Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Στου Θεού τη γέφυρα...

ΣΤΟΥ ΘΕΟΥ ΤΗ ΓΕΦΥΡΑ…


Φωτό: Μιχάλης Πασιάκος


Μ
ε αφορμή τον «Θρύλο του Θεογέφυρου» της Χρυσάνθης Ζιτσαία που είχα τότε  πρόσφατα διαβάσει, θέλησα σε ένα απ’ τα ταξίδια μου στην Ήπειρο να γνωρίσω κι αυτό το γεφύρι και να το φωτογραφίσω. Ήταν το 1987…
Ξεκίνησα λοιπόν με αρκετή περιέργεια ομολογώ ένα απόγευμα από τα Γιάννινα -πρέπει να ήταν διαφορετικό γεφύρι, σκεφτόμουν, κρίνοντας από το όνομά του- και αφού έφτασα στη Ζίτσα, πήρα ένα χωματόδρομο που οδηγούσε στο χωριό Λίθινο. Λίγο πριν φτάσω εκεί -μου εξήγησαν στη Ζίτσα- θα περνούσα τον Καλαμά πάνω από μια σιδερένια γέφυρα και αναγκαστικά θα έβλεπα δίπλα και το Θεογέφυρο…
Όσο κατηφόριζα για τον ποταμό, τόσο και η βλάστηση φούντωνε. Πήγαινα όμως αργά λόγω της άσχημης κατάστασης του δρόμου, κι ο ήλιος φαινόταν να βασιλεύει. Ο θόρυβος των νερών όσο πλησίαζα, δυνάμωνε περισσότερο, γινόταν μουγκρητό άγριο, ανατριχιαστικό. Η ορμή, το φούσκωμα του ποταμού, λένε πως του πρόσφερε και το όνομά του Θύαμης, από το αρχαίο θύω, δηλαδή κινούμαι άγρια (επί ποταμών, πελάγους, γενικά υδάτινου ρεύματος). Το άλλο του όνομα, το σημερινό Καλαμάς, οφείλεται μάλλον στους πολλούς καλαμιώνες που κάποτε αφθονούσαν τόσο στις πηγές του, στην περιοχή των Δολιανών, όσο και στις εκβολές του, ανάμεσα Ηγουμενίτσα και Σαγιάδα...
Όταν επιτέλους έφτασα στην κοίτη, ο ήλιος είχε πια χαθεί. Τα γύρω, έτσι, ψηλά βουνά, πιο σκούρα τώρα, αγρίευαν περισσότερο το ήδη άγριο τοπίο. Ο Καλαμάς βροντούσε τόσο, που δεν μπορούσα να ακούσω τίποτα άλλο…
Πέρασα πάνω κάτω, δυο-τρεις φορές τη σιδερένια γέφυρα, μα το Θεογέφυρο πουθενά. Δέντρα, άγρια βάτα δεξιά κι αριστερά, μου έκρυβαν τον ποταμό, που περισσότερο άκουγα παρά έβλεπα…
Άρχισα να ψάχνω, σχεδόν με τα χέρια, στα δεξιά της σιδερένιας γέφυρας, εκεί που η βλάστηση παραήταν πυκνή. Βήμα-βήμα και προσέχοντας μη χάσω τον προσανατολισμό μου, προχωρούσα σιγά-σιγά, περνώντας μάλιστα κάποια στιγμή δίπλα κι απ’ ένα εκκλησάκι, τον Άγιο Νικόλα όπως θα μάθαινα αργότερα…
Και ξαφνικά, όχι χωρίς φόβο, μάλλον με τρόμο, ανακάλυπτα πως, χωρίς να το αντιληφθώ, είχα περάσει στην απέναντι όχθη, είχα διαβεί χωρίς να το δω το …Θεογέφυρο!!
Όταν συνήλθα από την πρώτη έκπληξη, πήρα να το ψάχνω πιο προσεκτικά, να το δω, να το φωτογραφίσω. Μάταιος κόπος∙ η γη κρατούσε ζηλότυπα το μυστικό της κρυμμένο στα χορτάρια, τα δέντρα, τα άγρια βάτα και τα πουρνάρια. Εκεί που αντίκριζα τον Καλαμά να έρχεται φωναχτός και αφρισμένος, ξαφνικά τον έχανα, για να τον ανακαλύψω μερικά μέτρα παρακάτω…
Εδώ λοιπόν βρισκόταν το Θεογέφυρο∙ μόνο που περισσότερο το μάντευα, παρά το έβλεπα. Φυσικά ούτε λόγος για φωτογράφηση…


Α
πό τότε, το μακρινό 1987, πήγα και ξαναπήγα στην περιοχή αρκετές φορές. Και αντίκρισα το Θεογέφυρο σε όλη τη μεγαλοπρέπειά του. Ήταν πια άνετη η πρόσβαση -συνιστούσε τουριστικό αξιοθέατο- και η φωτογράφηση εύκολη, ο εντυπωσιασμός …πανοραμικός!
Σήμερα, 8 του Φλεβάρη 2018, το Θεογέφυρο δεν υπάρχει πια. Χθες το πρωί, ο Καλαμάς που το δώρισε, το πήρε μαζί του. Αν υπάρχουν και ανθρώπινες ευθύνες; Καθόλου απίθανο, αφού μάθαμε ακόμη και τα μνημεία να τα εκμεταλλευόμαστε άγρια, πολλές φορές μάλιστα προς ίδιο, ατομικό όφελος -υπάρχουν και τέτοιες περιπτώσεις! Και ούτε έχω κουράγιο να το ψάξω περισσότερο. Τι σημασία έχει σε μια χώρα που οι καταγγελίες έγιναν καθημερινό φαινόμενο, ενώ οι απαντήσεις -άρα και η απόδοση ευθυνών- ανύπαρκτες; Το έχω πάρει από καιρό απόφαση. Όσο οι μελέτες στοιχίζουν περισσότερο από το μελετώμενο αντικείμενο, ελπίδα δεν υπάρχει…
Κάθομαι λοιπόν τώρα και γράφω για άλλη μια φορά τη νεκρολογία ενός ακόμη γεφυριού. Προς μνήμη δηλαδή. Δεν συγκινούμαι πια, συνήθισα. Άλλωστε μια αντιγραφή κάνω από την κάποτε καταγραφή του, αλλάζοντας απλώς τον χρόνο από ενεστώτα σε αόριστο. Βρισκόταν…, αντί βρίσκεται. Και περιμένω το επόμενο…



Τ
ο Θεογέφυρο! Βρισκόταν κάτω από το χωριό Λίθινο, φυσικό γεφύρι, προς τη Μονή Πατέρων και τη Ζίτσα. Δηλαδή, σ’ ένα στένωμα του Καλαμά, μεταξύ των υψωμάτων Μπακή και Ανήλιο, είχε δημιουργηθεί -άγνωστο από πότε- ένα μεγάλο άνοιγμα στους βράχους, προσφέροντας διέξοδο στα νερά του ποταμού και, αναπάντεχα, ένα φυσικό πέρασμα στους ανθρώπους. «Δια της γεφύρας ταύτης,,, -σημείωνε ο Παναγιώτης Αραβαντινός το 1866- ...ετελείτο η από Θεσπρωτίας προς τα Ιωάννινα συγκοινωνία…».[1]
Περισσότερα στοιχεία για το ίδιο το Θεογέφυρο, αλλά και για τον γύρω χώρο στον οποίο εντάσσεται, παρέχει ο Αθανάσιος Πετρίδης την ίδια ακριβώς χρονιά: «… φαίνεται λιθόστρωτον παλαιόν έως της οδού, δι’ ης οι κάτοικοι του χωρίου “Ζήτσας” απέρχονται εις Ιωάννινα, και εξακολουθεί το λιθόστρωτον τούτο έως εις τους πρόποδας του βουνού, και μετά ταύτα παρέχει την δόκησιν, καιτοι μη διασωζόμενον, ότι εξηκολούθει προς το μέσον της πεδιάδος “Ζήτσας”∙ αποπερατουμένης δε της πεδιάδος, απαντώνται θέσεις ανώμαλοι, εν οις ευρίσκεται φρούριον τι εκ των Ρωμαϊκών χρόνον καλούμενον “Καστρί”. Απανταχού δε της Ηπείρου, ως γνωστόν, ούτως αποκαλούσι τα ερείπια των φρουρίων. Εγγύς δε τούτου διέρχεται οδός σήμερον, αφικνουμένην προς το καλούμενον “Θεογέφυρον” πλησίον του πλουσίου Μοναστηρίου “των Πατέρων” επικαλουμένου, επί του Θυάμιος (Καλαμά) εν τω χωρίω “Δολιανοίς” εκπηγάζοντός τινος κλάδου. Ωνομάσθη δε Θεογέφυρον δια την φυσικήν αυτού κατασκευήν, περίεργον ούσαν. Αντικρύ του φρουρίου τούτου ονομάζεται θέσις τις “Πύργος”, διότι υπήρχε τοιούτος εκείσε, διασώζονται δε τα ερείπια αυτού. Εκ της φυσικής ταύτης γεφύρας διευθύνεται η οδός προς την “graicounistan” Γραικούνισταν και χυδαϊστί σήμερον “Κραιτσούνισταν” καλουμένην, όπου ην θρόνος Επισκοπικός»,[2]
Το πέρασμα είχε μήκος 45.00 περίπου μέτρα, πλάτος 3.00 με 4.00 και στεκόταν ψηλά απ’ το νερό 20.00. Να τονιστεί πως προκαλούσε εντύπωση το σχήμα τού ανοίγματός του -ημικυκλικό- θυμίζοντας τα πετρογέφυρα του ανθρώπου.
Όμως, δημιουργός εδώ, τουλάχιστον με βάση την ονομασία, ήταν ο ίδιος ο …Θεός! Αυτό υποστήριζε ο πολύς ο κόσμος, σκαρώνοντας τόσους και τόσους θρύλους για να το τεκμηριώσει. Ωστόσο δεν έλειψαν και πιο γήινες ερμηνείες που θέλησαν να εξηγήσουν το συγκεκριμένο πέρασμα ως αποτέλεσμα απλού γεωλογικού συμβάντος. Δύο τέτοιες θεωρίες έχουμε για τον τρόπο δημιουργίας: Κατά την πρώτη, του Παναγιώτη Αραβαντινού, «εσχηματίσθη προ αμνημονεύτων ετών εκ διασείσεως ισχυράς καταπεσόντων μεγίστων σκοπέλων εκ του βουνού, του κατά την αριστερήν όχθην κειμένου».[3] Τη δεύτερη και πιο πιθανή, την εκθέτει η Αμαλία Παπασταύρου, αδερφή του Ζιτσιώτη γεωγράφου Μιχάλη Χρυσοχόου: «Η γέφυρα αύτη, φαίνεται ότι άλλοτε ήτο καταρράκτης και εις πολύ απωτέρους χρόνους ο ποταμός ήνοιξε δίοδον κάτωθεν του κολοσσιαίου βράχου εις μέγα βάθος. Η οπή ήτο μικρά και ηπείλει καταστροφάς, φαίνεται δε ότι χείρες ανθρώπων ειργάσθησαν και μετέβαλον αυτήν εις πελωρίαν πύλην ορθογώνιον μάλιστα, δι’ ης ο Θύαμης ελευθέρως διέρχεται». Και συνεχίζει την περιγραφή η συγγραφέας, το 1895, παρέχοντας πληροφορίες τόσο για την ίδια τη γέφυρα, όσο και για τον περιβάλλοντα χώρο…
«Αι εκατέρωθεν όχθαι και αυτή η Γέφυρα καλύπτονται υπό προαιωνίων δρυών πρίνων και πλατάνων και ακτίς ηλίου ποτέ δεν εισχωρεί. Η γέφυρα έχει πλάτος αρκετόν και επ’ αυτής είναι το μεγαλύτερον δένδρον του οποίου ο κορμός κλίνων προς την άβυσσον σχηματίζει είδος εξώστου επί του οποίου στηριζόμενος τις δύναται να διίδη το καταπληκτικόν βάθος αλλ’ ουχί και χωρίς ίλιγγον· οι κλώνοι του εφάπτουσι την απέναντι όχθην. Βοή φοβερά ανέρχεται ως από Άδου και μόνον οι αφροί διακρίνονται εις το βάθος. Ο ποταμός κατωφερής ενταύθα και κατά βράχων συντριβόμενος αποτελεί βρυχηθμόν μυρίων λεόντων, ατενίζων δε τις προς την άβυσσον νομίζει ότι φεύγει μετά του ποταμού.
»Αμέσως προ της γεφύρας άνω έτερον ποτάμιον, Μαυροπόταμος εκ του όρους της Σιουτίστης κατερχόμενον συμβάλλει τω Θυάμιδι και επαυξάνει την ωραιότητα και την μεγαλοπρέπειαν. Αψίς πολύτοξος ενώνει τα εκατέρωθεν των οχθών υψώματα επί της Θεογεφύρας στηριζομένη, χρησιμεύει εις μεταφοράν ύδατος προς άρδευσιν των αγρών της Μονής των Πατέρων. Επί της αριστεράς όχθης του ποταμού και επ’ αυτής σχεδόν της γεφύρας υπάρχει μικρός κομψός ναός επ’ ονόματι του Αγίου Νικολάου…».[4]




[1] Παναγιώτου Αραβαντινού, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, Μέρος Α΄, Ιωάννινα 1984, 22.
[2] Αθανάσιος Πετρίδης, Κριτικαί επιστασίοαι τα περί Δωδώνης κλ. αφορώσαι, 1866, 83.
[3] Παναγιώτου Αραβαντινού, Περιγραφή της Ηπείρου εις μέρη τρία, Μέρος Α΄, Ιωάννινα 1984, 22.
[4] Αμαλίας Κ. Παπασταύρου, Η Ζίτσα. Γεωγραφική και ιστορική περιγραφή της κωμοπόλεως ταύτης της Ηπείρου, Εν Αθήναις 1895, 17-18.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου