Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2011

Ο θρύλος του εντοιχισμού στις Αλβανικές μπαλάντες



Σπύρος Ι. Μαντάς
Κέντρο Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών (ΚΕ.ΜΕ.ΠΕ.Γ.)


Ivan Mestrovic, 1906

                       Ο θρύλος του εντοιχισμού
                στις Αλβανικές μπαλάντες

 



Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό   

ALBANOHELLENIKA
No 3 / 2008, p. 125-143





  Κείμενο
√ Τραγούδια
√ Εικόνες
√ Βίντεο


Ο παγκόσμιος θρύλος

Ε
ίναι γνωστό, πως όποτε στο παρελθόν δυσκολία και ανεξήγητο συνέπεσαν, οδήγησαν σε προλήψεις και δεισιδαιμονίες, σε δοξασίες παράξενες. Η αντιμετώπιση τότε του όποιου προβλήματος, η τακτική για τη λύση του, δεν είχε καμία σχέση με τη σύγχρονη πρακτική και μεθοδολογία. Απεναντίας, υπάκουσε σε λογικές στις οποίες, κάποτε, ενυπήρξε κι αυτό ακόμη το στοιχείο του τραγικού.

Κάτι τέτοιο συνέβη, για παράδειγμα, στην προσπάθεια θεμελίωσης μεγάλων για την εποχή τεχνικών έργων. Η έλλειψη κατάλληλων μέσων, αλλά και γνώσεων, που θα καθιστούσαν ασφαλείς αυτές τις κατασκευές και επομένως οι συχνές αποτυχίες, οδήγησαν στις ανθρωποθυσίες, στην προσφορά δηλαδή της ίδιας της ζωής του πιο “ευγενικού ζώου”, του ανθρώπου. Το όποιο οικοδόμημα -πίστεψαν- για να ζωντανέψει, να καταστεί ισχυρό, αθάνατο, έπρεπε να “στοιχειωθεί”, να αποκτήσει ψυχή. Κι αυτό μπορούσε να συμβεί μόνο αν κάποιο άλλα έμψυχο -κατά προτίμηση ο ίδιος ο άνθρωπος- έχανε τη δική του. Πολύ παραστατικά περιγράφει τούτη τη δοξασία -τη μετάγγιση ψυχής- ο Νικόλαος  Πολίτης:
«Προς στερέωσιν και προφύλαξιν από οιουδήποτε κινδύνου παντός κτίσματος απαιτείται να προσηλωθεί εις αυτό ζώον, κατορυττόμενον εις τα θεμέλια ή εντειχιζόμενον∙ όσον δ’ ευγενέστερον είναι το ζώον, τόσον μεγαλυτέραν θεωρείται ότι έχει δύναμιν προς προστασίαν του κτίσματος… Η ψυχή του θύματος υπετίθετο ότι δια των υπερφυσικών δυνάμεων, τας οποίας έχουν οι επί γης απολελυμέναι των δεσμών του σώματος ψυχαί, ηδύνατο να προσλαμβάνει κατά βούλησιν παντοίας μορφάς, και είχεν ρώμην υπεράνθρωπον, προωρισμένη δε να φυλάττει και περιέπει το οικοδόμημα, εις το οποίον προσηλώθη ήτο φοβερά εις τους επιχειρούντας να το παραβλάψωσι και ικανή να αποτρέπει τους απειλούντας αυτό κινδύνους. Το θύμα εγίνετο το σ τ ο ι χ ε ι ό του οικοδομήματος, διο σ τ ο ι χ ε ί ω σ ι ς ελέγετο υπό των βυζαντινών η δια θυσίας οικοδόμησις».[1]

Εντοιχισμός παιδιού στην Ακροναυπλία

 
Πρώτος, απ' τον 19ο κιόλας αιώνα, προσπάθησε να εξηγήσει τις ανθρωποθυσίες έτσι -η ψυχή του θύματος μεταμορφώνεται σε στοιχειό, πνεύμα δηλαδή προστατευτικό του οικοδομήματος- ο Ed. Tylor.[2] Όμως, λίγο αργότερα, άλλοι, με κυριότερο τον  P. Sartori,[3] τέτοιου είδους θυσίες τις δικαιολόγησαν διαφορετικά, λέγοντας πως δύσκολα ένα φάντασμα θα μεταμορφωνόταν σε προστάτη έργου των φονιάδων του. Ανθρωποθυσία -υποστήριξαν- θα απαιτήθηκε για τον εξευμενισμό κάποιου φοβερού υποτιθέμενου υπαίτιου, που τελικά θεοποιήθηκε· μόνο έτσι, ο τελευταίος, θα επέτρεπε παρέμβαση στο χώρο που εξουσίαζε…
Για τη δεύτερη τούτη δοξασία, γράφει ο καθηγητής Δημήτριος Οικονομίδης ουσιαστικά συνοψίζοντας γνώμες διάφορων ερευνητών: «Η θυσία μιας ζωής θεωρείται ότι οφείλεται εις τον φόβον “του νέου τινός”, όπερ σημαίνει πολλά δια τον κατά φύσιν ζώντα άνθρωπον και τον άνθρωπον του αρχαϊκού πολιτισμού. Έν νέον οικοδόμημα θα εστενοχώρει το τοπικόν πνεύμα, διο μία θυσία θα εξευμενίσει, θα εξιλεώσει και θα ειρηνεύσει τούτο, που ο άνθρωπος παρεβίασε την περιοχή της κυριαρχίας του… Έλληνες και Ρωμαίοι επίστευον ότι δαιμονικαί δυνάμεις (θεοί της γης ή των ποταμών) πρέπει να εξιλεωθούν, καθόσον ο άνθρωπος με τα κτίσματά του επεμβαίνει εις την περιοχήν, που αυτοί εξουσιάζουν. Τα ύδατα ήσαν πλήρη κακοποιών πνευμάτων· διο οι αρχαίοι ελάτρευον πολλάς υδατίνας θεότητας, εγίνοντο δε θυσίαι και προσεφέροντο δώρα προς εξιλέωσιν των υδατίνων εχθρών του ανθρώπου».[4]
  
Συμπληρωματικά να προσθέσουμε εμείς πως, ο θάνατος έπρεπε να είναι βίαιος και το θύμα να μην είχε ακόμη καταναλώσει όλες του τις δυνάμεις -προτιμούσαν παιδί, ή νεαρή γυναίκα! Κι ακόμη, μπορεί όλα αυτά να στόχευαν κατά κανόνα στη σταθερότητα και διάρκεια οικοδομημάτων, δεν έλειπαν όμως ανθρώπινοι φόνοι και για πετυχημένη διεκπεραίωση άλλων δραστηριοτήτων.
Την ευρεία εξάπλωση της τραγικής συνήθειας των ανθρωποθυσιών μαρτυρούν μέχρι τις μέρες μας πλήθος θρύλων και παραδόσεων απ’ όλον τον κόσμο.


Το βαλκανικό τραγούδι

Ν
α εστιάσουμε τώρα την προσοχή μας, αποκλειστικά, στη νοτιοανατολική Ευρώπη, στο χώρο της Βαλκανικής συγκεκριμένα, όπου όλα τούτα μπόρεσαν να ειπωθούν -απίστευτο- μ’ ένα …τραγούδι!! Εύλογη και δικαιολογημένη η έκπληξη για το αταίριαστο μέσου και περιεχομένου, μα αποτελεί καταγραμμένο πια γεγονός που αξίζει να μελετηθεί. Πρόκειται για την περίφημη παραλογή, αλλιώς μπαλάντα, με την οποία η αποτρόπαιη πράξη της ανθρωποθυσίας πήρε ποιητική μορφή, απέκτησε φιλολογικό περιεχόμενο, έγινε έργο τέχνης.  
Γράφει ο Lazăr Şăineanu: «Η παράδοσις του εντειχισμού ζώντων φέρεται κατ’ εξαίρεσιν εις τους λαούς της νοτιοανατολικής Ευρώπης Ούγγρους, Ρουμάνους, Σέρβους, Βούλγαρους, Αλβανούς, Έλληνας και Κουτσοβλάχους, υπό ποιητικήν μορφήν. Εις όλους αι διάφοροι έμμετροι παραλλαγαί άγουν εις το αυτό θεμελιώδες δεδομένον, αλλ’ η ζωτικότης και ο πλούτος της φαντασίας των έδωκεν εις το κοινόν τούτο περιεχόμενον την υψίστην ποικιλίαν μορφών».[5]
Την προέλευση του τραγουδιού από τον παλιό μύθο, αλλά και τις αναπόφευκτες μεταβολές που υπέστη τούτο, εξηγεί πειστικά και δικαιολογεί ο Δημήτρης Οικονομίδης: «… γεγονότα ανύπαρκτα δεν τραγουδεί ούτε είναι δυνατόν να τραγουδήσει ένας λαός και ούτω δεν έχομεν εις όλην την ανώνυμον προφορικήν γραμματείαν ούτε ένα τραγούδι, το οποίον να είναι καθαρόν γέννημα της φαντασίας του λαϊκού ποιητού. Προς τούτοις ο λαός δεν εφεύρεν ούτε ένα επεισόδιον εντελώς φανταστικόν, αλλ’ ήντλησεν εκ της αιωνοβίου μυθολογίας του τα επεισόδια, που συνθέτουν την εις την νοτιοανατολικήν Ευρώπην απαντώσαν παραλογή (ballade) της θυσίας δια την οικοδόμησιν, αφού εξέλεξεν εξ αυτών εκείνα, που ταιριάζουν με το ποιητικόν θέμα. Δια να γεννηθεί όμως μία παραλογή, ένα επικό τραγούδι εις ένα τόπον, είναι φυσικόν η παράδοσις (lėgende) και ο μύθος να δεχθούν κύρια ονόματα ανθρώπων και τόπων, δηλαδή στοιχεία πραγματικά εξ αυτού του τόπου. Τοιαύτα στοιχεία παραλλάσουν ου μόνον από λαού εις λαόν, αλλά και εις τας διαφόρους περιοχάς διαμονής του λαού μιας και της αυτής χώρας».[6]    


Οικοδομήματα με θυσίες: 1/Ελλάδα, 2/Ρουμανία, 3/Ουγγαρία, 4/Αλβανία


Το γεφύρι της Άρτας για τους Έλληνες, το μοναστήρι του Άρτζες για τους Ρουμάνους, το φρούριο του Ντέβας για τους Ούγγρους -μειονότητα τούτοι στη Ρουμανία στην περιοχή της Τρανσυλβανίας- το κάστρο της Σκόδρας (ή Σκούταρι) για Αλβανούς, Μαυροβούνιους και Σέρβους, μια πόλη -μάλλον τα τείχη της- για τους Βούλγαρους, τα ίδια ή και άλλα οικοδομήματα -βρύση, εκκλησία, υδραγωγείο- για τους Κροάτες, τους Βόσνιους, τους Πομάκους, τους Βλάχους, τους Τσιγγάνους, χρησιμοποιήθηκαν για τη μελωδική αφήγηση της θυσίας της γυναίκας του πρωτομάστορα. Το είδος του κτιρίου και οι άλλες επιμέρους διαφοροποιήσεις στα μοτίβα της πλοκής του τραγουδιού έγιναν τελικά οι φορείς των ιδιομορφιών κάθε λαού και τόπου. 
  
Γενικά, οι παραλογές[7] για τους Έλληνες, ή οι μπαλάντες[8] για τους υπόλοιπους βαλκανικούς λαούς, αποτελούν κατηγορία πολύστιχων αφηγηματικών τραγουδιών με έντονο το παραμυθιακό και δραματικό στοιχείο.[9] Αντλούν τις υποθέσεις τους, τις γεμάτες φαντασία και συμβολισμούς σκηνές τους, από παμπάλαιους μύθους, νεότερες παραδόσεις, φορτισμένα κοινωνικά περιστατικά, σκάνδαλα της εποχής. Κάποτε, σπάνια όμως -το γιατί το ακούσαμε από τον Οικονομίδη- η υπόθεσή τους μπορεί να είναι δημιούργημα αποκλειστικά της ανθρώπινης φαντασίας, να είναι δηλαδή τραγούδια τελείως …πλαστά.[10] Ο Κ. Θ. Δημαράς θα τα ορίσει σαν «…τεχνικά καμωμένες περιλήψεις παραμυθιών, συχνά δραματικών, βαλμένων σε στίχους».[11] 
Οι ανθρωποθυσίες, σαν θέμα, συμπεριλήφθηκαν σ’ αυτά τα τραγούδια από πολύ νωρίς -το περιβάλλον βοήθησε. Η μετουσίωση μάλιστα του συγκεκριμένου μύθου σε στίχους, έγινε με τέτοιο αριστοτεχνικό τρόπο, ώστε το αποτέλεσμα να εγγράφεται στα συν της ντόπιας λογοτεχνικής παραγωγής. Κι ακόμη κάτι σημαντικό: κάθε λαός -εδώ πάντα, στα Βαλκάνια- έδωσε το τραγούδι σε εκατοντάδες παραλλαγές, παρέχοντας πλούσιο υλικό στη λογοτεχνία, τη λαογραφία, τη μουσική, τη γλωσσολογία, την τέχνη, την ιστορία!


Οι αλβανικές παραλλαγές

Ο
ι παραλλαγές της αλβανικής μπαλάντας, καταγραμμένες όχι μόνο στη σημερινή επικράτεια της χώρας αλλά όπου ζουν, ή ζούσαν, Αλβανοί -Κόσοβο, Μαυροβούνιο, κράτος των Σκοπίων, μέρη της ελληνικής Ηπείρου- είναι πολλές. Ο ερευνητής Zihni Sako, το 1966 που δημοσίευσε σχετική μελέτη,[12] τις ανεβάζει σε 150. Από τότε βέβαια ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Να πούμε πως, όλες τους, έχουν πρότυπο την μπαλάντα ο καλιάς της Ροζάφας, τραγούδι που αναφέρεται στο επιβλητικό κάστρο της Σκόδρας κοντά στα βόρεια σύνορα του σημερινού κράτους.

Σκόδρα / Το κάστρο της Ροζάφας

Η πόλη της Σκόδρας, δίπλα στην ομώνυμη λίμνη, φέρεται να θεμελιώνεται, κι αμέσως να αρχίζει η ανάπτυξή της, από τον 6ο κιόλας αιώνα π.Χ. Υπήρξε αρχικά πρωτεύουσα των Ιλλυριών και σαν τέτοια -του βασιλιά Γένθιου συγκεκριμένα- την αναφέρει ο έλληνας ιστοριογράφος Πολύβιος. Η πορεία της μέσα στους αιώνες υπήρξε ταραχώδης, με αλλεπάλληλες κατακτήσεις από Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Σέρβους, Αλβανούς, Ενετούς, Τούρκους.
Τη στρατηγική της θέση -σταυροδρόμι σημαντικών δρόμων, αφετηρία θαλάσσιων διαδρομών- ενίσχυσε από πολύ νωρίς ένα ισχυρό κάστρο που χτίστηκε σε βραχώδη λόφο μεταξύ των ποταμών Μπούνα ή Μπογιάνα -πηγάζει από τη λίμνη- και Δρίνου. Στο ψηλότερό του σημείο βρίσκεται η τσιταντέλια (ακρόπολη) και μέσα σ’ αυτή το λεγόμενο αρχηγείο που χρησίμευε σαν οπλοστάσιο. Γύρω τους στέκουν, ερείπια σήμερα, τα κυριότερα κτίρια της πόλης, πολλές ημιυπόγειες καμαροσκέπαστες δεξαμενές, κι ακόμη ο καθεδρικός ναός του Αγίου Στεφάνου που αργότερα μετατράπηκε σε τζαμί. Φυσικά το κάστρο δεν έπαψε ποτέ να ενισχύεται με πύργους, διπλά τείχη και οτιδήποτε άλλο που θα βελτίωνε την αμυντική του ικανότητα. Ο λόφος, το κάστρο, και το τραγούδι, φέρουν την ονομασία Ροζάφα. [13]

Η δομή της μπαλάντας ο καλιάς της Ροζάφας, με τις σκηνές και τα επεισόδιά της, έχει ως εξής:

Σκηνή Α΄ (στον τόπο της δουλειάς)
1
τρεις αδερφοί
δουλεύουνε…
1
  2
3
4
5
6
7
8
Την Μπούνα αντάρα σκέπασε
τρεις μέρες και τρεις νύχτες·
τρία μερόνυχτα μετά,
εφύσηξε μιαν αύρα,
πήρε τα σύννεφα μακριά,
στο Βαλντανούζ τα πήγε
που δούλευαν τρεις αδερφοί,
τρεις χριστιανοί αδέρφια.
2
ανεξήγητη αποτυχία
9
10
Όλη τη μέρα χτίζουνε,
το κάστρο πέφτει νύχτα!




3
η αναγγελία
της θυσίας
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
32
33
34
35
36
Γέροντας άγιος πέρασε:
- Καλή δουλειά, αδέρφια!
- Ω γέρο, να ’χεις το καλό!
Για μας καλό πού βλέπεις;
Όλη τη μέρα χτίζουμε
κι όλη τη νύχτα πέφτει.
Χάρη ζητάμε, γέροντα,
φανέρωσε αν ξέρεις.
- Ξέρω, μα το ‘χω για κακό.
- Δικό μας να ’ν το κρίμα.
- Έχετε τάχα παντρευτεί;
κι οι τρεις έχετε ταίρια;
- Ναι, γέρο, παντρευτήκαμε,
κι οι τρεις έχουμε ταίρια·
δείξε μας τι να κάνουμε
να στεριωθεί το κάστρο!
- Σωστή αν θέλετε δουλειά,
την Κυριακή μη πάτε·
μπέσα και όρκο κάνετε,
στο σπίτι μη μιλάτε,
οι κοπελιές μη μάθουνε!
Πρωί, κι όταν φέξει,
όποια θα φέρει το ψωμί,
στοιχειώστε τη στο κάστρο,
και θε’ να δείτε τότενες
το κάστρο πώς στεριώνει.
            
Σκηνή Β΄ (στο σπίτι των μαστόρων) 

4
η μπέσα

37
38
39
40














41
42
43
44
45
46
47
48
49
50
51
Αλί, ο πρώτος αδερφός
πατά και μπέσα κι όρκο,
στο σπίτι το κουβέντιασε,
στην κοπελιά του το ’πε.














Το ίδιο κι ο άλλος αδερφός·
τη συμβουλή ξεχνάει,
όσα ο γέρος του ’χε πει,
μπέσα πατά και όρκο,
στο σπίτι το κουβέντιασε,
στην κοπελιά του το ’πε.
Μόνο ο μικρός ο αδερφός,
πιο μικρός και πιο καλός,
και μπέσα κι όρκο τα κρατά,
δεν ’μολογά στο σπίτι,
κρυφό φυλά απ’ την κοπελιά.
5
η αναχώρηση
των μαστόρων
52
53
54
Σηκώθηκαν πολύ πρωί·
ραγίζονταν οι πέτρες,
χτυπούσαν κι οι καρδούλες τους!

6
διάλογος πεθεράς
με νύφες
55
56
57
58
59
60
61
62
63
64
65
66
67
68
69
70
71
72
73
74
75
76
Η πεθερά στις νύφες:
- Νύφη μου, πρώτη νύφη μου,
θέλουν ψωμί οι μαστόροι,
θέλουν ψωμί, θεν και νερό!
- Αλήθεια, μάννα, δεν μπορώ,
αρρώστησα η έρμη.
- Νύφη μου, νύφη δεύτερη,                   
θέλουν ψωμί οι μαστόροι,
θέλουν ψωμί, θεν και νερό,
θέλουνε και κρασάκι.
- Αλήθεια, μάννα, δεν μπορώ,
στα γονικά μου πάω.
- Νύφη μου, τρίτη νύφη μου!
- Στους ορισμούς σου, μάννα!
- Θέλουν οι μάστορες ψωμί,
ψωμί θέλουν, νεράκι,
και στην κολοκυθιά κρασί.
- Αμέσως τρέχω, μάννα,
μα ’χω το γιο μου μοναχό.
- Σήκω μου, κόρη, σύρε,
θα στο φυλάμε το παιδί,
δεν κάνει για να κλαίει.

Σκηνή Γ΄ (στον τόπο της θυσίας)    
                                                           
 7
ο πηγαιμός
της ηρωίδας
77
78
79
80
Πήρε ψωμί, πήρε νερό,
και στη φλασκιά κρασάκι,
για την Καζένα τράβηξε,
ανέβηκε στο κάστρο.


 8
άφιξη γυναίκας
και πληροφόρηση
για τη θυσία της          
81
82
83
84
85
86
87
88
89
90
Τσοκάνια, δες, σταμάτησαν,
καρδιές πια δεν χτυπάνε,
τα πρόσωπα σκοτείνιασαν.
Την βλέπει ο καλός της,
πετά τσοκάνι, φώναζε…
- Καλέ μου, συ τι έχεις,
το κάστρο γιατί βλαστημάς;
- Μαύρη τη μοίρα έχεις,
σε ρίχνουνε στα θέμελα!
- Να ’στε καλά, κουνιάδοι!



 9
η παραγγελία
91
92
93
94
95
96
97
98
99
100
101
102
Μ’ αφήνω σ΄ όλους προσταγή:
Στον τοίχο σαν με βάλτε,
αφήστε απ’ έξω το δεξί
μάτι μου και το χέρι,
πόδι δεξί αφήστε μου,
δεξί και το βυζί μου·
γιατί το γιούλη μου άφησα
μικρό, κι όταν θα κλαίει
με το ’να μάτι να θωρώ,
χαϊδεύω με το χέρι,
να το κουνά το πόδι μου,
ταΐζει το βυζί μου.
10
η ευχή
103
104
105
106
Ας μαρμαρώσει ο κόρφος μου,
κι ας στεριωθεί το κάστρο,
να το χαρεί ο γιόκας μου,
να το πατήσει Ρήγας!

Το τραγούδι της Ροζάφας που παρακολουθήσαμε με τους 106 στίχους -καθένας με 7 συλλαβές, κατά κανόνα ομοιοκαταληκτούντες- αποτελεί την εθνική παραλλαγή των Αλβανών από την οποία προκύπτουν όλες οι άλλες. Ακολουθεί τη βαλκανική εκδοχή του μύθου με τα αρκετά κοινά επεισόδια και μοτίβα -συνηθέστερα: των τριών αδερφών μαστόρων, κι αυτό της μητρικής στοργής με το οποίο τόσο συγκινητικά κορυφώνεται, κλείνει η όλη ιστορία. Τη δημοσιοποίησε πρώτος -στο ευρωπαϊκό κοινό μάλιστα, μέσα 19ου αιώνα- ο μελετητής των αλβανικών πραγμάτων  I. G. von Hahn.[14]
   

Η υπόθεση στη συγκεκριμένη παραλλαγή είδαμε να διαδραματίζεται σε τρεις σκηνές με δέκα συνολικά επεισόδια. Δεν συμβαίνει όμως πάντα το ίδιο. Στις πολλές άλλες, αν και οι σκηνές εξακολουθούν να παραμένουν τρεις -δύο στον τόπο δουλειάς και μία στο σπίτι των μαστόρων- ο αριθμός των επεισοδίων τους ποικίλει· άλλοτε αυξάνει, προσθέτοντας ενδιαφέρουσες νέες εικόνες, κι άλλοτε, σε πιο λιτές φόρμες, περιορίζεται. Να δώσουμε ένα παράδειγμα χρησιμοποιώντας παραλλαγή από το χωριό Βελέστα περιοχής Στρούγκας των Σκοπίων: το 7ο επεισόδιο με το οποίο ξεκινάει η Γ΄ Σκηνή (αναχώρηση γυναίκας από το σπίτι με το φαγητό των μαστόρων) παίρνει τόσες διαστάσεις (14 στίχοι), διανθίζεται με τέτοιες λεπτομέρειες (συνομιλία με στοιχεία της φύσης) που άνετα μπορεί να υποδιαιρεθεί σε περισσότερα επεισόδια, συνθέτοντας ίσως μια ολόκληρη, επιπλέον σκηνή. Απόσπασμά της οι παρακάτω στίχοι:

- Κούκε μου, γλυκέ, τραγούδα,
πες τραγούδι, μοιρολόγα,
π’ όπου πάω δεν γυρίζω,
που τα νιάτα μου χαθήκαν,
που θε να γενώ γιοφύρι,
νιούτσικη στις πέτρες μέσα…

Από καθαρά λογοτεχνική άποψη θεωρώντας την οποιαδήποτε αλβανική μπαλάντα -δεν διαφεύγει της προσοχής- προβάλει άμεσα, μια ιδιομορφία της που ζωντανεύει -παρέχει ρεαλιστική χροιά- τον έτσι κι αλλιώς εξωπραγματικό μύθο. Είναι οι διάλογοι -με σύντομες ερωτήσεις κι απαντήσεις- που καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος του κειμένου. Πιο χαρακτηριστικοί: ο μεταξύ μαστόρων και αγγελιαφόρου της κακής είδησης, εκείνος ανάμεσα στην πεθερά και τις νύφες, και φυσικά της γυναίκας με τους μαστόρους τη στιγμή του εντοιχισμού. Το σημαντικότερο: υπάρχουν παραλλαγές που αφηγούνται ολόκληρη την ιστορία αποκλειστικά με διαλόγους, κάτι σαν θεατρική παράσταση. 

Το κατασκευαζόμενο στις αλβανικές παραλλαγές κτίσμα, στις βόρειες περιοχές -Σκόδρας, Ντουγκάγια, Πούκα, Μιρντίτα, Κρούγια, Δυρραχίου, Ελμπασάν- συνήθως είναι κάστρο. Όμως στις νότιες -Μαλακάστρας, Κουρβελέσι, Σπαθίας, Όπαρης, Κορυτσάς- όπως και στα μέρη της Ντίμπρας, Κόσσοβου και Σκοπίων, είναι γεφύρι. Υπάρχει περίπτωση, έστω σπανιότερα, οι μαστόροι να χτίζουν εκκλησία (στο Λίνι του Πόγραδετς[15]). Και κάτι ακόμη. Να πούμε πως, αρκετές φορές, τούτα τα κτίσματα αναφέρονται αόριστα, δεν προσδιορίζεται δηλαδή η ταυτότητά τους, η ακριβή τους θέση· συχνά όμως, η αναφορά είναι συγκεκριμένη, σαν την περίπτωση της Ροζάφας που είδαμε να διαδραματίζεται στο κάστρο της Σκόδρας. Άλλα τέτοια παραδείγματα: το κάστρο του Ελμπασάν,[16] το γεφύρι του Άγιου (Shejtë),[17] το κάστρο του Ντρίστι (Drishtit),[18] ή της Τούρα (Turres),[19] τo γεφύρι της Άρτας, το κάστρο του Petro Petroshi,[20] το πιο μακρινό γεφύρι του Καντίν.[21]
   
Το γεφύρι του Άγιου - Ura e Fshajt  (1915)

Οι μαστόροι είναι πάντα τρία αδέρφια. Όχι σπάνια δηλώνεται κι ο τόπος της ιδιαίτερης καταγωγής τους -το Χάσι ας πούμε, περιοχή φημισμένων τεχνιτών στα βορειοανατολικά της χώρας, δυτικά του Κόσσοβου. Όμως, σίγουρα μεγαλύτερη σημασία έχει η αναφορά στη θρησκεία τους -χριστιανοί ή μουσουλμάνοι- κάτι που δηλώνεται ξεκάθαρα από τους πρώτους κιόλας στίχους, ή προκύπτει έμμεσα αργότερα. Γνωστό πως οι Τούρκοι δεν υιοθέτησαν, δεν συμπεριέλαβαν ποτέ στα τραγούδια τους, το θέμα της εντοιχισμένης γυναίκας, κι αυτό παρά τη μακροχρόνια συμβίωση με τους κατακτημένους βαλκάνιους. Αλλά οι τελευταίοι, όσοι από αυτούς αλλαξοπίστησαν -αρκετοί Αλβανοί, περισσότεροι Βόσνιοι, όλοι οι Πομάκοι- συνέχισαν να το τραγουδούν, φυσικά κατάλληλα προσαρμόζοντάς το. Άρα -αποτελεί απόδειξη αυτό- το τραγούδι προϋπήρχε του ερχομού των Τούρκων.
  
Τα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές του τραγουδιού, κατά κανόνα δεν ονοματίζονται, δεν λείπουν όμως περιπτώσεις, έστω λίγες, που ακούγονται ονόματα. Παραδείγματα: η γυναίκα στη Σπαθία λέγεται Zare, στη Μιρντίτα Gjina ή Vida, σε παραλλαγή καταγραμμένη στα σύνορα Μαυροβούνιου και Αλβανίας φέρει το ελληνικότατο …Εύχαρις· ο μικρός αδερφός στη Μεγάλη Μαλεσία, στη Σκόδρα και αλλού, ακούει στο όνομα Baca ή Gjergji· στην Ντουγκάγια το παιδί αποκαλείται Miri, στην Όπαρη Tefik, στην Μπελεβόντα της Κορυτσάς Dhimitraquë· στην προαναφερόμενη παραλλαγή μεταξύ Αλβανίας και Μαυροβούνιου -όπου και η Εύχαρις- οι τρεις δημιουργοί του Κάστρου της Σκόδρας είναι ο Skand, ο Ali, κι ο Amska,[22] ενώ στο Λούρο της Πρέβεζας, σε τσάμικη παραλλαγή, οι τρεις μαστόροι που χτίζουν το γεφύρι της Άρτας λέγονται Panua, Mihal και Kiçon

Τρία αδέρφια απ’ το Λούρο,
είν’ ο Πάνος, είν’ ο Μίχος,
είναι κι ο μικρός ο Χρήστος·
- Είμαστε κ’ οι τρεις αδέρφια,
κι έχουμε σαράντα εργάτες,
τσ’ Άρτας χτίζουμε γιοφύρι,
νύχτα μέρα πολεμάμε…
     
Η αναγγελία της θυσίας (επ. 3ο) γίνεται από κάποιο μυστηριώδη γέρο -σπανιότερα από γριά- δηλωτικό του σεβασμού που απολαμβάνουν εδώ οι ηλικιωμένοι, ή, που είναι το ίδιο, της γνώσης που φέρνει η πείρα. Έχουμε και παραλλαγές όπου η αναγγελία γίνεται από Άγιο, ή Δερβίση, ή Σεχ,[23] υπό την επήρεια ισχυρών τότε, μέχρι φανατισμού, θρησκευτικών πεποιθήσεων.
Πρέπει να θυσιαστεί -είναι ο κανόνας σ’ όλες τις παραλλαγές- η γυναίκα που την επομένη θα φέρει πρώτη το φαγητό των μαστόρων. Εξαίρεση αποτελεί -ακούγεται όμως μόνο σε δύο τραγούδια- η θυσία της μικρότερης αδερφής του πρωτομάστορα - τότε δύο είναι οι μαστόροι που δουλεύουν.[24] 
 
Ένα επεισόδιο με ιδιαίτερη στο αλβανικό τραγούδι σημασία -αν και συναντάται πολύ συχνά στα αντίστοιχα βαλκανικά, αποτελεί κοινό τους μοτίβο- είναι αυτό της μη τήρησης εκ μέρους των δύο μεγαλύτερων αδερφών τού λόγου τιμής τους (επ. 4ο). Πρόκειται για την περιβόητη… μπέσα, ένα ζήτημα που φορτίζει υπέρμετρα, συγκινεί πολύ το ντόπιο πληθυσμό. Μήπως άλλωστε το… πάτημά της δεν αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία έναρξης των αιματηρών εδώ βεντετών των αποκαλούμενων και κανούν; Είναι λοιπόν, πολύ χαρακτηριστικός ο τρόπος που μεταχειρίστηκε στιχουργικά ο αλβανικός λαός το συγκεκριμένο επεισόδιο, το οποίο, ας σημειωθεί, δεν παρέλειψε από καμία του παραλλαγή. Να, για παράδειγμα, πώς τελειώνει ένα τραγούδι που έχει καταγραφεί στο χωριό Στρέλτσα της Κορυτσάς. Ο μάστορας, ακούγοντας τα παράπονα και τις εκκλήσεις της γυναίκας του που χτίζει στα θεμέλια, με συντριβή, αλλά και με περηφάνια, της απαντά:


Ήμουν κι αφήνω ορφανό,
μα κράτησα τη μπέσα…  
 
Η γυναίκα, που πρόκειται να θυσιαστεί, αναχωρεί από το σπίτι της πάντα υποψιασμένη (επ. 7ο). Στα τραγούδια από το Κόσσοβο και την περιοχή των Σκοπίων εξηγείται το γιατί: συμβαίνει γιατί έχει δει όνειρο κακό. Έτσι, σε παραλλαγή από το χωριό Κρίλεβο περιοχής Γκόλακ του Κόσσοβου, εξομολογείται:

Όνειρο κακό που είδα·
πήγα, λέει, στο γεφύρι,
κει μου πήρε το κεφάλι
ο κουνιάδος για το κούρμπαν…  

Η βέρα του γάμου, σαν δόλωμα για τη θυσία, απαντάται αρκετά συχνά στις αλβανικές παραλλαγές -αποτελεί σίγουρα δάνειο από τις ελληνικές από τις οποίες ποτέ δεν λείπει. Πάντως, και εδώ, όποτε συμβεί, η γυναίκα προσφέρεται να βρει και να βγάλει το δαχτυλίδι. Σε μία μόνο περίπτωση προσπαθεί να ξεφύγει.

- τ' έχει ο κύρης μου στη γη;
- του ’πεσε στο λάκκο η βέρα.
- θα την κάνουνε χρυσή,
έχω εγώ εννιά αδέρφια... (Λίνι του Πόγραδετς)


   











Η καθευατή πράξη του εντοιχισμού, αποτρόπαιη, διαρκεί ελάχιστα -δίνεται με δύο, το πολύ τρεις στίχους. Άλλοτε, έξυπνα, μόνο υπονοείται -θα επακολουθήσει μετά το τέλος του τραγουδιού. Η τραγικότητα της στιγμής αναδεικνύεται, κυρίως, μέσα από τους διαλόγους της ηρωίδας με τους κουνιάδους της. Είναι οι εκκλήσεις, οι ύστατες επιθυμίες, η κατάρα -όχι συχνή- η ευχή τέλος προς το παιδί της, που κορυφώνουν την αγωνία, συγκινούν το ακροατήριο. Ακούγεται συνταρακτικός ένας τέτοιος διάλογος -σε παραλλαγή από τη Βελέστα της Στρούγκας- μεταξύ της γυναίκας και του ίδιου της του άντρα. Ο τελευταίος, εδώ, είναι αυτός που θα εκστομίσει και την κατάρα: 

όλο το κακό που κάνω,
-τη γυναίκα μου να χτίσω,
όσα είπε ο πάτερ Σεχ μας-
στο λαιμό των αδερφών μου,
που τη μπέσα τους πατήσαν…
  
Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, έστω στις λίγες που ακούγεται κατάρα, αυτή εκστομίζεται απ’ τη γυναίκα, το θύμα, στοχοποιώντας πάντα γεφύρι.



● όπως στον τοίχο τρέμω εγώ,
   να τρέμει το γιοφύρι… (Μπελεβόντα Κορυτσάς)

● μαυρογιόφυρο, γιοφύρι,
   σαν περνούν πιστοί και τούρκοι,
  τρέμε όπως τώρα τρέμω… (Λούρος Πρέβεζας)

● πως τρέμουν τα χειλάκια μου,
   γιοφύρι σας να τρέμει… (Μπελοτσέρκα / Ασπροκκλησιά Πρέσπας)


Η σπανιότητα στις αλβανικές μπαλάντες του επεισοδίου της κατάρας, δικαιολογημένα εκλαμβάνεται, ερμηνεύεται από κάποιους, πως η γυναίκα εντοιχίζεται με τη θέλησή της -υποστηρίζουν πως έτσι εξυπηρετείται καλύτερα η δοξασία που θέλει τη θυσία εκούσια. Και πραγματικά, σε ορισμένες τουλάχιστον παραλλαγές τούτο γίνεται κάτι περισσότερο από εμφανές. Σ’ εκείνη της περιοχής Πρεκορούπα του Κόσσοβου η εντειχιζόμενη συναινεί ξεκάθαρα.

θάνατο καλό μου δίνει,
τη ζωή ο θεός που παίρνει,
κούρμπαν να ’μαι στο γιοφύρι…   

Το ίδιο -η γυναίκα αποδέχεται τη μοίρα της χωρίς αντιρρήσεις- συμβαίνει και στην παραλλαγή από το χωριό Κρίλεβο, επίσης του Κόσσοβου.

τούτο δε με νοιάζει στάλα,
αν Θεός το θέλει έτσι,
……………………………
αμανάτι για τη μάνα,
ένα δάκρυ να μη χύσει,
όποιος ζει θε να πεθάνει,
θε να ανταμωθούμε πάλι…
  
Όταν όλα έχουν κριθεί, πλησιάζει το τέλος, θα ακουστούν και οι τελευταίες επιθυμίες του τραγικού θύματος (επ. 9ο). Ανάμεσά τους ξεχωρίζει βέβαια, συγκινεί περισσότερο, εκείνη  που η μάνα ζητάει να της αφήσουν ελεύθερα, έξω από τις πέτρες, ένα τουλάχιστον πόδι, ένα χέρι, ένα μάτι, ένα στήθος, όλα για χάρη του μικρού παιδιού της -κοινό το επεισόδιο όχι μόνο στις αλβανικές μπαλάντες, αλλά και σε πολλές βαλκανικές. Αλλά ξεχωρίζει -ξενίζει μάλλον- ακόμη μία παραγγελία της γυναίκας -μοτίβο αυτό μόνο των αλβανικών τραγουδιών. Ζητάει να δώσουν στον άντρα της -στον μπεσαλή άντρα της- την αδερφή της για… γυναίκα του! Είπαμε ξαφνιάζει, αλλά είναι εξηγήσιμη για τον γνώστη των συνηθειών των μουσουλμάνων -μόνο στις δικές τους παραλλαγές το συναντάμε. Απευθυνόμενη η γυναίκα στο μεγάλο κουνιάδο της,  που τη χτίζει, την ακούμε να ψιθυρίζει:

για τη μάνα αμανάτι,
αδερφή μία που έχω,
να τη δώσει τ΄ αδερφού σου·
μην αργήσει για το γάμο,
τέτοιος άντρας δεν υπάρχει… (Κρίλεβο Κόσσοβου)














Το τραγούδι τελειώνει (επ. 10ο) είτε με κάποια ευχή -από τη μάνα στο γιο- είτε διαλαλώντας ένα θαύμα -η γυναίκα ξεψύχησε αλλά το στήθος της τρέχει!  
Ευχή έχουμε μόνο όταν χτίζεται κάστρο. Ειδικά αν την απευθύνει μουσουλμάνα εκπλήσσει, αφού τότε εκφράζεται έντονα η έχθρα για τους Κράληδες, τους Σέρβους βασιλιάδες.

κάστρο, που Θεός στεργιώνει,
κράλης σένα μην πατήσει,
μοναχά πασάς ο γιος μου,
κράληδες να πολεμήσει… (Γκράντετς Σκοπίων)
  
Το θαύμα αφορά τις θαυματουργικές ιδιότητες του υγρού που τρέχει απ’ το πετρωμένο στήθος της θυσιασμένης! Πρόκειται για τόσο πειστικό για το λαό γεγονός, που δεκάδες παραδόσεις του το αναπαράγουν και το παραλλάσουν. Έχει σημειώσει σχετικά ο Zihni Sako: «οι μητέρες που δεν έχουν αρκετό γάλα για τα βρέφη τους, με την ανατολή του ηλίου πλένουν τις ρόγες τους με νερό ασβεστούχο που διϊδρούται στις καμάρες του κάστρου, έχοντας πρώτα καταναλώσει ψωμί και κρεμμύδια. Αυτό το υπόλευκο νερό πιστεύουν ότι είναι το γάλα της εντειχισμένης γυναίκας».[25] Αλλά, να τρία παραδείγματα πώς η παράδοση πέρασε στο τραγούδι:


● θάμα τότε, εκεί μια βρύση
   για νερό τους βγάζει μέλι·
   ποιος να ξέρει αν είναι αλήθεια;
   για να λένε, έτσι θα ’ναι… (Κρίλεβο Κόσσοβου)

● έξω το βυζί αφήσαν,
   σαν χρυσό νερό να τρέχει,
   το παιδί να μεγαλώνει,
   τους αρρώστους να γιατρεύει… (Λούρος Πρέβεζας)

● τώρα στου βυζιού το γάλα
   παν τυφλοί να γιάνουν μάτια… (Πρεκορούπα Κόσσοβου)






Η θεώρηση των αλβανικών παραλλαγών της μπαλάντας θα τελειώσει με την παράθεση ενός ακόμη ολόκληρου τραγουδιού, τούτη τη φορά μουσουλμανικού. Με 208 στίχους, έχει καταγραφεί στα χωριά Σφέρκα και Λάπτσεβα της περιοχής Πρεκορούπα στο Κόσσοβο.[26] Τώρα η υπόθεση διαδραματίζεται στο λεγόμενο γεφύρι του Άγιου (Ura e Shejtë), κτίσμα στο οποίο αναφέρονται πολλές παραλλαγές προερχόμενες απ’ τη ζώνη Σκοπίων-Κόσσοβου. Κάθονται στο πάτωμα, σχηματίζοντας σχεδόν κύκλο, και το τραγουδούν.

Τρία αδέρφια, τρεις Χασιάτες,[27]
δρόμο παίρνουν για Γκιακόβα·[28]
ήσαντε κι οι τρεις μαστόρια…
Βαν’ τα τσόκια[29] τους στον ώμο,
μεσ’ του Δρίνου παν το στόμιο
και γιοφύρι τ’ Άγιου αρχίζουν.
Χρόνους τρεις που το δουλεύουν·
το δουλέψαν τρία χρόνια,
μα δε βάνουνε κεμέρι, [30]
είναι η νύχτα που το παίρνει.
Τρία αδέρφια, τι να κάνουν;
Μεταξύ τους κουβεντιάζουν:
- Να παραφυλάμε νύχτα,
ποιος γκρεμίζει να τον βρούμε,
χρόνια τρία πολεμάμε,
παν οι κόποι μας χαμένοι,
δε μας στέκει το κεμέρι,
το κορμί μας σιγοκαίει.
Νύχτα κάθονται, φυλάνε·
έφτασε το μεσονύχτι,
τίποτα να το γκρεμίσει
-μα οι πέτρες φουρφουρίζουν
σαν πουλιά και φτερουγίζουν.
Το πρωί ο Θεός που φέρνει
-τα παιδιά αρχίζουν πάλι·
πάλι αρχίζουν να δουλεύουν-
το γεροδερβίση στέλνει.














- Γειά χαρά σας, τρία αδέρφια!
- Γεια και σένα, μπρε δερβίση!
Μ’ άρχισε στραβά η δουλειά μας,
η δουλειά μας στράφι πάει,
τρία χρόνια πολεμάμε,
δε μας στέκει το κεμέρι,
το κορμί μας σιγοκαίει!
Ψες φυλάξαμε όλη νύχτα·
τίποτα να το γκρεμίσει·
μα οι πέτρες φουρφουρίσαν
σαν πουλιά και φτερουγίσαν.
Ξέρεις, γέρο, να μας μάθεις,
πώς στεργιώνουμε γιοφύρι;
Στα παιδιά ο γέρος τότε:
- Αν το θέτε το γιοφύρι,
σεις που είστε τρία αδέρφια
και οι τρεις σας παντρεμένοι,
πρέπει μπέσα σας να δώστε
πως δε λέτε στις γυναίκες·
όποια τους ψωμί θα φέρει,
κούρμπαν στο γιοφύρι μπαίνει,
για… κουρμπάνι τούτο θέλει.
Τούτα, κι ας πηγαίνω τώρα,
εϊβαλάχ,[31] είπε και φεύγει…
Χώμα δε ’κουνήθη· εχάθη!
Όλη μέρα χτουν τ’ αδέρφια·
κι όταν ο Θεός βραδιάζει,
φεύγουνε να πάνε σπίτι.
Δρόμο-δρόμο δίνουν μπέσα
μην το πούνε στις γυναίκες.
Φτάσαν σπίτι, ήρθε η νύχτα,
φάγανε το βραδινό τους,
στους οντάδες τους τραβήξαν.
Μόλις μπήκαν στους οντάδες,
ο μεγάλος -ντροπή να ’χει-
της γυναίκας του της το ’πε.
- Λάθος σου, ψωμί αν φέρεις,
μας μαρτύρησε ένας γέρος
πως για να γενεί γιοφύρι
θέλει μια κυρά κουρμπάνι.
Και ο δεύτερος -κατάρα-
της γυναίκας του το λέει.
Ο μικρός -ευλογημένος-
δεν της το ’πε της καλής του.
Έφερε ο Θεός τη μέρα·
σηκωθήκανε τ’ αδέρφια,
πάνε αμέσως στο γιοφύρι,
βλέπουν το γιοφύρι στέκει.
Αρχινάνε να δουλεύουν.
Ώρα για το κολατσιό τους…
Των παιδιών η μάνα πάει
στον οντά της πρώτης νύφης·
της φωνάζει: - Ε, μπρε κόρη,
το ψωμί για τα παιδιά μου!
- Μωρέ μάνα, άκου κάτι,
δε πηγαίνω στο γιοφύρι,
με πονάει το  κεφάλι,
δε μπορώ να κάνω βήμα.
Έφυγε η γριά, φαρμάκι,
στον οντά της άλλης νύφης·
της φωνάζει: - Ε, μπρε κόρη,
το ψωμί για τα παιδιά μου!
Σύρε των παιδιών ψωμάκι,
άργησε το κολατσιό τους,
στο γιοφύρι πια πεινάνε.
- Μα τη πίστη μ’, άκου μάνα,
δε πηγαίνω το ψωμί τους,
θέρμες μαύρες μ’ έχουν πιάσει,
δε μπορώ να κάνω βήμα!
Δες τη γριά τι κάνει πάλι·
Στης μικρής της νύφης πήγε:
- Σήκω, κόρη μ’, ’τοίμασέ το
το ψωμί για τα παιδιά μου,
στο γιοφύρι πια πεινάνε·
στο κρεβάτι οι συννυφάδες,
δε μπορούν ψωμί να πάνε…
Τι να κάνει κι η νυφούλα;
σκώνεται στα δυο της πόδια
και στη γριά σιγά της λέει·
άκου στη γριά τι είπε:
- Μάνα, το παιδί αμανάτι!
Στο πηγάδι μη μου πέσει!
Άκου και τη γριά που λέει:
- Κόρη μου, χαζούλα θα ΄σαι,
πας, γυρίζεις, θα κοιμάται.
- Αχ μπρε μάνα, λέει η νύφη,
Ψες κακ’ όνειρο που είδα
-κούρμπαν στο γιοφύρ με δένε-
στην αυλή ξανά δε θα ’μαι!
Το ψωμί και… ξεκινάει.
Στης αυλής την πόρτα στέκει,
γι’ άλλη μια φορά γυρνάει
και φωνάζει: - Ε, μπρε μάνα,
αμανάτι το παιδί μου,
συννυφάδες μη το δέρνουν!
Πήρε το στρατί και πάει…
Μεσ’ τη μέση μόλις φτάνει,
ο Θεός σεισμό τής ρίχνει.
Δες κι η νύφη τι θα κάνει,
κάτω π’ αχλαδιά θα πάει
με το νου της μολογάει:
- Πέντε, ναι, τα χρόνια που ’ρθα,
κι ούτε πήγα στο χωράφι,
μια φορά ψωμί δεν πήγα!
Παύει κι ο σεισμός, ’συχάζει!
Σ’κώνεται στο δρόμο πάλι,
κι όταν φτάνει στο γιοφύρι,
στο γιοφύρι όταν θα φτάσει…














- Καλό κάνετε, κουνιάδοι!
- Να ’χεις, συ, καλό κουνιάδα!
τούτο δω καλό δεν είναι,
σου ’τοιμάζουμε κιβούρι·[32]
θα μας δώσεις τη ψυχή σου;
Άκου π’ απαντάει η νύφη:
- Θάνατο καλό μου δίνει,
τη ζωή ο Θεός μού παίρνει,
κούρμπαν να ’μαι στο γιοφύρι.
Και ο άντρας της τι κάνει;
Κακή μοίρα, όλο κλαίει.
Η κυρά του τον μαλώνει,
αποπαίρνει τον η κυρά του:
- Λιγοψύχησες περίσσια,
κλαίει άντρας για γυναίκα;
Άρχισε κι αυτός να λέει:
- Για γυναίκα ’γω δε κλαίω,
αλλά αδέρφι μην πιστέψεις;
αδερφός πιστεύει αδέρφι;
μπέσα δώσαμε ψες, ξέρεις;
Δες τι κάνει τότε η νύφη:
- ’Κούστε με, κουνιάδοι, είπε,
για τη μάνα μου χαμπέρι!..
δεκαεφτάρα αδερφή μου
για τον άντρα μου να φέρει,
που ’ναι μπεσαλής, λεβέντης.
Πάλι η νύφη τούς μιλάει:
- Σας ζητώ και μία χάρη·
άφησα παιδί στη κούνια,
φέρτε το μου μία ακόμα,
μια φορά να το βυζάξω!
Ένας της κουνιάδος φεύγει,
πήρε το παιδί απ΄ το σπίτι
και της νύφης του το πάει,
μεσ’ την αγκαλιά της βάνει.
Δες τι κάνει τώρα η νύφη·
το δεξί βυζί στο στόμα,
στα ξανθά μαλλιά το χέρι,
κι αρχινάει το μοιρολόι.
- Έι, παιδί μου, να ’χεις τύχη!
ίσσαλα[33].., άντρας να γένεις,
του πατέρα σου να μοιάσεις,
Κόσσοβο να γεροντέψεις,[34]
τη μανούλα τώρα χάνεις…
Στρέφει στους κουνιάδους, λέει:














- Αμανάτι σας, κουνιάδοι,
το βυζί μου αφήστε απ’ όξω·
μικρό το ’χω το παιδί μου,
όταν κλαίει με ζητάει,
φέρτε το μου στο γιοφύρι
με βυζί να το μωρώνω!
Κι οι κουνιάδοι άκου τ’ είπαν:
- ’Σύχασε και ότι θέλεις…
Σ’κώθηκε με “βόηθα Θε μου”,
σ’κώθηκε δοξάζοντάς τον,
πήρε… αβντές[35] γαληνεμένη,
δίχως προσευχή να πάψει.
- Θέλημα Θεού να γένει,
τη ψυχή μου εδώ να δώσω.
Στο γιοφύρι κάτω η νύφη,
θέμελα δεξιά του πέφτει!!
Δες τι κάναν οι κουνιάδοι!
Με… Θεό[36] κεφάλι πήραν,
πέτρες ρίχνουν, χώμα απάνου!
Κι αρχινίσαν το γιοφύρι,
-όξω αφήσαν το βυζί της-
το κεμέρι του εχτίσαν.
Στο γιοφύρι βάλαν τόξο,
π’ από τότε ακόμα στέκει!
Τώρα στου βυζιού το γάλα,
παν τυφλοί να γιάνουν μάτια!
Γιοφυριού τ’ Άγιου τραγούδι,
όπως το ’πανε το λέμε…



[1] Νικολάου Γ. Πολίτου, Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού, Αθήναι 1914, σελ. 130.
[2] Ed. Tylor, Primitive Culture, I, London 1903, 160.
[3] P. Sartori, Sitte und Brauch, Leipzig 1911, σ. 10 κι επόμενες.
[4] Δημητρίου Β. Οικονομίδου, Η Θυσία εις Οικοδομήματα, «Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών», τόμος ΜΕ, Αθήναι 1981-82, σελ. 63 & 54.
[5] Lazăr Şăineanu, Les rites de la construction d’ après la poésie populaire de l’ Europe orientale, “Revue de l’ histoire des religions”, 45, Paris 1902, 359-396.
[6] Δημητρίου Β. Οικονομίδου, Η Θυσία εις Οικοδομήματα, «Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών», τόμος ΜΕ, Αθήναι 1981-82, σελ. 65.
[7] Τον όρο πρώτος εισήγαγε ο Νικόλαος Πολίτης, στηριζόμενος  σε πληροφορία που διέσωσε ο Δ. Καμπούρογλου ότι στην Αθήνα “τα ποιητικά της δημώδους μούσης προϊόντα, τα φέροντα τον τύπον επών ή επυλλίων, ωνομάζοντο παραλογαί.” (Ιστορία των Αθηναίων, τόμ. Α, 1889, σ. 289)
[8]  Σημειώνει ο Γιώργος Ιωάννου (Παραλογές, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1975, 17): «… ο όρος μπαλάντα χρησιμοποιείται διεθνώς ως ονομασία για τα ευρωπαϊκά δημοτικά τραγούδια χορού ή για τραγούδια λόγια ορισμένης αυστηρής στροφικής μορφής. Πολλές φορές όμως χρησιμοποιείται γενικά, προκειμένου να ονομαστούν τα διηγηματικά άσματα. Πολλοί θεωρούν ότι η λέξη μπαλάντα προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα βαλλίζω, που σημαίνει χορεύω με απλωτές ζωηρές κινήσεις των μελών…».
[9] Άλλα τέτοια -παραλογές- ελληνικά τραγούδια, κάποια κοινά σ’ όλη τη βαλκανική, είναι: “του κολυμπητή”, “του νεκρού αδερφού”, “η μάννα η φόνισσα”, “του κυρ-βοριά”, “ο γυρισμός του ξενιτεμένου”, “του Μαυριανού και της αδερφής του”, κ. α. 
[10] Έτσι ακριβώς τα ονόμασε, πλαστά, ο μελετητής των ελληνικών τραγουδιών A. Passow (Τραγούδια Ρωμαίικα. Popularia carmina Graeciae recentioris, Λειψία 1860).
[11] Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δ΄ έκδοση, σ. 10.
[12] Zihni Sako, Eléments Balkaniques communs dans le rite de la Balade de lEmmurement,Studia Albanica” 3/1966, 2, 208.
[13] Κατά τον Pouqueville, «χρονικά γραμμένα στη σκίπικη, που είναι γλώσσα όλων των πληθυσμών της μακεδονικής Ιλλυρίας ως τη λίμνη Λαμπεάτις, αναφέρουν ότι ένας κάποιος Ρόζα και η αδελφή του Φα έχτισαν την ακρόπολή της στην οποία έδωσαν το όνομα Ροζαφά που διατηρεί» (Voyage de la Grèce, Paris 1826. Μετάφραση Κ. Βλάχος, Ταξίδι στην Ελλάδα, Τόμ. ΙΙ, Ιωάννινα 1996, σελ.152-153).
Κατά τον Zihni Sako, «ο ουμανιστής και ιστοριογράφος Marin Barleti, στο έργο του “De obsidione Skodrensi”, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1505, αναφέρει ότι στην εποχή του διηγούνταν για το κάστρο της Σκόδρας ότι χτίστηκε από έναν αδερφό και μια αδερφή (Roza και Fa = Rozafa. (Eléments Balkaniques communs dans le rite de la Balade de lEmmurement, “Studia Albanica” 3/1966, 2, 211).
[14] I. G. von Hahn, Albanesische Studien, Heft I, Iena 1854, 200.
Η πρώτη καταγραφή σε αλβανική γλώσσα, σε πεζό,  δημοσιεύτηκε το 1878 από τον Ε. Μήτκο [Βηλιέττα Σsκίυπητάρε (Αλβανική Μέλισσα), Εν Αλεξανδρεία 1878, 3, 167]. Φέρει τίτλο “Η γέφυρα της Αλώπεκος εν Δίβρα” και είναι τυπωμένη, όπως άλλωστε όλο το βιβλίο, με ελληνικούς χαρακτήρες, αφού το αλβανικό αλφάβητο καθιερώθηκε το 1908.
[15] Εκεί τα ερείπια μεγάλης παλαιοχριστιανικής Βασιλικής.
[16] Μεγάλο, παμπάλαιο κάστρο, με 26 κάποτε πύργους, που ανακατασκεύασε το 1466 ο Μεχμέτ ο Β΄ ο κατακτητής.
[17] Στον Δρίνο ποταμό, ανάμεσα Γκιακόβα και Πριζρένη του Κόσσοβου. Τραυματίστηκε σοβαρά στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο και καταστράφηκε ολοσχερώς το 1942. Σήμερα έχει ανακατασκευαστεί.
[18] Στο αρχαίο Ντρίβαστο, λίγο Β.Α. της Σκόδρας.
[19] Στη Μέση Αλβανία -στα παράλια της Αδριατικής- μεταξύ Καβάγιας και Ντιβιάκα,.
[20] Στο Λιέσαν -νότια του Ελμπασάν- της κοιλάδας του Σκούμπη.
[21] Κοντά στο Κιουστεντίλ της Βουλγαρίας, νοτιοδυτικά της Σόφιας. 
[22] Παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τους Έλληνες η συγκεκριμένη παραλλαγή αφού, κατά τον Κύπριο Επαμεινώνδα Ι. Φραγκούδη που τη δημοσίευσε σε πεζό το 1856, «…μοίρα τις διέταξεν εις τρεις αδελφούς, Σκανδ, Αλήν και Αμσκάν ονόματι, κατοικούντας τα ύψη του Μαυροβουνίου ν’ απέλθωσιν εις Σεθηνιάχ (Αθήνα), να λάβωσιν εκείθεν γυναίκα, να σπουδάσωσι τα έθιμα και την γλώσσαν του τόπου και επανελθόντες να κτίσωσι το Σκούταρι (Σκόδρα) επί της ανατολικής όχθης λίμνης τινός την οποίαν αύτη έδειξεν αυτοίς…». (περιοδ. “Θελξινόη” Κωνσταντινούπολης, φ. ΙΖ-ΚΓ / 1856-57).
[23] Μάρτυρας κι ανώτατο θρησκευτικό αξίωμα των μουσουλμάνων.
[24] Gheorghe Vrabie, Balada populară română, Editura Academiei Repuplicii socialiste România, Bucureşti 1966, πίν. Β, σελ. 94-95.
[25] Eléments Balkaniques communs dans le rite de la Balade de lEmmurement,Studia Albanica” 3/1966, 2, 210.
[26] Anton Çetta, Balada dhe Legjenda, Prishtinë 1974, No 4, 8-13.
[27] Από το Χάσι, περιοχή φημισμένη για τους μαστόρους της. Βρίσκεται στη Β.Α. Αλβανία - Δ. Κόσσοβο.
[28] Πόλη στο Β.Δ. Κόσσοβο.
[29] Σφυριά, εργαλεία.
[30] Τόξο.
[31] Χαιρετισμός και ευχαριστήρια έκφραση στους Μουσουλμάνους: “Ευχαριστώ, ο Θεός μαζί σας.
[32] Τάφος.
[33] Ευχή Μουσουλμάνων: “Μακάρι, σου εύχομαι”.
[34] Να γίνεις γέροντας, …εθιμοδικαστής!
[35] Τελετουργικό πλύσιμο χεριών στους Μουσουλμάνους.
[36] Μεγαλύνοντας το όνομα του Θεού.

ΒΙΝΤΕΟ 1  
              

URE, E ZEZA URE / ΓΙΟΦΥΡΙ, ΜΑΥΡΟΓΙΟΦΥΡΟ!
Από το χωριό Sulaj, περιοχή Μπεράτι


ΒΙΝΤΕΟ 2



URA E ARTES / ΤΟ ΓΕΦΥΡΙ ΤΗΣ ΑΡΤΑΣ
Από την Τσαμουριά (Θεσπρωτία)
 


ΚΑΤΕΒΑΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΤΟΥ ΤΕΥΧΟΥΣ με κλικ ΕΔΩ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου