πρώτος, Δεύτερος και Τρίτος μάστορας, Πρώτος και Δεύτερος εργάτης, ο Γιάννης Θιακογιάννης, ο Παπαδήμος, ένας Κάπηλας και τα δυο Παιδιά του, τρεις Πελάτες, δύο Προεστοί, η Πρωτομαστόρισσα, μια Φωνή, Πρώτη, Δεύτερη και Τρίτη κοπέλα.



Μέσα στην Κατοχή, το 1942, θα γράψει και θα τυπώσει και τη δική του θεατρική εκδοχή ο Γιώργος Θεοτοκάς (1906-1966). Το δικό του «Το γεφύρι της Άρτας», ένας δραματικός θρύλος σε πέντε εικόνες όπως σημειώνει ο ίδιος, ζωντανεύουν ο Πρωτομάστορας, η Γυναίκα, η Γριά, ο Βοηθός, ο Λυράρης, η Σκιά, ο Οδοιπόρος, Πρώτη και Δεύτερη γειτόνισσα, Πρώτος και Δεύτερος φύλακας, ένας Πολίτης. Να σημειώσουμε πως πρόκειται για ένα έργο που έχει ανεβαστεί αρκετές φορές στην πατρίδα του μύθου, στην Άρτα, από ερασιτεχνικούς τοπικούς συλλόγους, αλλά και από επαγγελματικούς της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης.






















Στη συνέχεια, και αφού μεσολαβήσει το 1957 εντελώς αθόρυβα ένα μονόπρακτο του Γιώργη Δρόση (1907- ;), απλά μεταφορά στη σκηνή του τραγουδιού, φτάνουμε στα 1963, χρονιά που ο Νικηφόρος Βρεττάκος (1911-1991) θα καταθέσει και τη δική του βαρύνουσα άποψη για το θέμα. Τούτου «Της Άρτας το γιοφύρι», όπως μας εκμυστηρεύτηκε λίγο πριν το θάνατό του ο ίδιος, γράφτηκε μετά από παραγγελία του Μάνου Κατράκη για τις ανάγκες τού τότε Λαϊκού Θεάτρου του, πρόθεση όμως για ανέβασμα που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Στου Βρεττάκου το έργο παίζουν πρόσωπα πολλά: ο Πρωτομάστορας, ο Θειακογιάννης, ο Προεστός, η κόρη του Κρινιώ, οι βοηθοί μαστρο-Πέτρος και μαστρο-Κωνσταντής, τα μαστορόπουλα Μίλιος και Ζαχαρίας, η κυρά-Δήμαινα, δυο Τούρκοι, ο Αγάς, ο μαστρο-Πανάγος κι ο μαστρο-Βαγγέλης, η γριά Βασιλική, ο γερο-Καλαθούνας, η Δέσπω, κι η Βγενιώ, Α και Β μάστορας, Α, Β και Γ μάνα, Χτίστες, Μαστόροι, Οργανοπαίχτες, Λαός.




















   Καλή αναφορά στο θέμα είναι κι εκείνη του Κερκυραίου λαϊκού συνθέτη Σπύρου Σαμοΐλη, το 1972. Συνέθεσε τούτος αρχικά, σε στίχους Νίκου Πανδή, έναν κύκλο τραγουδιών κάτω από το γενικό τίτλο «Του γεφυριού της Άρτας», που τραγούδησαν στο θέατρο Μπροντγουαίη αλλά και σε περιοδείες ανά την Ελλάδα γνωστοί καλλιτέχνες ερμηνευτές. Γρήγορα όμως το έργο πήρε τη μορφή λαϊκής όπερας που, μάλιστα, ανέβηκε και στο Ηρώδειο το Μάιο του 1977 με πρωτοβουλία του Θεατρικού τμήματος του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Συμμετείχαν πολλοί φοιτητές, ορχήστρες (35μελής συμφωνική και 30μελής λαϊκή) και μεγάλη χορωδία.






















Το 1999, με αφορμή τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, η Πέπη Ρηγοπούλου, καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας (τμήμα επικοινωνίας και ΜΜΕ), θα γράψει και θα σκηνοθετήσει το έργο «Είναι ένα γεφύρι στο Δρίνο» -διαρθρωμένο σε τρεις σκηνές, καταγγέλλει τη σκληρότητα ενός ιδιόρρυθμου πολέμου, πατώντας εν πολλοίς στο μυθιστόρημα του νομπελίστα Ivo Adriç “Το γεφύρι του Δρίνου”. Τα πρόσωπα: Αφηγητής, η τρελλή Ίλινκα, ο αρχιζαπτιές Πλιέβλιακ, ο Αμπίταγας, ο χαϊντούκος Ράντισαβ, ο Μεχμέτ πασσάς, η Παραμάννα, η Φάτα, η Μίλιτσα, η Ιρίνα, ο Αυστριακός αξιωματικός και η Ορντινάντσα του, ο Πάβλε Ράνκοβιτς, η Εβραία Λότικα και ο Αλή Χότζας. Ανέβηκε την ίδια χρονιά στην Αθήνα, στο Βελιγράδι και στην Ιταλία.
Επίσης το 1999, θα ανέβει από μαθητές Πομάκους στην Ξάνθη το έργο «Τριμίνα μπράτγιε γκράντο γκραντάχο» (=Τρία αδέρφια χτίζανε καμαρωτό γιοφύρι). Συγγραφέας, ο δάσκαλος Λάζαρος Μιχαηλίδης, που δούλεψε πάνω στην πομακική εκδοχή του μύθου.


















   Μια ιδιαίτερα πετυχημένη θεατρική δημιουργία, τούτη τη φορά στην Κύπρο, είναι το έργο που έγραψε, σκηνοθέτησε και ανέβασε αρκετές φορές, ο καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου της Λευκωσίας και λογοτέχνης ο ίδιος, Μιχάλης Πιερής (1952). Πρόκειται για «Το Άσμα του Γεφυριού», εμπλουτισμένο με μουσική και τραγούδια, στο οποίο παίζουν: Αφηγητής, Μάνα, Πρωτομάστορας Α ́, Πρωτομάστορας Β ́, Πρωτομάστορας Γ ́, Ροδαφνού, Λυγερή, Μαρουδκιά, Τραγουδιστής, Φωνή (στοιχειό), Φωνή (πουλί), Μαντατοφόροι, Καλφάδες, Δαφνούλα, Χορός. Όλες οι παραστάσεις ανέβηκαν από το Θ.Ε.ΠΑ.Κ. (Θεατρικό Εργαστήρι Πανεπιστημίου Κύπρου).

Βλέπε όλο το έργο "ΤΟ ΑΣΜΑ ΤΟΥ ΓΕΦΥΡΙΟΥ" με κλικ >>>>> ΕΔΩ














Η επόμενη αναφορά στο θέμα, πάντα σε θεατρικό επίπεδο, είναι εκείνη του δάσκαλου Ιωσήφ Μπάστα (1986). Έγραψε το 2012 και ανέβασε στην Αθήνα, στο θέατρο “Αλκμήνη” το 2013-14, το έργο «Πρωτομάστορα Έργα» (Βραβείο καλύτερου θεατρικού έργου για το 2012 Φιλ. Συλλόγου Παρνασσού).  Πρόκειται για Δράμα σε τέσσερις πράξεις. Πρόσωπα που παίζουν εδώ είναι: Πρωτομάστορας, Κόρη, Μάνα, Ομάδα εργατών (5), Κοπέλα Α΄, Κοπέλα Β΄, Γυναίκες Άδη (2), Ακορντεονίστας.
















   Στηριζόμενοι στην ελληνική παραλλαγή του τραγουδιού αλλά και με υλικό από την πεζογραφία του Γ. Θεοτοκά και την ποίηση του Γ. Ρίτσου, οι Βαγγέλης Ρόκκος και Ίρις Χατζηαντωνίου έγραψαν τον Δεκέμβρη του 2015 και ανέβασαν στην Αθήνα το έργο «Το γεφύρι της Αρτας - Επί του μύθου σύνθεσις». Σκοπός, μέσα από την πλοκή του μύθου, να αναδειχτούν η μάχη, η σύγκρουση του κοινωνικού με το ατομικό, η αναζήτηση της προσωπικής αυτάρκειας και πληρότητας μέσα στη συλλογικότητα αλλά και οι προσωπικοί δαίμονες του καθενός. Ερμήνευσαν οι: Χάρης Αγγέλου, Εβελίνα Αραπίδη, Αντωνία Γιαννούλη, Γιώργος Παπαστυλιανός, Βαγγέλης Ρόκκος και Ίρις Χατζηαντωνίου.


Και σε αυτό το σημείο τελειώνει η σύντομη αναφορά  μας στην ελληνική θεατρική δημιουργία την εμπνευσμένη από το θρύλο “του γεφυριού της Άρτας”. Μην ξεχάσουμε βέβαια να αναφέρουμε πως με σχετικό περιεχόμενο έργα γράφτηκαν και για το Θέατρο Σκιών, παρά το δύσκολο του εγχειρήματος για ευνόητους λόγους -εδώ τα έργα δεν γράφονται αλλά παίζονται κατευθείαν στον μπερντέ. Πρωτοπόρος όλων σε αυτόν τον τομέα στάθηκε ο Θανάσης Σπυρόπουλος (1931) με «Το στοιχειωμένο γεφύρι της Άρτας». Θα αναφέρουμε ανάμεσα στα αξιόλογα και «Της Άρτας το γεφύρι» του Θεσσαλονικιού, Γιάννη Χατζή (1945).

Για έργα "ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ / ΚΑΡΑΓΙΟΖΗ" βλέπε/κλικ >>>>>  ΕΔΩ

* * *


Α
νάλογο ιστορικό, έργων βασισμένων στο θρύλο του εντοιχισμού, υπάρχει και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, αφού κι εκεί επιχωριάζει το γνωστό τραγούδι με επίσης πολλές σε κάθε χώρα παραλλαγές -αποκαλείται μπαλάντα. Θα αντλήσουμε, κι από εδώ δειγματοληπτικά, κάποιες αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις…






















Η πρώτη έρχεται από τη Σερβία, με αφορμή ένα έργο που έγραψε πολύ νωρίς, το 1861, ο A. Nikolić/А. НИКОЛИЋЪ. Έχει τίτλο «ЗИДАЊЕ СКАДРА ИА БОЯНИ» (= To Xτίσιμο της Σκάδρας στην Μπογιάνα), και στηρίζεται στο αντίστοιχο “του γεφυριού της Άρτας ” σερβικό παράλληλο. Είναι χωρισμένο σε τρία μέρη και απαιτεί πολυπρόσωπο θίασο. Οι ρόλοι: Βουκάσιν Μρνάβσεβιτς (βασιλιάς), Ούγγλιες και Γκόικο (δούκες, αδέρφια του Βουκάσιν), Εβροσίμα (βασίλισσα, γυναίκα του Βουκάσιν), Μποσίλικα (γυναίκα του Ούγγλιες), Λιούμπιτσα (γυναίκα του Γκόικο), Φάντασμα, Ζάρκο Ογκνιάνοβιτς (ευνοούμενος του Βουκάσιν), Γκόλουμπ Ζλάτνοκοβιτς, Μίρκο Ντόλνισιτς, Γιάνκο Ντιάκοβιτς, Ντουράν Ράσκοβιτς, (ευγενείς της Ζέτα), Ράντε (πρωτομάστορας), Μομτσίλο (βοηθός του Ράντε), Ντέσιμιρ (υπηρέτης του βασιλιά).






















Σχετικό βουλγαρικό θεατρικό έγραψε το 1899 ο σημαντικός για τη χώρα του συγγραφέας και ποιητής, Petko Todorov/Петко Тодоров (1879-1916). Έχοντας τίτλο «Зидари», δηλαδή “Οι Χτίστες”, ο γνωστός μας μύθος αναβιώνει εδώ πολύ παραστατικά μέσα από μια ενδιαφέρουσα, τοπική βέβαια, παραλλαγή -χτίσιμο εκκλησίας. Ερμηνεύουν η Ράντα, ο Χρήστο, ο Ντόντσο, ο προεστός του χωριού γερο-Μίλκο, ο πρωτομάστορας Μπράινο και οι μαστόροι Ιβάν, Ντράγκαν, Μίχο, Στόικο και Γιώργη.



Στη Ρουμανία, είναι αλήθεια, αποτελεί φαινόμενο ο αριθμός των θεατρικών που γράφτηκαν με πηγή έμπνευσης το μύθο της ανθρωποθυσίας, την μπαλάντα του Μαστορο-Μανώλη -ξεπερνούν τα 25 έργα!  Ο κάθε συγγραφέας, βέβαια, με βάση το σκεπτικό του αναπτύσσει το δικό του συμβολισμό.






















Ξεχωρίζει, μακρά όλων, το έργο του εξπρεσιονιστή θεατρικού συγγραφέα και ποιητή, Lucian Blaga (1895-1961). Το έγραψε στα 1927, κρατώντας σαν τίτλο το όνομα του πρωτομάστορα των ρουμανικών παραλλαγών, «Masterul Manole» (= Μαστορο-Μανώλης) -στην πλοκή του προσπαθεί να στεριώσει ένα μοναστήρι, αυτό του Άρτζες. Δρώντα εδώ πρόσωπα είναι ο Βοεβόδας, ο πρωτομάστορας Μανώλης, η Μίρα, ο γέρο-Βογκουμίλ, ο Γκάμαν, εννέα Μαστόροι και άλλοι.






















Να επισημάνουμε πως ο «Masterul Manole» του Lucian Blaga ευτύχησε να μελοποιηθεί από τον επίσης Ρουμάνο, μεγάλο συνθέτη, μουσικολόγο και ακαδημαϊκό, Sigismund Toduță (1908 -1991) -περίπτωση ανάλογη των Καζαντζάκη και Καλομοίρη. Η σύνθεση της ομώνυμης όπερας-ορατόριου, σε 3 πράξεις, έγινε το διάστημα 1980-1983.






















Αλλά και ο, ίδια σημαντικός, μουσουργός, Gheorghe Dumitrescu (1914-1996), έγραψε επίσης, στα 1969-1970, πετυχημένη όπερα πάνω σε δικό του λιμπρέτο βασισμένο στο τραγούδι του Vasile Alecsandri -κι αυτού τίτλος: «Meșterul Manole».

Όμως είπαμε, είναι πολλοί οι Ρουμάνοι διανοούμενοι που έγραψαν τέτοια θεατρικά. Ενδεικτικά να αναφέρουμε τα: «Mănăstirea Curtea de Argeş» (= Το  μοναστήρι του Κούρτεα ντε Άρτζες) του Nicolae Davidescu, «Meşterul» (= Ο Μάστορας) του Adrian Maniu, «Meşterul Manole» (= Ο μαστορο-Μανώλης) του Octavian Goga, «Icarii de pe Argeş» (= Οι Ίκαροι του Άρτζες) του Ion Luca κ.ά.



Το επόμενο βαλκανικό έργο είναι αλβανικό. Το έγραψε στο Κόσοβο, τη δεκαετία του 1970, ο πολιτικός και κριτικός λογοτεχνίας, Rexhep Qosja (1936). Φέρει τίτλο «Beselam, pse me flijojnë» (= Μπεσαλή μου, γιατί με θυσιάζεις) και πρωτοπαίχτηκε στις 15 Σεπτεμβρίου του 2010 στο Εθνικό Θέατρο της Πρίστινα σε σκηνοθεσία Fatos Berisha. Βασίζεται στο τραγούδι της Ροζάφας, απ’ τη Σκόδρα, και παίζουν 21 ηθοποιοί.



Πολύ επηρεασμένοι από τον τραγουδισμένο μύθο είναι και οι Ούγγροι -συμπαγής τούτοι μειονότητα στα ΒΔ της σημερινής Ρουμανίας, στην Τρανσυλβανία. Τα δικά τους τραγούδια αναφέρονται στο χτίσιμο του Κάστρου του Ντέβα από τον πρωτομάστορα Κέλεμεν και την παρέα του.
 
















   Πρώτοι που επιχείρησαν εδώ στο συγκεκριμένο θέμα είναι οι Kárpáti Aurél και Vajda László, το 1916. Τίτλος του έργου τους: Kőmives Kelemen (= Μάστορας Κέλεμεν). Παίζουν: Kőmives Kelemen (πρωτομάστορας), Otom Krisztina (γυναίκα του πρωτομάστορα), Andriska (γιος), Öreg Ijjas Andrásné Ijjas Máté (δικαστής της πόλης), Judit (αδελφή του πρωτομάστορα), Gergely (δεύτερος μάστορας), Orlőc (τρίτος μάστορας), Halom (τέταρτος μάστορας), Ábráimé (μάγισσα), Dajka Zuborgány (πρωτοπαλίκαρο του δικαστή της πόλης), Csépán (καροτσέρης, οδηγός του πρωτομάστορα), János (φίλος), Συμβούλιο Λόρδων, ένορκοι, μαστόροι, άνθρωποι.






















Άλλος Ούγγρος που καταπιάστηκε με τον θρύλο και μάλιστα πετυχημένα, είναι ο πολύς για τους Ούγγρους μουσουργός -συνθέτης, πιανίστας και μαέστρος- Ernő Dohnányi (1887-1960). Μεταξύ των άλλων έργων του, συνέθεσε το 1922 μία ρομαντική όπερα, σε 3 πράξεις, με τίτλο «A vajda tornya» (= Ο Πύργος του Βοεβόδα). Παίζουν: Όρμποκ (Βοεβόδας της Székely), Kουντ και Τάργιαν, (γιοι του Βοεβόδα), Εμέλκα (σύζυγος του Kουντ), Ίβα (σύζυγος του Τάργιαν), Τάλαμπερ (τραγουδιστής), Τουρκέβι και Ντόμολκ (καπετάνιοι), Πνεύμα του Berger, Έρστερ, Ζβέιτερ, Νρίττερ και Βιέρτερ (πολεμιστές), Γυναίκες, Νεαρός και Παλαιός πολεμιστής, Γέροι.
Από την Ουγγαρία αξίζει επίσης να αναφερθεί μια ροκ όπερα που ανέβηκε στις μέρες μας στη Βουδαπέστη με μεγάλη επιτυχία. Ήταν το «Kőműves Kelemen» (= Μάστορας Κέλεμεν) των Levente Szörényi και János Brȯdy.


Σ
υμπερασματικά τώρα: εκείνο που ιδιαίτερα χαρακτηρίζει τη θεατρική παραγωγή που μόλις παρακολουθήσαμε, είναι όχι αυτό καθ’ εαυτό το γεγονός της έμπνευσής της από ένα λαϊκό θρύλο -υπάρχει σημαντικό προηγούμενο όπως δηλώσαμε- αλλά ο απροσδόκητα μεγάλος αριθμός έργων που ο συγκεκριμένος θρύλος μπόρεσε να γονιμοποιήσει. Αυτό, αν μη τι άλλο, μαρτυρεί τη μεγάλη ευελιξία του θρύλου της ανθρωποθυσίας για υποκειμενική μεταχείριση, για φόρτιση με λεπτούς συμβολισμούς, για διαφορετικές γενικά προσεγγίσεις, ιδιότητα που αρκετοί δημιουργοί συγγραφείς έσπευσαν να εκμεταλλευτούν. Βέβαια το πού ο καθένας τελικά το πήγε, εξαρτάται από την εποχή και την πρόθεση, αν θέλετε το ταλέντο, του καθενός τους.
Και κάτι ακόμη: απεδείχθη για άλλη μια φορά η επιδεξιότητα της λαϊκής ψυχής στην αφομοίωση και μεταχείριση μεγάλων ιδεών, τουλάχιστον ισότιμα της όποιας λόγιας. Γιατί ο  μύθος της ανθρωποθυσίας σε λαϊκό επίπεδο δεν είναι βέβαια πρωτογενής. Τον βρίσκουμε στον Ευριπίδη και τη θυσία της Ιφιγένειάς του, στην Παλαιά Διαθήκη με τη θυσία του Ισαάκ από τον πατέρα του, στον απλό άνθρωπο που σοφά μετέπλασε σε ό,τι με το τραγούδι διηγήθηκε, για να ξαναπαραδοθεί, στην περίπτωσή μας, στη λόγια σκέψη για ακόμη παραπέρα επεξεργασία. 



ΑΦΙΣΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ......
























Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου