Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Οι τρεις Καμάρες της Καλεντίνης




ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΚΑΜΑΡΕΣ ΤΗΣ ΚΑΛΕΝΤΙΝΗΣ
… η Πατινή, η Μεσιανή και η Κορφνή!!!


Η
 Άνω Καλεντίνη -χωριό στα ορεινά της Άρτας- προέκυψε σαν κοινότητα μετά την απελευθέρωση από την ένωση αρκετών διάσπαρτων συνοικισμών. Και ήταν αυτοί, ο Μέγας Κάμπος, ο Άγιος Αθανάσιος, τα Πλακουτσέικα, η Σέση, τα Βαρκά, η Πέρα Καλεντίνη, η Πάνω Σέση, η Κούλια. Από τον τελευταίο, που διέθετε διώροφο πύργο, πήρε την ονομασία του το “νέο” χωριό.
Η περιοχή, κέντρο στα Ραδοβύζια, υπήρξε ταυτόχρονα σημαντικό πέρασμα για όσους κατευθύνονταν από την Άρτα στη Θεσσαλία και το αντίστροφο. Γι’ αυτό και τα πολλά τούρκικα φυλάκια που, τελικά, όπως είπαμε, βάφτισαν την Καλεντίνη. Εδώ, άλλωστε, ήταν και η έδρα του καϊμακάμη, του τούρκου έπαρχου. Οι ίδιες οι συνθήκες, λοιπόν, δικαιολογούσαν την κατασκευή και λειτουργία στην περιοχή -κατά τα άλλα φτωχή- τριών αξιόλογων πέτρινων γεφυριών.


            Πατινή καμάρα


Το πρώτο ήταν η λεγόμενη Πατινή καμάρα, χαμηλά -εξ ου και τ’ όνομα- στο Μέγα Κάμπο. Στη θέση Βήχας γεφύρωνε το Σκουλικαριώτικο ή Κλειδιώτικο ποτάμι -παραπόταμος του Αράχθου- μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1950, οπότε και κατέρρευσε από φούσκωμα των νερών.
Ήταν μεγάλο γεφύρι, με σιδερένιο σταυρό να κρέμεται κάτω από το μοναδικό του τόξο -ευτυχώς σώθηκε φωτογραφία του.[1] Οι ντόπιοι υποστηρίζουν πως χτίστηκε το 17ο αιώνα, πάντως σίγουρα είναι το πιο παλιό από τα τρία γεφύρια της Καλεντίνης -εξ ου και ο χαρακτηρισμός του ως Παλιοκάμαρα.
Αναφέρεται το 1880 στα “Οδοιπορικά Ηπείρου και Θεσσαλίας” κατά την περιγραφή του δρομολόγιου από την Άρτα στο Ασπροπόταμο.[2] Συγκεκριμένα, μετά το χωριό Λιβίτσικο (Ζυγός), διαβάζουμε: «Εκείθεν η οδός ανέρχεται και κατέρχετα δια μικρών υψωμάτων, [] μετά 4 δ’ ώρας λήγει εις το χωρίον Βελιντσικόν ή Καλενδίνι Βελεντσικού, αφού προηγουμένως διέλθη δια λιθοκτίστου τινος γεφύρας του ομωνύμου τω χωρίω ποταμού, όστις χύνεται εις τον ποταμόν της Άρτης (Άραχθον)».[3]


             Μεσιανή καμάρα


Το άλλο γεφύρι, η Μεσιανή καμάρα, λίγο παραπάνω, εξακολουθεί έως σήμερα να αντιστέκεται. Βρίσκεται, ακριβέστερα, ανάμεσα στο χωριό Σέση (Άνω Καλεντίνη) και περιοχή Μέγας Κάμπος, στη συνοικία Γεωργοπουλέικα, ή Καμάρες.[4] Γεφυρώνει το Πλακουτσέικο ρέμα που, παρακάτω, χύνεται στο Ρετσιανίτικο ή Σεσιώτικο ή και ποτάμι της Καλεντίνης -χώρισμα Τζουμέρκων από Ραδοβύζια. Κοντά στο  γεφύρι εξακολουθεί να λειτουργεί μέχρι και σήμερα νερόμυλος.
Είναι μονότοξο, με καμάρα που ανοίγει 12.00 μ. και υψώνεται 7.10. Ο διάδρομος διάβασης, καμπουρωτός, χρειάζεται 25.00 μ. για να ενώσει τις όχθες, έχοντας πλάτος 2.30 -πρέπει παλιότερα να υπήρχαν προστατευτικά μέσα, αρκάδες ή στηθαία. Να πούμε πως από το εσωρράχιο κρέμονταν δύο σιδερένιοι σταυροί -ο ένας υπάρχει ακόμη, ο μεγαλύτερος μεταφέρθηκε το 1962 στη διπλανή τσιμεντένια γέφυρα!!
Μέχρι το 1960, η Μεσιανή καμάρα -καμάρα του Πλαστήρα αλλιώς, από ιδιοκτήτη παρακείμενου καφενείου- εξυπηρέτησε, με κάποιες προσθήκες στο διάδρομο διάβασης, τη συγκοινωνία της περιοχής. Όμως, ένα ατύχημα εκείνη τη χρονιά -πτώση αυτοκινήτου στο ποτάμι- έγινε αφορμή να κατασκευαστεί η διπλανή σύγχρονη τσιμεντένια γέφυρα. Από τότε η παλιά καμάρα αχάριστα εγκαταλείφτηκε στην τύχη της…


           Κορφνή καμάρα


Το τρίτο γεφύρι, πιο μεγάλο, πιο εντυπωσιακό, το συναντάμε ακόμη ψηλότερα, φεύγοντας από Καλεντίνη για το Ζυγό. Είναι η Κορφνή καμάρα, αλλιώς καμάρα του Βρατσίστα ή και του Αγραφιώτη. Γεφυρώνει το Ρετσιανίτικο ή Σεσιώτικο ποτάμι, γνωστότερο εδώ σαν Γρίβας. Το άλλο όνομα του γεφυριού προήλθε από τον Απόστολο Βρατσίστα, ιδιοκτήτη διπλανού σπιτιού που το λειτούργησε σαν καφενείο.[5]
Πρόκειται για εντυπωσιακά μεγάλο γεφύρι που, όμως, μειώνει την εικόνα του η στημένη δίπλα -σχεδόν το αγγίζει- σιδερένια μπέλεϋ.[6] Το τόξο ανοίγει 24 ολόκληρα μέτρα και ανασηκώνεται απ’ το νερό 11.20! Πλατύς 2.35 ο διάδρομος διάβασης, ανεβαίνει μέχρι τα 13.00 μ., αποκτώντας έτσι, αναπόφευκτα, σημαντικές κλίσεις -το μήκος του πηγαίνει 31.30 μ., με ωφέλιμο πλάτος 1.55 αφού διαθέτει στηθαία.
Πρέπει να είναι έργο του γνωστού Κώστα Μπέκα, κατασκευαστή του περίφημου γεφυριού της Πλάκας -άρα να χτίστηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Στο συμπέρασμα οδηγεί διασταυρωμένη πληροφορία πως ο άξιος Πραμαντιώτης πρωτομάστορας έστησε γεφύρι και στην Καλεντίνη. Ο αποκλεισμός της Πατινής καμάρας λόγω παλαιότητας και, κυρίως, οι μεγάλες ομοιότητες μεταξύ Πλάκας και Βρατσίστα, πείθουν πως το τελευταίο είναι το γεφύρι που δούλεψε εδώ ο Μπέκας.
Δυστυχώς και η Κορφνή καμάρα βρίσκεται σήμερα σε πολύ άσχημη κατάσταση. Ο χαρακτηρισμός της, το 1997 με ενέργειές μας, ως διατηρητέου μνημείου,[7] δεν είχε καμία πρακτική αξία. Οι φθορές της συνεχίζουν να μεγαλώνουν και να απειλούν. Την ιδιαίτερα μάλιστα άσχημη εικόνα, όπως είπαμε, χειροτερεύει και η σε απόσταση αναπνοής -μόλις στο ένα μέτρο- σκουριασμένη μπέλεϋ. Έτσι, η φωτογραφία που τράβηξε ο Μελετζής, το 1937, ταυτόχρονα εκπλήσσει και απογοητεύει με τις συγκρίσεις που προκαλεί.


Κάνουμε έκκληση στη αρμόδια Υπηρεσία Νεοτέρων Μνημείων και τεχνικών Έργων Ιωαννίνων -και προσωπικά στον προϊστάμενό  της κ. Ιωάννη Βλαχοστέργιο- να επέμβει άμεσα για τη σωτηρία τούτου του γεφυριού. Κατανοούμε τις οικονομικές συγκυρίες της εποχής, μα αξίζει τον κόπο να δώσει προτεραιότητα.
Όσο για τον τοπικό Δήμο, θα πρέπει να συνειδητοποιήσει την αξία του μνημείου που διαθέτει -έστω και …ωφελιμιστικά- και να επαναδραστηριοποιηθεί στην προσπάθεια που μερικά χρόνια πριν είχε ξεκινήσει για να μετακινηθεί πιο πέρα η μπέλεϋ.



[1] Μας την εμπιστεύτηκε ο Λάμπρος Πλακούτσης, παλιός πρόεδρος της Καλεντίνης, που το 1997 μας είχε βοηθήσει πολύ στην καταγραφή και μελέτη των γεφυριών  του χωριού.
[2] Η διαδρομή: «Άρτα - Λιβίτσικο (Ζυγός)- Βελεντσικό ή Καλενδίνι Βελεντσικού - Καταβόθραις (Αστροχώρι) - Μυλιανά - Βρεστενίτσα (Πηγές) - γεφ. Κόρακα -Λιάσκοβο (Πετρωτό)».
[3] Οδοιπορικά Ηπείρου και Θεσσαλίας υπό του παρά τω Υπουργείω των Στρατιωτικών Επιτελικού Γραφείου, Εν Αθήναις 1880, σελ. 29.
[4] Από τα δύο κοντινά γεφύρια, καμάρες Πατινή και Μεσιανή. 
[5] Παλιότερα το σπίτι ανήκε σε κάποιον ονόματι Αγραφιώτη, καταγόμενο από το χωριό Βρεστενίτσα (Πηγές). Τότε, εκτός από Κορφνή, η καμάρα αποκαλείτο και του Αγραφιώτη. Βλεπε, Σπύρου Παπαγεωργίου, Ιστορικές Παραδόσεις και Περιγραφές των συνοικισμών Άνω Καλεντίνης Άρτας, Άρτα 1996, σελ. 52.
[6] Προπολεμική φωτογραφία του Μελετζή, όταν δεν υπήρχε η μπέλεϋ, αναδεικνύει όλο το μέγεθος και την τόλμη του γεφυριού.
[7] ΦΕΚ 284/10.4.1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου