Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

√ Εν Μαέρη, 1910 - “Το Συμβόλαιον”



Εν Μαέρη, 1910  -  Το Συμβόλαιον



√ Εν Μαέρη, 1910

Μ
ια φορά κι ένα καιρό, σ’ ένα ψηλό βουνό -Πίνδο το λέγανε- ανάμεσα στα τόσα άλλα, ζούσε κι ένα μικρό χωριό που το γράφανε Μαέρη. Λίγοι οι κάτοικοί του, λίγα και τα υπάρχοντά τους, αφού, εκεί πάνω, ούτε λόγος να γίνει για σκάψιμο της γης. Αντί για χώμα, η μία πέτρα σκάλωνε πάνω στην άλλη, κι αν κατά λάθος τις κλωτσούσες μπορούσαν να κατρακυλήσουν μέχρι και κάτω, την άγρια ρεματιά. Τόση η κατηφόρα..!

Εν Μαέρη, 1910...
Τι να σου κάνουνε λοιπόν κι οι Μαγεριώτες! Για να ζήσουν, ζούσαν γίδια και πρόβατα στις γύρω πλαγιές, λίγα στην αρχή, περισσότερα αργότερα. Μήπως όμως και με τούτη τους την ασχολία στάθηκαν ικανοί να βγούνε από τη φτώχεια; Όχι βέβαια· γιατί είχαν την ατυχία να κατοικούν πάνω στο μεγάλο ντερβένι που ’φερνε απ’ τη Μακεδονία στην Ήπειρο, απ’ το Γρεβενό στην Κόνιτσα και τις άλλες πολιτείες. Χίλιοι οι περαστικοί, άλλοι τόσοι και οι κίνδυνοι…
Πρώτοι και χειρότεροι ανάμεσά τους οι αρβανιτάδες. Που οπλισμένοι, βρώμικοι ληστές, δεν τους αρκούσε να φάνε και να πιούνε στα φτωχόσπιτα της περιοχής, μα από πάνω ζητούσανε και …παραντί. Φόρο δηλαδή, γιατί απ’ το πολύ το φαγοτόπι χαλούσαν -λέει- τα δόντια τους και ήθελαν επισκευή. Τρεις φορές έτσι αναγκάστηκαν οι Μαγεριώτες να αλλάξουν τόπο, να μεταφέρουν το χωριό τους παραπέρα, μα -δεν βαριέσαι- ανακούφιση δεν βρήκανε.
Άρχισαν λοιπόν να ξενιτεύονται -στην Πόλη και αλλού- να αλλάζουνε επάγγελμα -καλφάδες, χτίστες οι περισσότεροι- μήπως και πιάσουν κανά παρά, στείλουν κανά γρόσι στην πατρίδα, να ανασάνουν εκεί πάνω οι δικοί τους. Και βέβαια δεν άργησαν να καταφέρουν, μάλιστα και με το παραπάνω, ό,τι σκέφτονταν. Γιατί όλοι τους και έξυπνοι ήταν, και εργατικοί. Σαν το Γιάννη τον Καρακίτσα -παράδειγμα- που, τρανός κάλφας στην Πόλη, έφτασε να ’χει λόγο και στον Αβδούλ Αζίζ, τον ίδιο τον Σουλτάνο.

Μπήκε να λειτουργεί και σχολείο ελληνικό.

Με τούτα και με τ’ άλλα λοιπόν το χωριό, η φτωχή Μαέρη, άρχισε να συνέρχεται. Να γίνονται τώρα πια τα σπίτια της ψηλότερα και πέτρινα. Να σηκώνεται στο μεσοχώρι -στη Ράχη όπως το ’λεγαν- μεγάλη εκκλησιά, ο Αϊ-Νικόλας. Μπήκε να λειτουργεί και σχολείο ελληνικό. Σ’ όλα τούτα, πρωταγωνιστές αθόρυβοι, δυο ξεχωριστοί Μαγεριώτες: ο Νικόλα Τζάμος ο ένας -του Κοσμά τον φώναζαν για να τον διακρίνουνε απ’ τους άλλους συνονόματους-, ο παπά-Νικόλας ο Χρηστίδης ο άλλος, που το ’λεγε η καρδιά του ακόμα κι όταν δεν ιερουργούσε. 

Νικόλα Κοσμά Τζάμος


Ο Νικόλα Κοσμά Τζάμος, ένας λεβεντάνθρωπος μέχρι κει πάνω, δυο μέτρα μπόι, ήταν ο κοτζαμπάσης του χωριού· ο πρόεδρος της κοινότητας όπως θα λέγαμε σήμερα. Πανταχού παρών, πότε για να προχωρήσουν τα κοινωφελή τα έργα -πάντα έδινε απ’ τη τσέπη του-, πότε για να επανορθωθούν αδικίες κατά των συγχωριανών του -τον φυλάκισαν γι’ αυτό οι Τούρκοι-, πότε για να οδηγηθούν σωστά ο Μελάς και οι άλλοι του κομιτάτου. Έγραψε ιστορία εκείνα τα δύσκολα χρόνια στη Μαέρη. Όταν πέθανε, δεν βρέθηκε ψυχή να μη τον συγχωρέσει…
Ο παπα-Νικόλας πάλι, ο Χρηστίδης, δούλεψε αρχικά, όπως σχεδόν όλοι τους, χτίστης. Μετά, φοιτώντας στο Τσοτύλι, έγινε δάσκαλος, για να χειροτονηθεί στο τέλος ιερέας. Ανοιχτό μυαλό, δεν δίστασε να καταργήσει τα εκκλησιαστικά βιβλία, τα ψαλτήρια, φέρνοντας σχολικά από την ελεύθερη Ελλάδα. Όταν κάποτε, για ένα διάστημα, εφημέρευε στο Αγίασμα Βεφά Μεϊδάν της Πόλης, κείνος ήτανε που πρωτοστάτησε να ιδρυθεί σύλλογος για τους ξενιτεμένους χωριανούς του. Ακόμα, σαν αγνός πατριώτης, υπήρξε μέλος της επιτροπής Μακεδονικού Αγώνα στο κοντινό Κωνστάντσικο.
Μπροστάρηδες τούτοι οι δύο στη Μαέρη, αφού έκαναν ό,τι έπρεπε για τη ψυχή των συγχωριανών τους -τελειοποίησαν τον Αϊ-Νικόλα-, αφού φρόντισαν για το πνεύμα της νέας γενιάς -χτίσανε όμορφο σχολείο-, θέλησαν να ανακουφίσουν και σωματικά τον κόσμο, να λιγοστέψουν τις κακουχίες που καθημερινά υποβαλλόταν. Και το μυαλό τους πήγε -πού αλλού;- κάτω στο ποτάμι, στο φοβερό Παλιομάγερο, που όλα αυτά τα χρόνια έστεκε για το χωριό  φόβος και ο τρόμος, το μοιραίο κάποτε εμπόδιο για μερικούς από τους κατοίκους του. Θυμήθηκαν στου Πούλιου του Σκόδρα το χάνι να περιμένουν άνθρωποι και ζώα μέρες πολλές για να κοπάσει η πλημμύρα· να πέφτει έξω η …Παναγιούλα, το μεγάλο τους ετήσιο παζάρι επειδή οι πραματευτάδες δεν διακινδύνευαν το πέρασμα· να πεινάνε οικογένειες όταν κοβόταν ο δρόμος για το Γρεβενό· κάποτε να μην μπορούν να πάνε ούτε στα γειτονικά Λιούντζη και Τριτσκό, να δούνε συγγενείς τους. Θυμήθηκαν και είπανε: 
- Θα φκιάξουμε γιοφύρι! 

Θα φκιάξουνε γιοφύρι! Μικρή η κουβέντα, μεγάλη η δουλειά. Το ’φέρναν από ’δω, το υπολόγιζαν από κει, μα τα έξοδα στο τέλος πάντα τους έβγαιναν πολλά. Αποφασίζουνε λοιπόν μια χαραυγή και αντάμα κινάνε για Λιμπόχοβο, το γειτονικό χωριό.
Ψάξανε και βρήκανε εκεί, στον καφενέ να πίνει τον καφέ του, το Γιώργη το Τζούφα. Τι στο καλό -συλλογίστηκαν-, θα μπορούσε τούτος, κάλφας μ’ όνομα όχι μόνο στα Ζιουπάνια μα και παραέξω, να τους τα υπολογίσει με ακρίβεια, να τους συμβουλέψει και να τους κατευθύνει όπως έπρεπε. Ήταν τότε -στα 1910 η ιστορία μας- εξήντα χρονών και τα μάτια του είχαν δει πολλά, τα χέρια του φτιάξει πράματα και θάματα. Μέχρι και οι Φραντζέσκοι τον είχανε πριν χρόνια στη δούλεψή τους, στην εταιρεία τους κάτω στην Ελλάδα, να χτίζει σταθμούς σαν φτιάχνανε τα τρένα. Κοντοχωριανός τους ήτανε, θα δεχόταν να βοηθήσει.
Και πράγματι δεν λάθεψαν. Ο κυρ-Γιώργης όχι μόνο τους δέχτηκε με καλοσύνη, όχι που κουβέντιασε το πράμα μαζί τους ώρα πολλή, μα στο τέλος ανέλαβε να τους φτιάξει ο ίδιος και τα σχέδια. Ακόμα -τους είπε- θα παρακολουθούσε το χτίσιμο από κοντά να γίνει η δουλειά σωστή, πως αυτός δεν ήθελε γρόσι -το ’κανε για τη ψυχή του, κι αν δεν είχε κείνους τους πόνους στα πόδια και τα χέρια θα αναλάμβανε και την κατασκευή.
Τους είπε κι άλλα πολλά ο Γιώργη ο Τζούφας. Ποιους μαστόρους να προτιμήσουνε, πώς να μαζέψουνε τα χρήματα, τι ξεχωριστό να κάνει κάθε Μαγεριώτης για να κατεβεί το έξοδο. Στο τέλος τους ξεπροβόδησε μέχρι τα τελευταία σπίτια του χωριού.
Ήταν αργά το γιόμα, όταν ο Νικόλα Κοσμά Τζάμος, από κοντά κι ο παπα-Νικόλας ο Χρηστίδης πήραν το δρόμο της επιστροφής. Ήταν τώρα πιο σίγουροι, σχεδόν ετραγουδούσαν. 

Την άλλη κιόλας μέρα ρίχτηκαν με τα μούτρα και οι δυο τους στη δουλειά…
Ο Τζάμος είχε να σκεφτεί, να ορίσει ποιοι θα φτιάχναν την επιτροπή. Μόνο για δύο δεν αμφέβαλε καθόλου. Για πρόεδρο -αν κι όχι Μαγεριώτης, τιμής ένεκεν που λένε- θα φώναζε το Τζούφα. Είχε τούτος τόσες γνώσεις, θα ’κανε και τον επόπτη όπως έταξε. Για ταμία, καλύτερο στους λογαριασμούς και τιμιότερο απ’ τον παπα-Νικόλα δεν θα εύρισκε. Δυο, τρεις ακόμα χρειαζόταν -θα ’μπαινε βέβαια και ο ίδιος, απλό μέλος όπως ήθελε- και η ομάδα θα ’ταν έτοιμη να πάρει αποφάσεις.
Παπα-Νικόλα Χρηστίδης

Ο παπα-Νικόλας πάλι, θυμήθηκε τους …Αμερικάνους! Χωριανοί αρκετοί τα τελευταία χρόνια δούλευαν Τσικάγο, Νέα Γιόρκη και αλλού. Έβαλε τα δυνατά του με χαρτί και με μολύβι, έγραψε σ’ αυτούς, έγραψε και στους άλλους, στους περισσότερους, στη Πόλη. Γράμματα απλά, μα έξυπνα, να τους αγγίξουν όσο κι όπου έπρεπε. Στο τέλος γίνηκαν και δυο κατάλογοι: ένας μ’ όλους που μέναν στο χωριό -Δερβεντζής, Σκόδρας, Χαριζόπουλος, Κολοβός, Παπανικολάου…-, κι ένας με χωριά απ’ όπου θα ζήταγαν βοήθεια -Μοιραλή, Σβόλιανη, Ντόλος, Ζουπάνι, Λιμπόχοβο…
Πρώτος που ’βαλε το χέρι του στη τσέπη -πάντα το παράδειγμα- ήταν ο ίδιος ο Τζάμος· και το ποσό του σοβαρό! Οι άλλοι ακολούθησαν. Ποιος πολύ, ποιος λιγότερο, ανάλογα καθένας με το έχει του, δίναν στον παπα-Νικόλα και υπογράφανε. Αρχή ήταν και γινότανε.


Δεν πέρασαν πολλές μέρες και το χωριό να δώσει ό,τι είχε έδωσε. Άλλωστε δεν ήταν και πολλοί. Τώρα έπρεπε να ψάξουνε αλλού. Ζώνανε λοιπόν κάθε πρωί, πότε πέντε, πότε περισσότερα μουλάρια και ξεκίναγαν. Πάντα στην ομάδα, απαραίτητοι, ο Τζάμος κι ο παπα-Νικόλας Οι άλλοι συχνοαλλάζανε.
Το δρομολόγιο, καθημερινά, λίγο άλλαζε. Στου κάθε χωριού το μεσοχώρι ψάχνανε το κοτζαμπάση. Φωνάζανε πιο ύστερα και τον παπά. Γρήγορα ο κόσμος μάθαινε και μαζευότανε. Κι εκεί, με τρόπο, τους έλεγαν το πρόβλημα. Με τη πειθώ, ξορκίζοντας σε άγιους, ο παπα-Νικόλας. Χτυπώντας στο φιλότιμο, θυμίζοντας το γένος τους, ο Τζάμος.
Είναι αλήθεια, πως άλλοι τους δίναν πρόθυμα· ό,τι είχανε. Άλλοι όμως κρυφομίλαγαν· μουρμούριζαν πως έφτανε του Τούρκου η αγγαρεία. 
- Δέκα πέντε το στεφάνι μάς χρεώσανε στα πέρυσι· και τότε για γιοφύρι… τους πέταξαν κάποιοι, κάπου, κάποτε. Μα πούντο;
- Τούρκικη η υπόσχεση, να πω απειλή· τέτοια και η απόκριση… ο Τζάμος ξεκαθάρισε. Εδώ ραγιάς βοηθά ραγιά. 
Τώρα, γενικά αν τους ρωτούσες -τους Μαγεριώτες δηλαδή-, φχαριστημένοι θα σου λέγανε. Πάντα κάτι κέρδιζαν. Αυγάτευε ο παράς, ξεχνιότανε ο κόπος. Εκείνο όμως που δεν θα συγχωρούσανε ποτέ -χρόνια πολλά ας πέρναγαν- ήταν το Ζουπάνι. Τόσο πολύ τους πίκραναν.
Μεγάλο τούτο το χωριό. Ζουπάνι με τ’ όνομα, πρώτο σού λέει μαστοροχώρι. Με άρχοντες και βιος ανάλογο, τρανό. Μα τι τα θες; Κανενός δεν ίδρωσε το αυτί. Ούτε παπάς άσπρο δεν έδωσε. Κι ας μάλλιασε η γλώσσα του Τζάμου· κι ας προσευχήθηκε φωναχτά ο παπα-Χρηστίδης. Όταν κάποτε, πάντα περιοδεύοντας, φτάσαν και στη Σιάτιστα, δεν τ’ άντεξαν. Σα μικρά παιδιά, χολιασμένοι, τρέξαν στο Δεσπότη και, με το νι και με το σίγμα, όλα τού τα είπανε. Παράπονα πολλά για το Ζουπάνι…
Ιερόθεος Ανθουλίδης (1909-1920)
Ο Άγιος, αφού τους άκουσε ήρεμα, τους ζήτησε υπομονή και χρόνο. Κάποτε -γύριζε στη σκέψη του- ο σκοπός τα μέσα τα αγιάζει. Και έφκιαξε το σχέδιο.
Ξημέρωνε της Παναγιάς, 8 Σεπτέμβρη. Όπως κάθε χρόνο, έτσι κι εφέτος, οι Ζουπανιώτες είχαν καλέσει στο πανηγύρι τους, για να λειτουργήσει, το Δεσπότη. Ο τελευταίος άρπαξε την ευκαιρία. Καμώθηκε δουλειές, τους ζήτησε κοντά τρεις λίρες για να πάει. Θεοσεβούμενοι οι Ζουπανιώτες, μα και καυχησιάρηδες, δεχτήκανε. Πήρε ο Δεσπότης τα λεφτά, τα ’δωσε στους Μαγεριώτες. 
Έτσι και το Ζουπάνι, δίχως να το ξέρει, έβαλε κι αυτό μερίδιο στο ταμείο της Μαέρης.

Κύλισαν οι μέρες, άλλαξε ο καιρός, ξανάρθε καλοκαίρι. Τώρα πια οι Μαγεριώτες είχαν τα λεφτά. Κοντά ογδόντα λίρες περιμέναν τους μαστόρους που θα παίρναν τη δουλειά. Νέα λοιπόν τρεξίματα, πάλι βόλτα στα χωριά, Χρειάζονταν τώρα καλούς τεχνίτες -άλλο που δε τόνισε ο Τζούφας-, καλούς στο χτίσιμο, καλούς στο νιτερέσο. Γυρνούσαν και ρωτούσανε· ρωτούσαν και μαθαίνανε· μα πολλά μπουλούκια είχαν κιόλας φύγει μακριά.
Όταν φτάσαν έξω απ’ το Ζουπάνι, παραλίγο να μαλώσουνε. Χολιασμένοι μερικοί -θυμόντουσαν την προσβολή- δεν ήθελαν καν να μπούνε στο χωριό. Όμως ο Τζάμος σχεδόν τους αποπήρε. Άλλο το ένα, τους είπε, άλλο τ’ άλλο· από μαστόρους ήταν πρώτοι.
Όταν τους έπεισε, πήραν τους μαχαλάδες με τη σειρά. Δεν άφησαν καφενείο και μαγαζί της αγοράς, σοκάκι και σπίτι να μη ρωτήσουνε. Στο τέλος σταθήκαν τυχεροί. Ο Παύλος ο Μούρτζιος, μάστορας μ’ όνομα καλό, μαζί κι ο Νίκος ο Μπαμπαλής θα ’ρχονταν στη Μαέρη την άλλη Κυριακή να τα μιλήσουνε· αν ήθελε ο Θεός να συμφωνήσουνε.
Κράτησαν το λόγο τους. Όπως το ’παν κι έγινε. Στη Μαέρη, στο καφενέ της Ράχης, μετά την εκκλησιά, μαζευτήκαν όλοι της επιτροπής, οι δυο μαστόροι και βέβαια ο Γιώργη ο Τζούφας. Μα ήταν κι άλλοι εκεί, σχεδόν όλοι οι Μαγεριώτες.
Μπήκανε στις λεπτομέρειες: για τα ξύλα που θα φκιάναν τα καλούπια, για το λατομείο απ’ όπου θα κουβαλούσανε τις πέτρες, για το μπαρούτι. Ύστερα σκύψαν πάνω στο σχέδιο του Τζούφα: υπολόγισαν το μήκος, το πλάτος, το ύψος του γεφυριού, το άνοιγμα της καμάρας. Μέχρι και για τις διαστάσεις της κάθε πέτρας μίλησαν: γι’ αυτές που θα μπαίνανε στη βάση, τις άλλες του τόξου, για κείνη που θα κλείδωνε στην κορυφή. Στο τέλος ήρθε κι η σειρά της πληρωμής: πόσα η προκαταβολή, πόσες οι δόσεις, πώς η εξόφληση.
- Να τα γράψουμε όλα αυτά.., παρατήρησε ο Τζούφας.
Οι μαστόροι κοιταχτήκανε. Ο Τζάμος το ’πιασε αμέσως. Στράφηκε προς τον παπα-Νικόλα.
- Πιάσε, παπά, ένα χαρτί. Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους φίλους τους καλούς…
Ξανακοιταχτήκανε οι μαστόροι, μα σηκώνοντας τους ώμους είπαν πως δεν είχανε αντίρρηση. Ας γινότανε κι έτσι.
Έβαλε τα γυαλιά του ο παπα-Νικόλας, κάθισε στο μεγάλο το τραπέζι, σήκωσε και το μανίκι το δεξί. Στο μέσο της κόλλας τότε, ψηλά-ψηλά, έγραψε, επαναλαμβάνοντας χαμηλόφωνα μα σοβαρά την κάθε συλλαβή:  Σ υ μ β ό λ α ι ο ν. Βούτηξε ύστερα την πέννα στο μελάνι και συνέχισε: 

Το "Συμβόλαιον"...
…Δια του παρόντος εγγράφου δηλούται, ότι μεταξύ των υποσημειουμένων αντιπροσώπων της κοινότητος Μαέρης και του εκ Ζουπανίου εργολάβου κ. Νικολάου Μπαμπαλή και κ. Παύλου Μούρτζιου συνεβάλοντο τα ακόλουθα…

Πιο πολύ -είναι αλήθεια- μιλούσε ο Τζούφας· σχεδόν υπαγόρευε. Οι μαστόροι ακούγανε με προσοχή κουνώντας κάπου-κάπου, συμφωνώντας δηλαδή, το κεφάλι. Ο Τζάμος όταν είχε απορία -και το ’κανε συχνά- διέκοπτε για να βεβαιωθεί.
Ο παπα-Νικόλας μόνο άκουγε· ύστερα, ψιθυριστά, έψαχνε τα κατάλληλα λόγια. Όταν τα ’βρισκε, ικανοποιημένος, συνέχιζε να γράφει, πάντα όμως επαναλαμβάνοντας.
Πέρασε έτσι, μέχρι να γεμίσει το χαρτί, κάμποση ώρα. Στον καφενέ, φωνή άλλη εκτός του Τζούφα δεν ακουγότανε. Κάποτε ο παπα-Νικόλας, πιο δυνατά τη φορά αυτή, κατέληξε:

…Όθεν εγένετο το παρόν εις διπλούν δι’ ασφάλειαν των συμβαλλομένων μερών και υπεγράφη. Ο Επόπτης. Οι Εργολάβοι…






Π. Μούρτζιος, Ν. Μπαμπαλής




 Πρώτος σηκώθηκε και το υπόγραψε ο Τζούφας. Ύστερα ακολουθήσαν οι μαστόροι: πάνω ο Παύλος ο Μούρτζιος, αποκάτω ο Μπαμπαλής. Ο παπα-Νικόλας, γρήγορα-γρήγορα, έψαξε στο ράσο για χαρτόσημο -ένα πιάστρο έκανε-, το ’φτυσε, το κόλλησε. Και τότε ο Τζάμος, όρθιος, φώναξε στο μαγαζί να κεραστούνε όλοι.


Ήταν μια μέρα του Ιούλη, πρωί-πρωί, όταν τα σκυλιά χυμήξαν κατά την άκρη του χωριού. Κάτι μουλάρια, φορτωμένα, σαν τα είδαν, κοντοστάθηκαν. Ακούστηκαν φωνές, σφυρίγματα και χουγιαχτά. Ερχόνταν οι μαστόροι.
Πρώτοι απ’ όλους τρέξαν, για να τους προϋπαντήσουν, τα παιδιά. Κι ακολουθώντας τους για λίγο, χωρίς να μιλούν, τους περιεργάζονταν: τα μουλάρια με το παράξενο φορτίο -κάποια εργαλεία προεξείχαν· τους ηλιοκαμένους και ξερακιανούς μαστόρους -καβάλα οι περισσότεροι στα ζώα· μα και τα τσιράκια, τα μαστορόπλα δηλαδή, που βαδίζαν με τα πόδια και κάπως νυσταγμένα. Όταν η πομπή μπήκε στη Μαέρη, τα παιδιά σκορπίσαν να το πούνε στους γονιούς τους.
Δεν αργήσαν να ακουστούν καλημερίσματα. Έγιναν χειραψίες, δόθηκαν ευχές κι απ’ τις δύο τις πλευρές. Ύστερα οι μαστόροι τραβήξανε για κάτω, τη ρεματιά, να στήσουν τις καλύβες τους: κάτι μικρά, πρόχειρα σπιτάκια από ξύλο και χορτάρια, που θα τους προστάτευαν τις μέρες της δουλειάς. Συμβούλεψε κι ο Τζάμος τους χωριανούς, τι έπρεπε από την άλλη κιόλας μέρα το πρωί να κάνουνε για να μη χάνουνε καιρό. Ήταν φανερό πως στη Μαέρη όλα πια αλλάζανε ρυθμό…
 Σπύρος Μαντάς


√ Το “Συμβόλαιον”

Τ
Το γεφύρι της Μαέρης (1910)
ο καλοκαίρι του 1910 χτίζεται κάτω από το χωριό Μαέρη -σήμερα Δασύλλιο Γρεβενών- το ομώνυμο μονότοξο γεφύρι. Θα παραμείνει για πάντα ξεχωριστό, εξ αιτίας του συμφωνητικού κατασκευής του, μοναδικού που σώθηκε για τέτοιο κτίσμα. Πολλά τα θέματα που ρυθμίζονται στα επτά άρθρα του, πολλές και οι πληροφορίες που αντλεί ο σημερινός μελετητής των πετρογέφυρων. Το υπογράφουν εκ μέρους της κοινότητας ο Γιώργος Ζούφας ή Αναγνωστίδης (1851-1928) και για τους μαστόρους οι πρωτομάστορες Νικόλαος Μπαμπαλής (1853-1936) και Παύλος Μούρτζιος (1866-1951).[1]
 
Το …Συμβόλαιον συνέταξε, σε απλή καθαρεύουσα της εποχής, ο εφημέριος και δάσκαλος του χωριού παπά-Νικόλας Χρηστίδης (1863-1924). Παλιός μάστορας ο ίδιος, για διάστημα εγκαταστημένος και στην Πόλη, υπήρξε ανήσυχο πνεύμα και προοδευτικός για την εποχή.
Στην πραγματοποίηση του έργου -χρηματοδότηση, κατασκευή και γενικά στην όλη οργάνωση του εγχειρήματος, πρωταγωνίστησε ο κοτζαμπάσης, δηλαδή ο πρόεδρος του χωριού, Νικόλα Κοσμά Τζάμος ( +1927 ).


Συμβόλαιον

Δια του παρόντος εγγράφου δηλούται, ότι μεταξύ των υποσημειουμένων αντιπροσώπων της κοινότητος Μαέρης και εκ του Ζουπανίου εργολάβου κ. Νικολάου Μπαμπαλή και κ. Παύλου Μούρτζιου συνεβάλοντο τα ακόλουθα.
Αον Οι εν λόγω κύριοι αναλαμβάνουσι την οικοδομήν λιθίνης γεφύρας ασβεστοκτίστου επί του μεταξύ των κοινοτήτων Μαέρης και λουντζίου διερχομένου παραποτάμου του Αλιάκμονος, υποχρεούμενοι να εργασθώσιν ευσυνειδήτως μέχρι τελείας αποπερατώσεως του έργου, ούτινος το σχεδιαγράφημα εχάραξεν ο εκ λιβοχόβου κ. Γεώργιος Ζούφας, εις ον και η περί την ακριβή αυτού εφαρμογήν εποπτεία ανατίθεται.
Βον  Υποχρεούνται προσέτι να κατασκευάσωσι και τοποθετήσωσι το εκ ξύλων πρώστυπον της γεφύρας (καλούπια) άτινα η κοινότης θέλει μετακομίση εις το ωρισμένον της οικοδομής μέρος, κατά την μετακόμισιν δε των μεγάλων ξύλων θέλουσι βοηθήση την κοινότητα και οι εν λόγω εργολάβοι μετά των κτιστών.
Γον Πρωτίστως οφείλουσι να εύρωσι κατάλληλον λατομείον εκ του οποίου θέλουσι προμηθευθή λίθους όσον οίοντε στερεούς, ους υποχρεούνται οι κ. εργολάβοι να μετακομίσωσιν εις το ωρισμένον μέρος της οικοδομής. Την αναγκαιούσαν δε δια την εξαγωγήν των λίθων πυρίτιδα υποχρεούται να παράσχη αυτοίς η κοινότης προς δε και να επιδιορθώνη τα αναγκαιούντα αυτοίς εργαλεία.
Δον Συμφώνως τω σχεδιαγραφήματι του κ. Γ. Ζούφα το έργον δέον να έχει μήκος μεν μέτρα δέκα και οκτώ (αριθμ. 18) πλάτος δε τρία (αριθμ. 3) και ύψος επτά και ήμισυ (αριθμ. 7 ½) το δε μεταξύ του τόξου και των βάσεων διάστημα θα έχη μήκος μέτρα ένδεκα (αριθμ. 11) εκατέρωθεν δε της βάσεως το τείχος θα έχει μήκος τρία και ήμισυ μέτρα (αριθμ. 3 ½).
Εον Οι λίθοι της βάσεως και του τόξου δέον να ώσι καλώς επεξειργασμένοι και εφηρμοσμένοι καθώς και άπασα η οικοδομή, τα δε καμαρολίθια της βάσεως και του τόξου δέον να έχωσι πάχος 0,16 του μέτρου μέχρι 0,20 το δε ύψος 0,60 του μέτρου.
ΣΤον Η κοινότης Μαέρης υποχρεούται να πληρώση τοις εν λόγω κ. εργολάβοις λίρας οθωμανικάς εβδομήκοντα και τρεις (αριθμ. 73) ας θα λαμβάνωσι παρά του ταμίου της αντιπροσωπείας αιδ. Παπανικολάου εις τρεις αναλόγους δόσεις, ων η τελευταία θέλει μετρηθεί μετά είκοσι τουλάχιστον ημέρας μετά την αποπεράτωσιν του έργου. Εν περιπτώσει δε καθ’ ην θέλει αναφανή κατά το διάστημα τούτο βλάβη τις ή έλλειψις του έργου, υποχρεούνται οι κύριοι εργολάβοι μετά την επιδιόρθωσιν της βλάβης και την συμπλήρωσιν της ελλείψεως να λάβωσι το υπόλοιπον της τελευταίας δόσεως. Συν το επιδόματι τούτω η κοινότης θέλει παράσχη αυτοίς και δύο φορτία οίνου, τρία σφάγια και δέκα οκάδας ρακήν.
Ζον Ως προκαταβολή εμετρήθησαν αυτοίς σήμερον παρά του ταμίου λίραι τουρκ. πέντε (αριθμ. 5) μετά δε την έναρξιν του έργου θέλει συμπληρωθή ολόκληρος η πρώτη δόσις.
Όθεν εγένετο το παρόν εις διπλούν δι’ ασφάλειαν των συμβαλλομένων μερών και υπεγράφη.
Οι Εργολάβοι
Εν Μαέρη τη 4η Ιουλίου 1910

Ο Επόπτης
(υπογραφή)                                                                                                   (υπογραφές)
      (“Χαρτόσημο” του ενός πιάστρου)        

Ελάβαμη ένα κτίστη λίρας ηκοσιπέντε αριθμός (25) Ιουλίου 26 1910
Ελάβαμη δέκα λίρας Αριθμός 10 Αυγούστου 15 1910
Ελάβαμη δεκαπέντε λίρας Αριθμός 15 Αυγούστου 29 1910
Έλαβον ο W εις δύο δόσεις και άλλας είκοσι και μία λίρ. οθ. αρι. 21
Εν Ζουπανίω τη 21η Σεπτεμβρίου 1910

Σήμερον την 26η Σεπτεμβρίου εμετρήθησαν, ως υπόλοιπον της ωρισμένης συμφωνίας και ως δώρον ευχαριστήσεως λίρας Τουρκίας τέσσαρας (αριθμ. 4) ήτοι εν όλω λίρας Τουρκίας εβδομήκοντα πέντε (αριθμ. 75) και εξωφλήθη το παρόν συμβόλαιον. Διο και υποσημειούται παρά του κ. Εργολάβου.
Εν Μαγέρη τη 21η Σεπτεμβρίου 1910
Οι Εργολάβοι
(τίθεται σταυρός)    


[1] Το συμφωνητικό σώθηκε στο προσωπικό αρχείο του δάσκαλου Βασίλη Παπανικολάου και παραχωρήθηκε στον Σπύρο Μαντά από τον Γιάννη Παπατσιούμα στον Ντόλο (Βυθό) του Βόιου. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Το Γεφύρι κι ο Ηπειρώτης», Αθήνα 1987, σελ. 148.


  ΒΙΝΤΕΟ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου