Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

Οι Γκαγκαβούζηδες και το γεφύρι της Άρτας



Οι Γκαγκαβούζηδες
και το γεφύρι της Άρτας
(Παύληνιν κιοπρουσού)

♫ ♪
Κίρκτενε ντούλγκερ, κιόπρου τουτουρντουλά.
Σαράντα μάστορες, γεφύρι έπιασαν να κάνουν.
Γκιούνεν ισλεντιλέρ, γκετζέ κιόπρου γικελίο.
Την ήμερα δούλευαν, το βράδυ το γεφύρι γκρεμιζόταν.

 
 

Ο

 ι Γκαγκαβούζηδες καταγράφονται  στην ιστορία ως θρακικό φύλο. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους; είναι τουρκόφωνοι χριστιανοί. Στην Ελλάδα η πλειοψηφία τους είναι πρόσφυγες από την επαρχία Χάφσα της Αδριανούπολης και από διάφορα χωριά της Βουλγαρίας.
Για πρώτη φορά εντοπίζονται στα παράλια του δυτικού Ευξείνου Πόντου, μεταξύ της Βάρνας και του Δούναβη, στη Δοβρουτσά. Η τύχη και η πορεία τους στο χρόνο ταυτίστηκε με την πορεία του Ελληνισμού των Βαλκανίων.
Στην εποχή του Βυζαντίου αποτελούσαν τους ακρίτες των βόρειων συνόρων της αυτοκρατορίας. Τα χρόνια της οθωμανικής επέλασης ήταν ο τελευταίος λαός που υποδουλώθηκε στην ενδοχώρα των Βαλκανίων, το 1394-8. Σε αυτά τα δύσκολα χρόνια, θεωρούμε πως έχασαν την ελληνική γλώσσα, όπως την έχασε και η πλειοψηφία του υπόδουλου ελληνισμού. Αντίθετα, διατήρησαν με φανατισμό την θρησκεία τους που αποτελούσε και τον συνδετικό τους κρίκο με τον υπόλοιπο ελληνισμό.




Στους Ρωσοτουρκικούς πολέμους συμμετέχουν στις πολεμικές επιχειρήσεις στο πλευρό των Ρώσων, και λίγα χρόνια αργότερα, με ενθουσιασμό, και στα επαναστατικά γεγονότα της Μολδοβλαχίας, αντιμετωπίζοντας την οργή των οθωμανικών στρατευμάτων. Τα χωριά τους λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν, οπότε αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν. Οι περισσότεροι μετακινήθηκαν προς την Βεσσαραβία (σημερινή Μολδαβία-Αυτόνομη Δημοκρατία της Γκαγκαουζίας), όπου ζουν μέχρι σήμερα. Ένας μεγάλος αριθμός μετακινήθηκε νότια, στην Βόρεια και Ανατολική Θράκη, στην επαρχία της Χάφσας.
Ακολουθώντας τη μοίρα του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής το 1924, πήραν και πάλι το δρόμο της προσφυγιάς. Η εγκατάστασή τους αυτή τη φορά στα ελληνικά εδάφη ήταν μόνιμη. Μέχρι και σήμερα υπάρχουν και προσπαθούν να διατηρήσουν τον ιδιαίτερο πολιτισμό τους, ένα γνήσιο θρακιώτικο πολιτισμό.
Κανείς δεν μπορεί να τους τον στερήσει.
Χρήστος Κοζαρίδης
(από το βιβλίο του “Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες”, 2009)



Μαρία Τοπαλίδου


Α
 νάμεσα στα πολλά τους τραγούδια, οι Γκαγκαβούζηδες διαθέτουν και παραλλαγή της γνωστής παραλογής “του γεφυριού της Άρτας”. Πρόκειται για το “Παύληνιν κιοπρουσού”, δηλαδή “του Παύλου το γεφύρι”.
Η παραλλαγή αυτή, στη γκαγκαούζικη διάλεκτο φυσικά, αποτελεί ένα σοβαρό, πρόσθετο  αποδεικτικό στοιχείο πως δεν έχουν καμία σχέση με τους Τούρκους. Γιατί οι τελευταίοι ποτέ τους δεν τραγούδησαν το συγκεκριμένο τραγούδι, εν αντιθέσει με τους ντόπιους λαούς της Βαλκανικής που πάντα το έχουν στο ρεπερτόριό τους, ακόμη και αν στη μακραίωνη υποδούλωσή τους έχασαν είτε τη γλώσσα τους (περίπτωση Γκαγκαούζηδων), είτε  άλλαξαν θρησκεία (περίπτωση Αλβανών, Βόσνιων κλπ). Σε όλους εξακολουθεί να συνιστά πολύτιμο θησαυρό της προφορικής τους παράδοσης, αναπόσπαστο στοιχείο της όποιας κουλτούρας τους.   
Από την άλλη πλευρά βέβαια, αυτό καθ’ εαυτό  το γεγονός μαρτυρεί την παλαιότητα τούτου του τραγουδιού -προϋπήρχε της κατάκτησης. Η αφετηρία της μουσικοποιητικής του δομής πάει πίσω τουλάχιστον έως το 10ο αιώνα, της ιδέας-υπόθεσής του στην αρχαιότητα.
Σπύρος Μαντάς


ΒΙΝΤΕΟ


ΠΑΥΛΗΝΙΝ ΚΙΟΠΡΟΥΣΟΥ
Saraplar (Κρασοχώρι) της Ανατολικής Θράκης -Του Παύλη το γεφύρι-

Παραλλαγή “του γεφυριού της Άρτας”
από το χωριό Saraplar (Κρασοχώρι) της Ανατολικής Θράκης.
Τραγουδάει η Μαρία Τοπαλίδου (78 ετών/2007)
στη διάλεκτο των Γκαγκαβούζηδων.
Η ηχογράφηση-μαγνητοσκόπηση έγινε
από τον Άγγελο Νικολαΐδη στις 6 Αυγούστου 2007
στην Άνω Οινόη Ορεστιάδας.
Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων
(2013)

                                   ♫ ♪
Κίρκτενε ντούλγκερ, κιόπρου τουτουρντουλά,
Σαράντα μάστορες, γεφύρι έπιασαν να κάνουν
Γκιούνεν ισλεντιλέρ, γκετζέ κιόπρου γικελίο
Την ήμερα δούλευαν, το βράδυ το γεφύρι γκρεμιζόταν
Κιρκ γκιουν κιόπρου γιαπτιλάρ
Σαράντα μέρες γεφύρι έκαναν
Κιρκτά γκετζέ γικιλντί
Σαράντα βράδια γκρεμιζόταν
Οτουρντουλάρ μεντζιλισέ  (δις)
Κάθισαν σε συμβούλιο
Εμ μπιουκ ντουλγκέρ Παύλη
Και ο μεγάλος μάστορας ο Παύλης (αρχιμάστορας)
Σουλεϊγιορ μπου κιοπρού τεμέλ τούτμαϊγιορ
Λέει αυτό το γεφύρι θεμέλιο δεν πιάνει
Μπου κιοπρού καν ιστεϊγιόρ
Αυτό το γεφύρι αίμα θέλει
Γιάριν σαμπαά , άνγκι μπιζίν καρς(ί) γκελιτζέκ
Αύριο το πρωί, όποια από τις γυναίκες μας έρθει (πρώτη)
Ονούντα τεμελέ κοϊουτζούς(δις)
Εκείνη θεμέλιο θα τη βάλουμε
Σαμπάχ ολντού, μπασλαρντιλάρ ντουλγκέρ ισλεμεγιέ
Το πρωί έγινε (ήρθε) , ξεκίνησαν οι μάστορες να δουλεύουν
Μπίρα μπακίορ Παύλη γιολά , Παύληνιν καρς(ι) γκελίο
Συνέχεια ο Παύλης κοιτάζει το δρόμο , Του Παύλη η γυναίκα έρχεται
Μπασλαντί Παύλη αλαμαγιά
Άρχισε ο Παύλης να κλαίει
-Νε αλάγιον Παύλη , νε αλάγιον
- Τι κλαις Παύλη, τί κλαίς (γιατί)
-Νε αλαμαγιμ , νε αλαμαγίμ
- Γιατί κλαίω , γιατί;
Αλτ(ί)ντ ουζιουουμί ντιουσιουρντ(ί)
Το χρυσό δαχτυλίδι (βέρα) μου, έπεσε (μέσα)
-Αλάμα , Παύλη αλάμα
- Μην κλαίς Παύλη , μην κλαίς
Ινιτζεμ ντενιζιλ κουμουνού
- Θα κατεβώ εγώ στης θάλασσας την άμμο
Μπιρέρ μπιρέρ ερετζέμ σενίντα ουζιουνί μπουλουτζιάμ
Ένα ένα θα το κοσκινίσω, τη βέρα σου θα βρω
Ινίο  Παύληνιν καρσί, Παύληνιν ουζουνί αραμαγιά
Κατεβαίνει του Παύλη η γυναίκα , τη βέρα του να ψάξει
Τεμέλντα τασινί ατίολα ουτσουνέ
Θεμέλια πέτρα πετάνε επάνω της
Παυλινιν καρσί τζιαν ακίνεν σουλέγιορ
Του Παύλη η γυναίκα με τη ψυχή στο στόμα λέει
Καλντίρ Παύλη τασί, καλντίρ
Σήκωσε Παύλη την πέτρα, σήκωσε την
Κιουτσιουτζούκ μαξολουμού μπρακτίμ μπεσικτέ
Το μικρό μωρό μου άφησα στην κούνια
Εκμένιμ μπρααντί τεκνεντέ
Το ψωμί το άφησα στην κουπάνα (λεκάνη)
Καλντίρ Παύλη, καλντίρ τασί
Σήκωσε Παύλη, σήκωσε την πέτρα
Κ(ι)ζανίμ ουγιαντί, αλάγιο
Το παιδί ξύπνησε και κλαίει
Εκμέκ τεκνεντέ ντοκιουλντού
Το ψωμί απ’ τη λεκάνη χύθηκε (ξεχείλισε).

1 σχόλιο:

  1. Ο παππούς με το σαρίκι στην πρώτη φωτογραφία είναι ο Ανέστης Αργυριάδης, γεν. 1870, από το Φυλλοχώρι (Καρά χαλήλ) Σαράντα Εκκλησιών και προπαππούς μου... Κατά την προσφυγιά εγκαταστάθηκαν στο Δελήτιο Έβρου και από το 1955 μετονομάστηκε σε Ευγενικό, προς τιμήν του Εθνικού Ευεργέτη Ευγένιου Ευγενίδη (Ευγενίδειο Ίδρυμα), ο οποίος δώρισε το πρώτο υδραγωγείο στο χωριό με τέσσερις κοινόχρηστες βρύσες.
    Η φωτογραφία βρίσκεται στο βιβλίο του κ. Χρήστου Κοζαρίδη "Εμείς οι Γκαγκαβούζηδες" και στο αρχείο του Πολιτιστικού Συλλόγου Ευγενικού.

    ΑπάντησηΔιαγραφή