Τετάρτη, 8 Ιανουαρίου 2014

Зидањє Сқадра  /  Zidanje Skadra

…ένα σερβικό παράλληλο του “γεφυριού της Άρτας”




Τ
ρεις άρχοντες αδέρφια, ο κράλης Βουκάσιν Μρλιάβτσεβιτς, ο βοεβόδας Ούγγλιες, κι ο μικρότερος, ο πρίγκιπας Γκόικο, έχουν αποφασίσει  να οχυρώσουν την πόλη τους, τη φημισμένη Σκάδρα, με γερό, απόρθητο κάστρο. Το θέλουν δίπλα στο βαθύ ποτάμι της Μπογιάνας…
Τρία χρόνια προσπαθούνε, χρησιμοποιώντας τριακόσιους μαστόρους, μα τίποτα, δεν τα καταφέρνουν. Ό,τι χτίζουν, δουλεύοντας ολημερίς, το βράδυ τούς το γκρεμίζει η Βίλα*, μια νεράιδα που κατεβαίνει απ’ το βουνό…
Τον τέταρτο χρόνο, πάντα χωρίς αποτέλεσμα, η κακιά Βίλα θα παρουσιαστεί, επιτέλους, στο μεγάλο αδερφό, τον βασιλιά, και θα του τάξει στέριωμα του κάστρου τους με μία όμως προϋπόθεση: να βρουν και να χτίσουν στα θεμέλια δύο μικρά δίδυμα παιδιά που θα τα λένε Στόγιαν και Στογιάννα… 














Ο Βουκάσιν, χωρίς δισταγμό, φωνάζει τον πιστό του δούλο Ντέζιμιρ και του αναθέτει τη δύσκολη αποστολή. Τον καλοπιάνει, δίνοντάς του αμάξι με γρήγορα άλογα και μπόλικο χρυσάφι, γιατί πρέπει να τα καταφέρει οπωσδήποτε…
Περνούν τα χρόνια -τρία! Ψάχνει ο Ντέζιμιρ όλο τον κόσμο -μάταιο! Θα γυρίσει στο τέλος στον αφέντη του με χέρια άδεια …
Πεισμωμένος ο Βουκάσιν, ξαναρίχνεται στη δουλειά με όρεξη περισσότερη. Γιατί ελπίζει  τώρα, έχοντας προσλάβει ένα φημισμένο πρωτομάστορα, τον Ράντο, που ποτέ, μα ποτέ του, δεν απέτυχε. Κι όμως…
Το κακό, δυστυχώς, επαναλαμβάνεται! Πάλι τη νύχτα όλα σωριάζονται καταγής. Και πάλι η Βίλα ζητάει, τώρα, όχι μόνο δύσκολα, αλλά  τρομερά: να μπει στα θεμέλια -λέει- η γυναίκα ενός των τριών αδερφών· αυτή που, πρώτη, θα ανεβεί το πρωί στο κάστρο φέρνοντας στους μαστόρους φαγητό. Αλλιώς, επιμένει, άδικα τα τρία αδέρφια ξοδεύουνε τα πλούτη τους…
Ο βασιλιάς, σαστισμένος απ’ ότι ακούει, θα καλέσει τ’ αδέρφια του να αποφασίσουν τούτη τη φορά μαζί. Συμφωνούν να μη μιλήσουν στις γυναίκες τους, να μην τους αποκαλύψουν το τρομερό μυστικό, αλλά να αφήσουν να επιλέξει η τύχη. Όμως, αλίμονο, ο Βουκάσιν κι ο Ούγγλιες δεν θα κρατήσουν το λόγο τους…












Την άλλη μέρα, αν και σειρά της, η βασίλισσα, επειδή ξέρει, θα προσποιηθεί  την άρρωστη, ζητώντας απ’ τη συννυφάδα της, τη γυναίκα του Ούγγλιες, να ανεβάσει  το φαγητό. Αυτή αρνείται, γιατί επίσης γνωρίζει. Η τρίτη στη σειρά, η γυναίκα τού μικρότερου Μρλιάβτσεβιτς, αγνοεί την παγίδα, αλλά θυμάται το μικρό της γιο που πρέπει να φροντίσει. Η βασίλισσα, πονηρή, την καθησυχάζει…
Έτσι, ανύποπτη, είναι αυτή, η γυναίκα του Γκόικο, που θα ανέβει στο μισοχτισμένο κάστρο με το φαγητό στα χέρια. Εκεί, θα ρωτήσει τον απελπισμένο άντρα της τι συμβαίνει, κι όταν θα ακούσει πως του ’πεσε στην Μπογιάνα το χρυσό του μήλο θα προσπαθήσει να τον παρηγορήσει…
Αλλά η τραγική στιγμή έχει φτάσει. Οι δυο μεγάλοι Μρλιάβτσεβιτς, άπονοι, τη σέρνουν στου Πύργου την πύλη, καλώντας τον Ράντο και τους τριακόσιους μαστόρους του να τη θάψουν ζωντανή. Πάντα αθώα η τραγική γυναίκα, τα θεωρεί όλα τούτα αστείο. Γελάει, ανέμελα, ακόμη κι όταν τα ξύλα και οι πέτρες αρχίζουν να τη σφίγγουν … 
Όταν καταλάβει, όταν ο τοίχος ανεβεί ως τη μέση, έντρομη, αρχίζει τα παρακάλια, πρώτα στα αντραδέρφια της, κι ύστερα στον ίδιο της τον άντρα -τον ικετεύει να ζητήσει χρήματα από τη μητέρα της για να χτίσουν στη θέση της ένα δούλο. Κανένας όμως δεν την ακούει…   














Αποκαμωμένη, αποδεχόμενη πια τη μοίρα της, θα στραφεί στον μάστρο-Ράντο για την τελευταία της επιθυμία: να αφήσουν παράθυρα στο ύψος του στήθους και των ματιών της, για να βυζαίνει το μωρό της, να το βλέπει όταν της το φέρνουν και το παίρνουν…
Όλα όσα παράγγειλε -πονετικός ο Ράντο- θα γίνουν. Και για μια βδομάδα, μέχρι να ξεψυχήσει, θα βυζαίνει η άτυχη γυναίκα το μικρό Γιόβο. Αλλά και ύστερα -τι θαύμα!- θα συνεχίσει να πίνει, να τρέφεται, όχι μόνο το δικό της το παιδί, αλλά και τα μωρά όλων των μανάδων που κόπηκε, δεν έφτασε το γάλα τους. Έτσι, λένε, συμβαίνει ακόμα και σήμερα…




Ε

ίναι πολλές οι παραλλαγές -παράλληλα “του γιοφυριού της Άρτας”- στη σερβοκροατική γλώσσα, οι καταγραμμένες σε χώρες της πάλαι ποτέ ενιαίας Γιουγκοσλαβίας -Σερβία, Βοσνία κι Ερζεγοβίνη, Κροατία, Μαυροβούνιο. Κύριο χαρακτηριστικό τους, η πολυμορφία -από μέρος σε μέρος διαφοροποιείται όχι μόνο το ύφος, το μέγεθος, η φόρμα, το υπό κατασκευή κτίσμα, αλλά κι αυτή ακόμα η υπόθεση και μάλιστα σημαντικά. Πάντως από το Μαυροβούνιο (Crna Gora), το χωριό Κόλασιν συγκεκριμένα, προέρχεται η παραλλαγή που προκρίνεται ως η πιο αντιπροσωπευτική -εθνική- τουλάχιστον για τους Σέρβους και τους Μαυροβούνιους. Στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, με τους μουσουλμάνους κατά πλειοψηφία κατοίκους, κάτι τέτοιο δεν γίνεται αποδεκτό, ενώ αντιρρήσεις υπάρχουν και μεταξύ των Κροατών. Να σημειωθεί πως στις υπόλοιπες δημοκρατίες της παλιάς Γιουγκοσλαβίας οι καταγραφές έγιναν σε άλλες γλώσσες: στο Κόσσοβο έχουμε αλβανικές, στην περιοχή των Σκοπίων επίσης αλβανικές αλλά και βουλγάρικες. Τέλος, στη Σλοβενία τραγούδια με τέτοιο θέμα, εντοιχισμό γυναίκας, δεν υπάρχουν.

Την παραλλαγή του Κόλασιν που φέρει τον τίτλο Зидањє Сқадра  / Zidanje Skadra (το χτίσιμο της Σκάδρα), πρώτος δημοσίευσε, το 1814 στη Βιέννη, ο μεγάλος Σέρβος γλωσσολόγος -και λαογράφος- Vuk Stephanović Karadjić**. Αναφέρεται στην κατασκευή  του κάστρου της Σκάδρα, που βέβαια δεν είναι άλλο από το κάστρο της αλβανικής Σκόδρας. Σίγουρα μια τέτοιου είδους αναφορά, της λεγόμενης μάλιστα εθνικής παραλλαγής των Σέρβων, το λιγότερο παραξενεύει, μα ιστορικά δικαιολογείται. Η περιοχή -της Σκόδρας ή του Σκούταρι- έγινε θέατρο πολύχρονων αγώνων μεταξύ Αλβανών και Σέρβων και παρέμεινε υπό την κατοχή των δεύτερων για αιώνες. Την πρώτη φορά, το 1040, την κατάκτησε και την έκανε πρωτεύουσά του, ο ηγεμόνας Ζέτα Βοϊσλάβ,  ενώ τη δεύτερη, το 1184, ο πολύς Στεφάν Νεμάνια.
Η παραλλαγή του Κόλασιν -χωριό λίγα χιλιόμετρα έξω από την Πονγκόριτσα (πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου)- αναπτύσσεται σε 242, χωρίς ομοιοκαταληξία, δεκασύλλαβους τροχαϊκούς στίχους. Το σημαντικό είναι πως στα είκοσι επεισόδιά της μπόρεσαν να χωρέσουν όλα εκείνα τα μοτίβα που, διάσπαρτα στις δεκάδες άλλες παραλλαγές, χαρακτηρίζουν, δίνουν ιδιαίτερο χρώμα στην ντόπια μπαλάντα. Και μόνο αυτό, αρκεί για να χαρακτηρισθεί η συγκεκριμένη παραλλαγή εθνική -κυρίως για Σέρβους και Μαυροβούνιους όπως διευκρινίστηκε. Εξ άλλου, πρέπει να τονιστεί -συνιστά σημαντική ιδιομορφία- ακόμη ένα στοιχείο της. Τρία είναι, και εδώ, τα αδέρφια που πασχίζουν να σηκώσουν το φημισμένο κάστρο (κοινό βαλκανικό μοτίβο). Όμως, τώρα, δεν πρόκειται για απλούς μαστόρους, αλλά για τους χρηματοδότες του έργου που, επώνυμοι, ταυτίζονται με πρόσωπα κινούμενα ανάμεσα στον μύθο και την ιστορία. Ο μεγαλύτερος, ο βασιλιάς Βουκάσιν, θεωρείται πατέρας ενός μυθικού για τους Σλάβους -και τους Βούλγαρους- ήρωα, του πολυτραγουδισμένου Μάρκο Κράλιεβιτς, αντίστοιχου του δικού μας Διγενή Ακρίτα! Οι τρεις Μρλιάβτσεβιτς, Βουκάσιν, Ούγγλιες και Γκόικο, λένε πως φονεύτηκαν στη Μαρίκα το 1371.Το τραγούδι πάντα συνοδεύεται από γκούσλε***, ξύλινο μονόχορδο όργανο.





* Vila (Βίλα)

Kακιά νεράιδα, πανταχού παρούσα στις σλάβικες δοξασίες και παραδόσεις. Όλοι την θέλουν με …«όψιν κιτρίνην, σώμα ευκίνητον, ως ο κλάδος ελάτης, και χρυσά πτερά, ελαφρά ως του πουλιού. Οι όφθαλμοί της λάμπουν και αστράπτουν, η δε φωνή της είναι τόσον αρμονική, ώστε, αν κάποτε τύχει ν’ ακούσεις να τραγουδεί, δεν δύνασαι πλέον να υποφέρεις ανθρωπίνην φωνήν. Όποιος την βλέπει, καταλαμβάνεται υπό μελαγχολίας και αποθνήσκει. Μόνον ο προσκαλούμενος υπό της ιδίας εις τον χορόν σώζεται και μανθάνει εξ αυτής όλα τα είδη των πραγμάτων, των χρησίμων δια την ζωήν».







** Вук Стефановић Караџић (Vuk Stephanović Karadjić / Βουκ Στεφάνοβιτς Κάρατζιτς)

Γεννήθηκε το 1787 στο Tršić της Σερβίας. Υπήρξε μεγάλος αναθεωρητής της γλώσσας, απαλλάσσοντάς την από εκκλησιαστικές και ρωσικές επιρροές. Σημαντική ήταν η συμβολή του και στη λαϊκή λογοτεχνία, συλλέγοντας παραδόσεις, παροιμίες και τραγούδια. Τα τελευταία, παραπάνω από 100, λυρικά και επικά, τα συγκέντρωσε σ’ έναν ογκώδη τόμο. Πέθανε στη Βιέννη το 1864.      














*** Гусле (Gusle / Γκούσλε)

Μονόχορδο ξύλινο όργανο, συνοδευτικό των επικών τραγουδιών στη Σερβία, Μαυροβούνιο κλπ. Συχνά φέρει περίτεχνα σκαλίσματα, ιδίως στην κεφαλή του χεριού. Συναντάται επίσης στη Βόρεια Αλβανία με την ονομασία lahuta, αλλά κάποτε και στη Βουλγαρία ως гусла.

 



Β Ι Ν Τ Ε Ο
" Z i d a n j e   S k a d r a "
" Το χτίσιμο της Σκάδρα "
ένα σερβικό παράλληλο “του γεφυριού της Άρτας”
Παραλλαγή από το χωριό Colasin του Μαυροβουνίου

Τραγουδάει παίζοντας γκούσλα ο Sava Contiç

Παραγωγή: Αρχείο Γεφυριών Ηπειρώτικων (ΑΓΗ)
Ηχογράφηση-Μαγνητοσκόπηση: Λάμπρος Ευθυμίου (2010)

Μοντάζ-Υπότιτλοι: Σπύρος Μαντάς





                   απόδοση στα ελληνικά: Σπύρος Μαντάς

Grad gradila tri brata rodjena,
Τρεις αδερφοί μιλήσανε πόλης να φκιάσουν τείχια,
do tri brata tri Mrljavĉevića,
Μρλιάβτσεβιτς είναι στη γενιά, αδέρφια αγαπημένα,
jedno bjeŝe Vukaŝine Kralju,
Κράλη Βουκάσιν, βασιλιά, φώναζαν το μεγάλο,
drugo bjeŝe Ugljeŝa vojvoda,
Ούγγλιες τον άλλο ήξεραν, που ΄τανε βοεβόδας,
treće bjeŝe Mrljaĉević Gojko;
τον τρίτο, το μικρότερο, Μρλιάβτσεβιτς, λεν, ο Γκόικο·
Grad gradili tri godine dana,
Ολημερίς το χτίζανε, δουλεύοντας τρεις χρόνους,
grad gradili Skadar na Bojani,
της Σκάδρα κάστρο φκιάνανε, στο ρέμα της Μπογιάνας,
tri godine sa trista majstora,
τρεις χρόνους μάστοροι πολλοί, τριακόσιοι, πολεμάνε,
ne mogaŝe temelj podignuti,
μα αλίμονο στους κόπους τους θεμέλια δε χωράνε,
a kamo li sagraditi grada;
και πιότερο αλίμονο δεν στήνεται το κάστρο·
sto majstori za dang a sagrade,
όσα τη μέρα χτίζανε με κόπο οι μαστόροι,
to sve vila za noć obaljuje.
τη νύχτα τούς τα γκρέμιζε κακιά νεράιδα, η Βίλα.
Kada nastala godina ĉetvrta,
Σαν ήρθε χρόνος τέταρτος δουλειά να αρχίσουν πάλι,
Tada viĉe sa planine vila:
νάτη κι η Βίλα απ΄ τα βουνά, νεράιδα που φωνάζει:
“Ne muĉi se, Vukaŝine Kralju,
E, συ Βουκάσιν, βασιλιά, κρίμα στα όσα κάνεις,
ne muĉi se i ne harĉi blaga!
κρίμα για όσα προσπαθείς, τους θησαυρούς σου χάνεις!
Ne mo’ ŝ, Kraljy, temeji podignuti,
Αλί σε σένα, βασιλιά, θεμέλια δε χωράνε,
a kamo li sagraditi grada,
και πιότερο αλίμονο δεν στήνεται το κάστρο
dok ne nadjeŝ dva sliĉma imena,
αν δεν τους βάλεις να σου βρουν ονόματα δυο όμοια,
dok ne nadjeŝ Stoju i Stojana,
αν δεν διατάξεις να σου ’ρθουν ο Στόγιαν, η Στογιάνα,
a oboje brata i sestricu,
αδέρφι να ’ναι κι αδερφή, να μοιάζουν με σταγόνα,
da zazideŝ kuli u temelja;
να τα στοιχειώσεις, προσταγή, στου πύργου το θεμέλι·
tako ĉe se temelj obdržati,
τότε και μόνο στέκονται τα τείχια σου αιώνια,
i tako ćeŝ sagraditi grada”.
τότε και μόνο δυνατό στεργιώνει σου το κάστρο”.
Kad to zaĉu Vukaŝine Kralju,
Βουκάσιν μόλις άκουσε της Βίλα τέτοια λόγια,
on doziva slugu Desimira:
τον Ντέζιμιρ, το δούλο του, βάζει να του φωνάξουν:
- Desimire, moje ĉedo drago!
- Άκουσε δούλε μου πιστέ, δούλε μ’ αγαπημένε!
Do sad si mi bio vjerna sluga,
Ντέζιμιρ, πάντα έκανες αυτό που σου ζητούσα,
a od sada moje ĉedo drago,
κι από τα σήμερα κι εμπρός λογιάζεσαι παιδί μου·
vataj, sine, konje i intove,
γρήγορα γιε μ’ τ' άλογα ζεύξ’ τα μπροστά στ’ αμάξι,
i ponesi ŝest tovara blaga,
διατάζω ’γω να βάλουνε έξι φορτιά χρυσάφι,
i di, sine, preko b’ jela sv’ jeta,
τον κόσμο, γιε μ’, γύρισε, μακριά στα ξένα φύγε,
te ti traži dva sliĉna imena,
κειπέρα ψάξε να μου βρεις ονόματα δυο όμοια,
traži, sine, Stojiu i Stojana,
το Στόγιαν ψάξε, φέρε μου, το Στόγιαν, τη Στογιάνα,
a oboje brata i sestricu;
αδέρφι να ’ναι κι αδερφή, να μοιάζουν με σταγόνα·
ja li otmi, j l’ za blago kupi,
κλέψτα αν δε στα δίνουνε, με λάσπη τύλιξέ τα,
dovedi ih Skadru na Bojanu,
στη Σκάδρα φέρε τα ψηλά, ψηλά μεσ’ τη Μπογιάνα,
da zidjemo kuli u temelja,
εκεί να τα στοιχειώσουμε στου πύργου το θεμέλι·
ne bi l’ nam se temelj obdržao,
τότε και μόνο στέκονται τα τείχια μας αιώνια,
i ne bi li sagradili grada.
τότε και μόνο δυνατό στεργιώνει μας το κάστρο.
……………………………………………………

                        



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου